Εκτύπωση του άρθρου

 Γράφει η Ανθούλα Δανιήλ

 

 

"Στα Περιβόλια", "Ο Αγράμματος και η Ωραία", "Ανδρομέδα"

Μια σχέση άσχετη, γερή, δεμένη πάνω σε βράχο

 

Ο Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς (William Butler Yeats, 1865-1939), Ιρλανδός ποιητής από τους κορυφαίους αγγλόφωνους του εικοστού αιώνα, μελαγχολικός, μυστικιστής και συμβολιστής, ρομαντικός και ρεαλιστής, συνοδοιπόρος του Έζρα Πάουντ και σύγχρονος του Όσκαρ Ουάιλντ. Βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1923. Έζησε ανάμεσα στο παρηκμασμένο Λονδίνο και στο έτοιμο να εκραγεί Δουβλίνο. Έγραψε πολλά, αλλά εμάς  τα «ανθισμένα περιβόλια» του μας ενδιαφέρουν».

Στη Διαθήκη του που ήθελε να γράψει ή έγραψε, ήταν σαφής:  «θάνατο και ζωή και όλα τα δημιούργησε ένας άνθρωπος απ’ την πικρή ψυχή του, όλα, ναι, και ήλιο και σελήνη κι άστρα, κι ακόμη πρόσθεσε αυτό, πως οι νεκροί ανασταίνονται και ονειρεύονται...».

Αυτή την πικρή ψυχή του μας παρουσιάζει στο ποίημα «Στα περιβόλια», σε μετάφραση Δημήτρη Σταύρου. Διαποτισμένο το ποίημα από ένα αίσθημα θλίψης και μελαγχολίας, με το επίρρημα «Κάτω», πρώτο στο στίχο,  να προσδιορίζει τον χώρο αλλά και τη διάθεση, τα «περιβόλια» αποκτούν μια περαιτέρω θλιβερή νοηματοδότηση. 

Το ποίημα

«Κάτω στα περιβόλια τ’ ανθισμένα/ εγώ κι η αγαπημένη μου συναντηθήκαμε./ Εκείνη διάβηκε τα περιβόλια τ’ ανθισμένα/ με τα μικρά της πόδια τα χιονόλευκα/ Η αγάπη, μου  ’λεγε, είναι απλή/ όπως τα φύλλα που στο δέντρο μεγαλώνουνε·/ μα νέος εγώ ήμουν και τρελός/ και αρνιόμουνα να το παραδεχτώ/

Σ’ ένα χωράφι πλάι στον ποταμό/ η αγάπη μου κι εγώ συναντηθήκαμε,/ και στο γερτό τον ώμο μου το χέρι της/ τ’ άσπρο σαν χιόνι ακούμπησε. Απλή ’ναι μου ’λεγε η ζωή / σαν το χορτάρι που φυτρώνει στις φραγές·/ μα νέος εγώ ήμουν και τρελός/ και τώρα είμαι γεμάτος δάκρυα».

Στα δύο επίπεδα του ποιήματος, ο ποιητής  περπατώντας με την αγαπημένη του την ακούει να του  μιλάει για την αγάπη που είναι απλή/ όπως τα φύλλα που στο δέντρο μεγαλώνουνε.

Το παράδειγμα για όλα το παρέχει η φύση, ο νέος, όμως,  αρνείται να δει αυτό που έχει μπροστά στα μάτια του. Αν και στο δεύτερο επίπεδο, τα ανθισμένα περιβόλια έχουν παραχωρήσει τη θέση τους σε χορταριασμένο χωράφι, πλάι στο ποτάμι, η συζήτηση παραμένει ίδια: Απλή ’ναι μου ’λεγε η ζωή / σαν το χορτάρι που φυτρώνει στις φραγές  κι εκείνος ανένδοτος στην νεανική θέση. Στο τέλος όμως, το νέος εγώ ήμουν και τρελός/ και αρνιόμουνα να το παραδεχτώ, στην πρώτη στροφή, μα νέος εγώ ήμουν και τρελός/  στη δεύτερη στροφή αντικαθίσταται από ένα «τώρα» που έχει κατακυρώσει το «ήμουν» «νέος» και «τρελός»  και  έχει φθάσει στο τελεσίδικο  «και τώρα είμαι γεμάτος δάκρυα».

Στο πρώτο επίπεδο, ήταν η κόρη με τα μικρά της πόδια τα χιονόλευκα, στο δεύτερο είναι το χέρι της/ τ’ άσπρο σαν χιόνι. Πάντα δύο σ’ ένα ανθισμένο περιβόλι ή χορταριασμένο χωράφι, πάντα εκείνη χιονάτη, ή στο πόδι ή στο χέρι, με μόνη αλλαγή στο «ήμουν» και στο «είμαι» εκείνου που ’χει  γερτό τον ώμο και είναι  γεμάτος δάκρυα.

Το μυστικό του ποιήματος κρύβεται στα μηνύματα που στέλνει η φύση αλλά κανείς δεν λογαριάζει. Το παράδειγμα των φύλλων, η  πασίγνωστη πρώτη λογοτεχνική παραβολή της ζωής με τα φύλλα των δέντρων έρχεται από την ομηρική Ιλιάδα. Είναι η περίφημη απάντηση του Γλαύκου σχετικά με τη γενιά του:

για ποια γενιά ρωτάς μεγαλόψυχε γιε του Τυδέα; οίη περ φύλλων γενεή τοίη δε και ανδρών/ Φύλλα τα μεν τ᾽ άνεμος χαμάδις χέει, άλλα δε θ᾽ ύλη / τηλεθόωσα φύει, έαρος δ᾽ επιγίγνεται ώρη·/ ως ανδρών γενεή η μεν  φύει η δ᾽ απολήγει  (όποια είναι η γενιά των φύλλων αυτή είναι και η γενιά των ανθρώπων. άλλα φύλλα ο άνεμος ρίχνει χάμω άλλα η θαλερή φύση γεννάει. Κι έτσι έρχεται η άνοιξη. Έτσι και η γενιά των ανθρώπων, η μία γεννιέται η άλλη τελειώνει).

Και με στίχους πολλούς ο Γλαύκος θα αναφερθεί στη γενιά του και στα κλέα της. Ωστόσο, η μακρά αναφορά δεν έχει άλλον σκοπό παρά να καταλήξει πως όλα αυτά  στο «απολήγει» θα καταλήξουν. Αυτό είπε η χιονόλευκη κόρη στον ποιητή που του ’δειχνε τα φύλλα κι εκείνος δεν καταλάβαινε. Τώρα όμως που έφτασε το «κομπόδεμα  του χρόνου», καθώς λέει και ο Εμπειρίκος («Όμβρος»), τώρα ο ανίδεος καταλαβαίνει. Τα φύλλα στο δέντρο και το χορτάρι στις φραγές του ποταμού σε μια μοίρα υπακούουν· στην πτώση. Στη μοίρα της φθοράς που φέρνει ο Χρόνος-Κρόνος- θηρίο που με διάφορες παραλλαγές, καταπίνει τη ζωή. Η μεταβολή του ανθισμένου περιβολιού σε χωράφι, το χορτάρι στις φραγές πλάι στο ποτάμι και το ποτάμι- χρόνος- θηρίο όλα τα παρασύρει και όλα υποδηλώνουν την εξέλιξη  της ζωής· άνθιση, ωρίμαση, μαρασμός, θάνατος.

Η ώρα της συνειδητοποίησης του τέλους της αγάπης, του τέλους της  ζωής είναι μια στιγμή αποκάλυψης· άστραψε φως και γνώρισε ο νιος τον εαυτό του, στον «Πόρφυρα» του Σολωμού. Η πάλη με τον «Πόρφυρα» είναι πάλη με τη Φύση, πάλη με τον Χρόνο. Και το σημαντικότερο, αν και αποκαλυπτική στιγμή, δεν είναι λυτρωτική, όπως στον Σολωμό (για όποιον πείθεται). Στον Γέητς είναι  ώρα θρήνου. Το τέλος είναι φτωχικό, όπως το «φθάσιμο»  στην καβαφική «Ιθάκη». 

Ένα άλλο ποίημα, της ώριμης περιόδου του Οδυσσέα Ελύτη (αν και όλες οι περίοδοι ώριμες είναι), το πρώτο της συλλογής Έξη και μια Τύψεις για τον Ουρανό,  «Ο Αγράμματος και η Ωραία» μοιάζει να κινείται πάνω στον ίδιο θεματικό άξονα, με ελάχιστες, πλην, όμως, σημαίνουσες, αναλογίες. 

 Το ποίημα:
 
1  Συχνά, στην Κοίμηση του Δειλινού, η ψυχή της έπαιρνε
    αντίκρυ απ' τα βουνά μιαν αλαφράδα, μόλο που η
    μέρα ήταν σκληρή και η αύριο άγνωστη.
2  Όμως, όταν σκοτείνιαζε καλά κι έβγαινε του παπά το
     χέρι πάνω από το κηπάκι των νεκρών, Εκείνη
3   Μόνη της, Όρθια, με τα λιγοστά της νύχτας κατοικίδια
    -το φύσημα της δεντρολιβανιάς και την αθάλη του
     καπνού από τα καμίνια- στης θαλάσσης την έμπαση
     αγρυπνούσε
4   Αλλιώς ωραία!
5  Λόγια μόλις των κυμάτων ή μισομαντεμένα σ' ένα θρόι-
    σμα, κι άλλα που μοιάζουν των αποθαμένων κι αλα- 
    φιάζονται μέσα στα κυπαρίσσια, σαν παράξενα ζώ-
    δια, τη μαγνητική δορυφορώντας κεφαλή της άναβαν.
    Και μία
6  Καθαρότη απίστευτη άφηνε, σε μέγα βάθος μέσα της
    το αληθινό τοπίο να φανεί
7  Όπου, σιμά στον ποταμό, παλεύανε τον Άγγελο οι μαύ-
    ροι άνθρωποι,  δείχνοντας με ποιόν τρόπο γεννιέται η
    ομορφιά
8  Ή αυτό που εμείς, αλλιώς, το λέμε δάκρυ.
9   Κι όσο βαστούσε ο λογισμός της, ένιωθες, εξεχείλιζε
    την όψη που έλαμπε με την πίκρα στα μάτια και με
     τα πελώρια, σαν παλιάς Ιεροδούλου, ζυγωματικά,
10 Τεντωμένα στ' ακρότατα σημεία του Μεγάλου Κυνός
      και της Παρθένου.
11 «Μακριά απ' τη λοιμική της πολιτείας, ονειρεύτηκα στο
       πλάι της μιαν ερημιά, όπου το δάκρυ να μην έχει νόη-
       μα, κι όπου το μόνο φως να 'ναι από την πυρά που
       κατατρώγει όλα μου τα υπάρχοντα.
12  Ώμο τον ώμο οι δυο μαζί ν' αντέχουμε το βάρος από
      τα μελλούμενα, ορκισμένοι στην άκρα σιγαλιά και
      στη συμβασιλεία των άστρων,
13  Σαν να μην κάτεχα, ο αγράμματος, πως είναι κει ακρι-
       βώς, μέσα στην άκρα σιγαλιά, που ακούγονται οι πιο
       αποτρόπαιοι κρότοι
14  Και πως, αφότου αβάσταχτη έγινε στου αντρός τα
       στέρνα η μοναξιά, σκόρπισε κι έσπειρε άστρα!»

Θα λέγαμε ότι το ποίημα του Ελύτη αποτελεί την ανάπτυξη και εξέλιξη του ποιήματος του Γέητς. Άλλη εποχή, άλλη προσέγγιση του θέματος, αλλά στο βάθος το ίδιο.  Το ποίημα, όπως, τουλάχιστον, δείχνει η τυπογραφική του απεικόνιση, αποτελείται από δεκατέσσερις εκτενείς  στίχους.

Ο «αγράμματος», πλάι στην «Ωραία», είναι  ο ποιητής του οποίου οι απορίες σχετικά με τη ζωή του δίνουν τον αρχικό χαρακτηρισμό «Αγράμματος». Είναι ο άνθρωπος που τίποτα δεν ξέρει από την «Ωραία» ζωή και όλα τα ερευνά αλλά πουθενά δεν καταλήγει. Περπατάει στον «κήπο» ή «περιβόλι» ανθισμένο, προσλαμβάνει αξεδιάλυτα τα μυστικά της φύσης, όλα κάτι του λένε αλλά αυτός τα αγνοεί. Σαν αδιάβαστοι χρησμοί, έρχονται στην επιφάνεια τα μυστικά μηνύματα. Υπαινικτικά λειτουργούν ο «παπάς», το «κηπάκι», «Εκείνη» που αγρυπνούσε, με όλο το απόκοσμο της εμφάνισής της: «Αλλιώς ωραία!», με τα «πελώρια σαν παλιάς Ιεροδούλου, ζυγωματικά» και τη «μαγνητική δορυφορώντας κεφαλή». Τέλος, το άγνωστο αύριο και η μοναξιά του ανδρός.

Ο κήπος, Εκείνη, τα δάκρυα , η άγνοια του αύριο, όλα μοιάζουν με το ποίημα του Γέητς, αλλά κάνουν και βήματα πάρα πέρα. Οι δυο βαδίζουν  «ώμο τον ώμο» (στο ποίημα του Γέητς εκείνη τον πιάνει από τον γερτό ώμο). Το ποτάμι παρόν. Προβάλλεται η ιερότητα του  χώρου -της ζωής- με την σημαίνουσα παρουσία του  παπά, την «Κοίμηση» του Δειλινού,  τα ζυγωματικά της Ιεροδούλου,  (με την αρχική κυριολεκτική της σημασία) και τη μεταφυσική μοναξιά «στα στέρνα του ανδρός» που «σκόρπισε κι έσπειρε άστρα».  

Τελικά ο πρώτος ποιητής έμεινε με τα δάκρυα. Ο νεότερος με τη διασκορπισμένη μοναξιά.

Μια ακόμα σημαντική παρουσία, παρεμφερής,  ωστόσο, θέτει το ίδιο θέμα. Είναι ο Γιώργος Σεφέρης  και το Κ΄, με τον τίτλο «Ανδρομέδα»,  ποίημα από τη συλλογή Μυθιστόρημα.  Στα θεμέλια του ποιήματος βρίσκεται ο γνωστός μύθος που θέλει την  κόρη δεμένη στο  βράχο κι ένα τέρας να βγαίνει από τη θάλασσα να την σπαράξει, θυσία σε έναν απώτερο σκοπό.  

Το ποίημα

Στο στήθος μου η πληγή ανοίγει πάλι
όταν χαμηλώνουν τ᾿ άστρα και συγγενεύουν με το κορμί μου
όταν πέφτει σιγή κάτω από τα πέλματα των ανθρώπων

Αυτές οι πέτρες που βουλιάζουν μέσα στα χρόνια ως πού θα με παρασύρουν;
Τη θάλασσα τη θάλασσα, ποιος θα μπορέσει να την εξαντλήσει;
Βλέπω τα χέρια κάθε αυγή να γνέφουν στο γύπα και στο γεράκι
δεμένη πάνω στο βράχο που έγινε με τον πόνο δικός μου,
βλέπω τα δέντρα που ανασαίνουν τη μαύρη γαλήνη των πεθαμένων
κι έπειτα τα χαμόγελα, που δεν προχωρούν, των αγαλμάτων.

Ο Γιώργος Σεφέρης είναι η «Ανδρομέδα». Αυτός είναι δεμένος πάνω στο βράχο, πάνω τη μαρτυρική γη· αυτού το σώμα υφίσταται ένα βούλιαγμα στο χρόνο, από τη μια, και μια ένωση με τα άστρα, από την άλλη. Ωστόσο, πάντα δεμένος πάνω στο βράχο, πατρίδα, ιστορική συγκυρία, πάντα με το γύπα και το γεράκι να τον απειλούν (μια άλλη εκδοχή του αλυσοδεμένου στον Καύκασο Προμηθέα), ανάμεσα στους πεθαμένους, τα αγάλματα και τη θάλασσα που δεν θα μπορέσει να την εξαντλήσει.  

Στον Ελύτη, η  μοναξιά από το στήθος σκορπίζεται στο σύμπαν και γεννάει άστρα. Στον Σεφέρη τα άστρα χαμηλώνουν για να συγγενέψουν με το κορμί του, το στήθος. Και οι δύο, αν και με αντίστροφης πορείας κινήσεις –εξακτίνωσης του εγώ στο σύμπαν/  συμπύκνωσης του σύμπαντος στο εγώ- αισθάνονται μέρος του, απόσπασμά του. Αυτή την οριακή στιγμή που ο άνθρωπος ενώνεται με το σύμπαν, ταυτίζεται μαζί του. Δεμένος με τη μοίρα του στη γη ο ένας,  διασκορπισμένος στα πέρατα  ο άλλος,  «αβάσταχτη στου αντρός τα στέρνα η μοναξιά» (Ελύτης), «στο στήθος μου η πληγή» (Σεφέρης). Ακούει τα μηνύματα σαν χρησμούς της φύσης ο Ελύτης, βλέπει τον γύπα και το γεράκι να «γνέφουν» ο Σεφέρης. Το «κηπάκι των νεκρών», η «Κοίμηση του Δειλινού» ο Ελύτης, οι πεθαμένοι και τα αγάλματα, ο Σεφέρης. Μεταξύ ουρανού και γης και κάτω από τη γη οι ρίζες και οι εξακτινώσεις. Πάντα αντιμέτωπος με το «θηρίο» που τον απειλεί ο άνθρωπος.

Θα αναφερθώ για λίγο στη μελοποιημένη εκδοχή του ποιήματος από τον Μίκη Θεοδωράκη. Στο τραγούδι, πίσω  από την ποικιλία των ήχων που δίνουν στη φωνή της Φαραντούρη (ή όποιου άλλου τραγουδιστή) τη δυνατότητα να παίξει με φωνητικές διακυμάνσεις – φωτοσκιάσεις- ακούγεται ένας, και πάντα ίδιος, διαρκής «μονότονος» ήχος, σαν μουσικό χαλί, πάνω στο οποίο γίνονται οι παραλλαγές.  Αυτός ο ήχος, πίσω από τον αισθητό ήχο της επιφάνειας, μοιάζει σαν να είναι ο σφυγμός μέσα στον άνθρωπο που δεν ακούγεται αλλά υπάρχει. Η αφανής αρμονία της φύσης που είναι κρείσσων  της φανερής, κάτι με το οποίο θα πρέπει να είχε ενθουσιαστεί ο Σεφέρης, βλέποντας πώς ο ευφυής μουσικός ανακάλυπτε την «πληγή» στο στήθος, το ρυθμό στη φλέβα, την εναρμόνιση του εαυτού με το σύμπαν.

Η υπαρξιακή αγωνία πάνω στο «ποιος» ή «τι είμαι» συνδέεται με τον συγκεκριμένο χώρο. Στον Σεφέρη είναι σαφής. Ο μύθος τον προσδιορίζει. Το τέρας- χρόνος τον απειλεί. Στον Ελύτη είναι ασαφής αλλά του παπά το χέρι δίνει στίγμα.  Οι πέτρες που βουλιάζουν στο χώμα, από κάτω οι  πεθαμένοι. Ανάμεσα στο άπειρο βάθος και το άπειρο χάος ο άνθρωπος μόνος με τα αναπάντητα ερωτήματά του και τη σίγουρη θνητότητά του.  Όπως λέει και ο Γέητς (σε μετάφραση Γιώργου Σεφέρη) το ψάρι, η σάρκα, και το θήραμα, όσο βαστά το καλοκαίρι υμνούν/ Το κάθε τι που σπέρνεται, γεννιέται, και πεθαίνει («Ταξίδι στο Βυζάντιο» Ι) ή

Ο γέρος είναι τιποτένιο πράγμα/ κουρελιασμένο ρούχο απάνω σε μπαστούνι, εκτός/ Αν η ψυχή χτυπήσει τις παλάμες της και τραγουδάει πιο δυνατά πιο δυνατά/ στο κάθε ξέσκισμα της θνητής φορεσιάς της («Ταξίδι στο Βυζάντιο» ΙΙ). 

Ανθούλα Δανιήλ

© Poeticanet

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Εκτύπωση του άρθρου