Εκτύπωση του άρθρου

Γιάννης Στίγκας


Η όραση θ´ αρχίσει ξανά
Εκδόσεις Κέδρος, 2006

Γράφει ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΛΛΗΣ


   Ο Γιάννης Στίγκας ανήκει στους ποιητές που γράφουν για να επιβεβαιώσουν την ύπαρξη. Η ποίηση γι´ αυτούς είναι μια εσωτερική ανάγκη. Τα ποιήματά του στη συλλογή «Η όραση θ´ αρχίσει ξανά», επιμένουν στον ανθρωποκεντρισμό υπό το πρίσμα μιας αγωνιώδους κατάκτησης της φωνής του. Ενάντια στο ευτελές, ο ποιητής αμύνεται, χαρτογραφώντας την προσωπική του Ιθάκη:

δεν ξέρω αν το φως
είναι τέχνασμα σκότους
           ή ανάποδα

                 εγώ

μόνο να βασανίζω πεταλούδες
- καμιά τους δεν ξέρει να μ´ αγαπήσει

   Ο λόγος του ποιητή είναι μινιμαλιστικός, αυθεντικός απέναντι στον εαυτό του, δόκιμος στην εμπειρία και στο βίωμά της. Ο Στίγκας κατάγεται από την γενιά των μπίτ δίχως όμως να τους μιμείται. Η γλώσσα του ροκ, ευθύβολη, ακριβοθώρητη και συνάμα άμεση. Το ατού της είναι που επαναστατεί, που θίγει, που θυμώνει, που μιλά δίχως καλολογίες, μ´ ένα λυρικό όμως φόντο που επιλέγεται από τον ποιητή για να σε ταξιδέψει στο πιο φανταστικό χωροχρόνο έτσι ώστε να επιστρέψεις ξανά στο είδωλό σου αντικρίζοντας το με άλλο μάτι. Αυτός ο ανατρεπτικός χαρακτήρας της ποίησης βρίσκει στον Στίγκα τον εκφραστή της όπου με θάρρος κονταροχτυπιέται με τα φαντάσματα της ύπαρξης:

Εγώ το χρόνο μου

         χρακ  και χρακ

μ´ ένα τσεκούρι πισώπλατα
Τα υπόλοιπα
                 Θα τα πουν στις εφημερίδες

Ποίησις είναι η κορυφή του παγόβουνου
                          και από κάτω
πανστρατιά οι βλαστήμιες
                      Αλλά εσύ
κοίτα να φτάσεις στην αγάπη
χωρίς τις βαλίτσες σου

κοίτα

    Ήδη από την πρώτη του ποιητική συλλογή, «Η αλητεία του αίματος», εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2004, ο Στίγκας είχε θέσει τα όρια που κινούνταν εκφραστικά. Το ότι ένας νέος ποιητής από την πρώτη του δουλειά φαινόταν τόσο ώριμος, πρόδιδε πως τα ποιήματά του ήταν απόρροια εμπειρικής σχέσης με το γράψιμο κι όχι απλή ενασχόληση και πως δεν τον ένοιαζε αν ακολουθεί την πεπατημένη ή την δομή ενός συγκεκριμένου σχήματος, ότι δεν είχε λογοτεχνικά κόμπλεξ. Τώρα, με την δεύτερη ποιητική του συλλογή ο Στίγκας γίνεται πιο συνεπής. Καταρρίπτοντας τα λόγια του Μπείκον, ότι ο σύγχρονος ποιητής οφείλει να οικειοποιηθεί μια πλαστή ιστορία, μια αφηγηματική και δραματική μυθοπλασία που να δίνει «κάποια ίχνη ικανοποίησης στον νου του ανθρώπου, στα σημεία εκείνα όπου η φύση των πραγμάτων την αρνείται», ο ποιητής ξεκαθαρίζει πρώτα με τον εαυτό του και κατόπιν με τους αναγνώστες του την αλήθεια της ζωής του. Ο χώρος που έχει κατασκευάσει είναι ένας χώρος γεμάτο καθρέφτες. Δεν περιέχει παράθυρα όπου το βλέμμα μπορεί εύκολα να ξεχαστεί σε παροδικά τοπία. Παραμένει ακίνητος  γύρω από τον εαυτό του παρατηρώντας εξονυχιστικά την κάθε λεπτομέρεια. Από την στιγμή που η ποιητική τέχνη έπαψε να παίζει το ρόλο που κάποτε της έθεσαν να παίζει στο κοινωνικό – πολιτικό παιχνίδι, κι έχει στραφεί πλέον στην ωριμότητα της εσωστρέφειας, ανακαλύπτοντας την ουσία να εξυψώσει το Εγώ του δημιουργού της μακριά από την επιφανειακή και πολλές φορές θολή εικόνα που του προσαρτούν  οι κοινωνίες, επαναπροσδιορίζει τον άνθρωπο. Ο Γιάννης Στίγκας όντας αφυπνισμένος, φαίνεται διατεθειμένος να πετάξει ότι περιττό, θέτοντας όλες του τις δυνάμεις στην προσπάθεια κατάκτησης του καίριου, του απόλυτα ουσιαστικού. Η ποίησή του γίνεται ο καθρέφτης της παράλογης και στρεβλής εικόνας του κόσμου. Αυθεντική, άρα θεωρητικά χρήσιμη. Αφού ο κόσμος γίνεται παράλογος η ποίηση χτίζει μέσα στην περιμετρική της λογικά στοιχεία για να τα επαναφορτίσει με αισθήματα. Η ποίηση του Στίγκα δεν κατέχει την ευφράδεια του ρομαντισμού, ενός ένδοξου λυρικού ποιητικού παρελθόντος. Στοχεύει στη σκέψη κι εκεί επιδρά:

 Κι άμα πηδάω κάθε νύχτα
από την κορυφή της λύπης μου

δεν είναι από συνήθεια

είναι γιατί

η αλήθεια, κύριοι,

προϋποθέτει ύψος


   Το πιο σημαντικό για έναν ποιητή είναι να κατακτήσει τη φωνή του. Να ενωθεί με τον εσωτερικό του ρυθμό. Ο Στίγκας πιστεύει πως αυτό επιτυγχάνεται μόνο μέσω της όρασης. Το ιδιαίτερο βλέμμα πάνω στα πράγματα, η εστίαση σ´ αυτό που κρυμμένο περιμένει να αποκαλυφθεί για να μεταδώσει την μαγική του αίσθηση, σ´ αυτό το βλέμμα που ανατρέπει την πραγματικότητα, όχι όμως για να μας οδηγήσει σε μια ουτοπική κατάσταση, απεναντίας, να δημιουργηθεί η συνθήκη μιας προσωπικής άμυνας που βοηθά να αναγνωρίσουμε τις πτυχές του εαυτού μας αλλά και του κόσμου που μας περιβάλλει.  Για τον Στίγκα, το πιο επαναστατικό εφόδιο σ´ αυτή την πορεία αυτογνωσίας είναι η όραση. Ο τρόπος που βλέπουμε, ο τρόπος που βιώνουμε τις καταστάσεις, η κίνηση που μας διαφοροποιεί από τον άλλο και μας εντάσσει μοναδικούς στο σύμπαν. Όλη η συλλογή του βρίθει από τέτοιες εικόνες που έχουν μετουσιωθεί σε ποιητικές πινακίδες που φανερώνουν την αυθεντικότητά του. Σήμερα που τα ψεύτικα προσωπεία κυριαρχούν, φωνές όπως του Στίγκα δίνουν την ελπίδα πως ο ρόλος της ποίησης, να παραμένει προσκολλημένη στην αλήθεια, δεν έχει εκλείψει:

 Τη φωνή μου ρε
                         κι ας μην έχω να φάω

 


Γιώργος Λίλλης