Εκτύπωση του άρθρου

ΓΙΩΡΓΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

Η ποίηση των αιώνιων ιδεών

 

 Γράφει: η Πόλυ Μαμακάκη


Από τους κυριότερους εκπροσώπους της Α΄ Μεταπολεμικής γενιάς ο Γιώργης Παυλόπουλος, γεννήθηκε στον Πύργο Ηλείας το 1924 όπου και έζησε μέχρι τον θάνατό του το 2008. Ξεκίνησε σπουδές στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, τις οποίες δεν ολοκλήρωσε, εργάστηκε ως λογιστής και γραμματέας σε διάφορους ιδιωτικούς φορείς και αφιέρωσε στην ποίησητο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Μαθήτευσε κοντά στον Γιώργο Σεφέρη, ο οποίος τον ξεχώρισε αμέσως για τη γλωσσική και εκφραστική του δεινότητα. Ήταν φίλος του Τάκη Σινόπουλου, του Νίκου Καχτίτση, του Ηλία Παπαδημητρακόπουλου και στο έργο του συναντάμε επιρροές από τον Όμηρο, τον Μακρυγιάννη, τον Διονύσιο Σολωμό, τον Κώστα Καρυωτάκη, αλλά εντοπίζουμε και εκλεκτικές συγγένειες με τον Μίλτο Σαχτούρη, τον Μανόλη Αναγνωστάκη, τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες, τον Οκτάβιο Πας κ.α.. Ασχολήθηκε επίσης με τη ζωγραφική και υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.

Ας ξεκινήσουμε όμως την παρούσα προσέγγιση με ένα περιστατικό που περιγράφει ο ίδιος:

«– Πείνασα, είπε η Πωλίν.

(Θα τους απαθανατίσω σ’ ένα γράμμα που θα στείλω στον Ηλία, σκέφτηκα εγώ.)

Η Νταρλίν έκανε σαλάτα από βραστές πατάτες με τις φλούδες, ντομάτες, πιπεριές, μαρούλια και κρεμμύδια που έκοψε από τον κήπο της. Φάγαμε σε ξύλινα πιάτα συνοδεύοντας με ψωμί, τυρί – ένα είδος κοπανιστής – και ιταλικό κρασί.

Μετά το φαγητό ο Ρόμπερτ μάς έδειξε τις αιχμές από δύο αρχαιότατα ιντιάνικα βέλη. Γκρίζα οψιδιανή πέτρα. Ύστερα ο Ρόμπερτ και η Νταρλίν με παρακάλεσαν να διαβάσω το ποίημα «Ο Έρωτας». Όσο διάβαζα, είχαν σκύψει πλάι μου και κοίταζαν προσεχτικά το ελληνικό κείμενο. Όταν τέλειωσα ο Ρόμπερτ είπε πως μετά από ένα τέτοιο ποίημα δεν μπορείς να διαβάσεις ή να ακούσεις τίποτ’ άλλο, στο υπόλοιπο της μέρας.»

Η σκηνή εκτυλίσσεται σε ένα δάσος στη Δυτική Βιρτζίνια των Ηνωμένων Πολιτειών, το 1985, στο χτήμα Ινδιάνου ποιητή και αγαπημένου φίλου του Γιώργη Παυλόπουλου, όπως την αφηγείται ο τελευταίος σε επιστολή του που απευθύνει στον Ηλία Παπαδημητρακόπουλο (βλ. Γράμματα από την Αμερική, Γαβριηλίδης 2008). Και το ποίημα «Ο Έρωτας» (από τη συλλογή Τα αντικλείδια, Στιγμή 1988) του Γιώργη Παυλόπουλου, που αναφέρει η επιστολή, αφιερωμένο Προς Ζόφον, έχει ως εξής:

Είδα όνειρο ήμουν ξυλοκόπος απόστασα και βγαίνοντας από το δάσος
ένα δέντρο μοναχό στο φως το κόβεις αύριο με τη σειρά του το λησμονάς
εκεί που έγειρα στη ρίζα του με πήρε ο ύπνος βλέπω πάλι όνειρο το τσεκούρι μου
γινόταν φίδι τύλιγε το δέντρο απ’ τον κορμό του χώθηκε στα φύλλα
τότε κείνο άνθισε με σκέπαζαν τ’ άνθη του ο ίσκιος του δροσιά
γυναίκας που μ’ αγκάλιαζε με ξαναγύριζε στην πρώτη μου ζωή
πρόσωπο δεν έβλεπα μόνο το γιασεμί στα σκοτεινά μαλλιά της βάθαινα
μέσα σε δάκρυα και φιλιά και μπαίνοντας στη νύχτα τώρα του ονείρου ήταν
καράβι το δέντρο κι άλμπουρο το τσεκούρι κι απάνω του δεμένοι με το φίδι για σκοινί
εγώ με τη γυναίκα να μας κόβει ο άνεμος γυμνούς καθώς η πελώρια πλώρη
έστριβε αργά προς το μεγάλο σκοτάδι.

Πέφτοντας εντελώς τυχαία λοιπόν, ως αναγνώστες της παραπάνω επιστολής, πάνω σε αυτό το ποίημα, που οι φίλοι του Γιώργη Παυλόπουλου του ζήτησαν να τους διαβάσει εκείνη τη μέρα σε μια συντροφιά με κρασί και καλή παρέα, θα διαπιστώσουμε ότι, παρόλο που πρόκειται για ένα αυτοτελές και μεμονωμένο ποίημα, αυτό συνοψίζει από μόνο του όλα τα κύρια χαρακτηριστικά της ποίησης του Γιώργη Παυλόπουλου, γεγονός που καταδεικνύει ότι πρόκειται για έναν ποιητή με πολύ συγκροτημένο, συνεπές και συμπαγές το ποιητικό του όραμα. Η διαπίστωση αυτή ενισχύεται, άλλωστε, από την κοινή και κατά ομολογία του ίδιου παραδοχή ότι ήταν ένας ολιγογράφος ποιητής, ο οποίος δημοσίευσε το πρώτο του ποίημα («Ο νεκρός Γ.Π.», στο περιοδικό ΟΔΥΣΣΕΑΣ, τεύχος 4) το 1943 αλλά εξέδωσε την πρώτη του συλλογή (Το  Κατώγι, Ερμής) το 1971, αφήνοντας πίσω του ένα μικρό σε έκταση – συγκριτικά με τον χρόνο της ολικής ενασχόλησής του – έργο που απαρτίζεται από εννέα (9) ποιητικές συλλογές, συμπεριλαμβανομένων μίας ιδιωτικής έκδοσης εκτός εμπορίου,ενός συγκεντρωτικού τόμου και μίας συλλογής εκδοθείσας μετά τον θάνατό του, αλλά και μεταφράσεις ξένων ποιητών και κάποιες επιστολές του, έργο προσεγμένο όμως και ουσιαστικό, με σεβασμό απέναντι στην πνευματική και ποιητική παράδοση του τόπου του και πρωτίστως απέναντι στην ελληνική γλώσσα, εκφέροντας τον ποιητικό του λόγο – και εδώ βρίσκεται το μεγάλο και βασικό του προτέρημα – στην κοινή ομιλούμενη γλώσσα. Αναφορικά με το μέγεθος του έργου του επισημαίνει σε συνέντευξή του ότι «Η Τέχνη δεν γίνεται με τον Έναν αλλά με τους Πολλούς, που το άθροισμα των έργων τους είναι αποτέλεσμα μιας βαθιάς αλληλεγγύης ανάμεσά τους.» και προσθέτει το ερώτημα, στο οποίο δείχνει να καταφάσκει, «Μήπως όμως και ο αριθμός των αποτυχημένων ποιημάτων μας πρέπει να λογαριάζεται στο σύνολο των έργων που σημαδεύουν την πρόοδο της Τέχνης;» (συνέντευξη στον Κ. Λιόντη, εφημερίδα Η ΑΥΓΗ, 01.06.1986).

Η ποίηση του Γιώργη Παυλόπουλου ζυμώνεται σε μια εποχή εφιαλτικού τρόμου, όπου ελλοχεύει ο θάνατος, όχι απλώς ως υπαρξιακή αγωνία αλλά ως υπαρκτή καθημερινότητα, και θερίζει στο πέρασμά του τα πάντα. Β΄ παγκόσμιος πόλεμος, κατοχή, αντίσταση, εμφύλιος, δικτατορία κ.ο.κ. παρέλασαν από τα μάτια του, τραυμάτισαν την ψυχή του και στιγμάτισαν τη μνήμη του με τον πόνο και την αδικία της ανθρώπινης τραγωδίας. Η σύνδεση με τον κάτω κόσμο έγινε ορατή από τα δύο πρώτα βιβλία του με σαφές και το μεταφορικό νόημα των τίτλων τους, «Το κατώγι» και «Το σακί». Ο ήλιος λαβωμένος, το πέλαγο θρυμματισμένο, σιγή και μαύρο, θλίψη, πείνα και παγωνιά, κόκαλα, χαμένα ονόματα, φωνές που σβήνουν ολοένα και δυναμώνουν, ο βράχος που μένει αίμα, η πέτρα, το άλογο πετσί και κόκαλο δίχως τον αναβάτη του ή αλλού να σέρνει το ίδιο τον αναβάτη του νεκρό, το ακρογιάλι θαμμένο στη στάχτη, η θάλασσα γυμνή κι ολομόναχη, σκηνές από μνήματα, νεκρούς, καταφύγια, χαλάσματα φωτογραφίζουν τη φρίκη του πολέμου. «Το μαράζι της αλήθειας και το μαράζι της αδικίας» είναι η ατμόσφαιρα των πρώτων ποιημάτων του Γιώργη Παυλόπουλου, όπου «δεν είναι φως μήτε σκοτάδι» και οι άνθρωποι «μήτε ζωντανοί μήτε πεθαμένοι», «ποιος είναι αυτός στον τόπο μας/ που αποφασίζει;».

Όμως ο κόσμος είναι ατελής ιδωμένος υπό το καταστροφικό του νόημα.«Το φως μού κάρφωνε το χέρι/ σε ό,τι πήγαινα ν’ αγγίξω. Δοκίμαζα και ξανάρχιζα./ Περιπλανήθηκα σ’ αυτά τα μέρη χρόνια και χρόνια/ κι ο ήλιος σαν ένα μαύρο πανί μου έδενε τα μάτια. Σιγά σιγά τυφλώθηκα. Παρακαλώ να περάσω.» Έτσι, καλείται το όνειρο, επίσης από την πρώτη στιγμή, να συμπληρώσει τα κενά της υπαρξιακής ματαιότητας. Οι νεκροί συνυπάρχουν με τους ζωντανούς και συνδιαλέγονται, ο έρωτας, που έχει διακοπεί βιαίως από τον πόλεμο, συντελείται στο μεταίχμιο της διέλευσης μεταξύ ονειρικού και πραγματικού, το ποίημα συλλαμβάνεται ως αμοιβαίο αίτημα συστέγασης βιώματοςκαιμνήμης, ενώ φαντασία και πραγματικότητα συνέχονται κατά τρόπο το μεν οικείο το δε αληθοφανή, την ώρα που – ενίοτε προσωποποιημένη – η ποίηση επιχειρεί να βάλει τάξη στο χάος. Το πρόβλημα του χαμένου χρόνου, της απώλειας και των στερήσεων, βρίσκει τη λύση του στον ατοπικό και αχρονικό χαρακτήρα του κόσμου της αφθαρσίας των πλατωνικών ιδεών. Ομοίως και οι τίτλοι των επόμενων συλλογών, «Τα αντικλείδια», «Λίγος άμμος», «Πού είναι τα πουλιά;» και «Να μη τους ξεχάσω» υποδηλώνουν τα δύο διακριτά οντολογικά επίπεδα που συναιρεί ο χαμένος χρόνος και, στον αντίποδα αυτού, ο ύπνος με την ευεργετική του επίδραση. Μοτίβο που επανέρχεται το όνειρο, ως άλλη διάσταση του πραγματικού και συχνά μάλιστα μέσα στο ίδιο το όνειρο, μας παραπέμπει εμφανώς στον Καρτέσιο, ο οποίος υποστήριξε ότι δεν υπάρχει κανένα λογικό επιχείρημα να μας πείσει ότι δεν κοιμόμαστε και είναι όνειρο αυτό που βιώνουμε, ή ακόμα παλαιότερα στην ινδουιστική φιλοσοφία, σύμφωνα με την οποία ζούμε σε ένα μόνιμο όνειρο, σε μια συλλογική παραίσθηση με άλλα λόγια, σκέψη που συναντάμε ήδη στην αρχαιότητα και στο «Σκιάς όναρ άνθρωπος» του Πινδάρου αλλά και στη μεταγενέστερη Τρικυμία του Ουίλιαμ Σαίξπηρ στα λόγια «Είμαστε από την ύλη που είναι φτιαγμένα τα όνειρα και τη ζωούλα μας την περιβάλλει ολόγυρα ύπνος.» (μετάφραση Βασίλη Ρώτα).  

Μέσα στο ονειρικό περιβάλλον του Γιώργη Παυλόπουλου πραγματώνεται λοιπόν και ο έρωτας, που ομοίως κατέχει πρωτεύουσα θέση στο ποιητικό του έργο. Η ερωμένη κατά κανόνα ταυτίζεται με την ποίηση και νοείται ως κάποια αόριστη και μυστηριώδης γυναικεία μορφή, που παρουσιάζεται συνήθως γυμνή ή ξυπόλυτη και αμέσως σαγηνεύει και διεγείρει τον ποιητή, συχνά τον αγκαλιάζει ή του δίνει ένα φιλί, κάποτε τον κατακτά απαιτώντας τη διαρκή μέριμνα και προσοχή του και ύστερα διαλύεται, όπως το ποίημα που δεν τελειώνει ποτέ, και τον αφήνει στο μεγάλο σκοτάδι. «Υπάρχει ο έρωτας πάντα στα ποιήματα./ Και μονάχα στον έρωτα ακούς τη φωνή σου μέσα στου άλλου τη φωνή/ ακούς του άλλου τη φωνή μέσα στη φωνή σου.» θα συμφωνήσουμε ασφαλώς μαζί του, διότι το ερωτικό στοιχείο κερδίζει τον αναγνώστη του Παυλόπουλου ακόμα και όταν συμπυκνώνεται σε ολιγόστιχα χαϊκού, όπως ενδεικτικά: «Χύνεται μέλι/ στο αυλάκι της πλάτης∙/ σκύβω και πίνω.», «Όλες τις νύχτες/ να ‘ρθεις σε περίμενα/ κρυφά στον κήπο.», «Να θέλω κι άλλο/ κι άλλο ακόμη. Κι εσύ/ να μη μου δίνεις.».  

Περαιτέρω και με δεδομένο ότι οι αισθήσεις μας είναι ανεπαρκείς και επισφαλείς ως προς το να συλλάβουν την αλήθεια και την ολότητα των πραγμάτων, σκέψη που έχει βεβαίως τις ρίζες της στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη και επαναδιατυπώνεται από τον Καντ, κατά τον οποίο η αλήθεια περιορίζεται ως ανάλογη της αντιληπτικής λειτουργίας και ικανότητας του υποκειμένου, οδηγούμαστε στον κυρίαρχο και κρισιμότερο ίσως προβληματισμό που διέπει ολόκληρο το έργο του Γιώργη Παυλόπουλου και που ταυτίζεται με την αγωνία του να συλλάβει την ουσία της ποίησης, να αγγίξει τον πυρήνα της τέχνης του, πράγμα ασφαλώς που είναι και θα παραμείνει ουτοπικό όσο και το ίδιο το όνειρο. Γι’ αυτό και συναντάμε στην ποίησή του έναν σημαντικό αριθμό ποιημάτων ποιητικής, με τα οποία προσεγγίζει – διερωτώμενος – άλλοτε τον τρόπο παραγωγής του ποιήματος και άλλοτε τον βαθμό απόδοσης του νοήματος που αυτό περιέχει. «Η στιγμή της αλήθειας είναι απατηλή και πρόσκαιρη όπως η στιγμή κάθε ευτυχίας.», αναφέρει ο ίδιος ο ποιητής (ο.π.). «Αλήθεια» εν τω γίγνεσθαι αν θυμηθούμε και τον Ηράκλειτο και τη ρήση «τα πάντα ρει και ουδέν μένει». Ως αλήθεια νοείται βεβαίως και ο λόγος της ποίησης. Τα ποιήματα συνεπώς δεν είναι παρά απεικάσματα της αλήθειας που στην ουσία της διαφεύγει και ως φευγαλέα παραμένει άρρητη, σκοτεινή και ανεξιχνίαστη, είναι η λέξη που δεν βρίσκεται σε κανένα λεξικό (βλ. ποίημα «Η λέξη» από τη συλλογή Πού είναι τα πουλιά;, εκδόσεις Κέδρος 2004). Ωστόσο παραμένει ο υψηλότερος στόχος του ποιητή. «Σίγουρα, πέρα από τη γοητεία της ποίησης, είναι η Αλήθεια, δηλαδή δεν τελειώνει η ποίηση με το να μας μαγέψει απλώς ως αισθητική έκφραση.» υποστηρίζει και πάλι ο ίδιος (συνέντευξη στη Λ.Σ. Αρμυριώτη, περιοδικό ΥΦΟΣ, 07.01.2008). 

Στα πλαίσια της διαρκούς αναζήτησης της Αλήθειας, με εργαλείο την ποίησή του, ο Γιώργης Παυλόπουλος υιοθετεί κατ’ επανάληψη: α) τη μορφή του παιδιού που ταυτίζεται με την πρώτη και κατά τεκμήριο αγαθή φύση του ανθρώπου, β) την τεχνική των μεταμορφώσεων και γ) τον συμβολισμό του καθρέφτη, μέσα από τον οποίο αντικρίζει ο αναγνώστης το όνειρο ως είδωλο της πραγματικότητας αλλά – και κυρίως – την πραγματικότητα ως είδωλο του ονείρου. Μόνες αναλλοίωτες, αμετάβλητες και ασφαλείς παραμένουν σταθερά οι Ιδέες και είναι ενδεικτικά στα ποιήματά του τέτοιες η Δικαιοσύνη, η Αγάπη, ο Έρωτας. Στον δε έρωτα υπάγεται και η ποιητική δημιουργία, που, ακόμα και σε μια εποχή με τα πλέον κρίσιμα και οδυνηρά πολιτικά γεγονότα και αδιέξοδα, δεν παύει να είναι για τον Παυλόπουλο πράξη ερωτική και ταυτόχρονα υπέρτατη πρόκληση και δοκιμασία (εφημερίδα Η ΑΥΓΗ, ο.π.). Με αφορμή το ποίημά του «Τα αντικλείδια» (από την ομώνυμη συλλογή) σημειώνει και πάλι σε συνέντευξή του ο ποιητής, ότι καθώς προσεγγίζει το ποιητικό του όραμα δεν ξέρει, σαν σε όνειρο, εάν είναι ο ίδιος που κυνηγάει αυτό το όραμα ή εάν εκείνο κυνηγάει τον ίδιο (περιοδικό ΕΛΙΤΡΟΧΟΣ, τεύχος 2). Το βέβαιο είναι – και πρόκειται για τους ακροτελεύτιους στίχους που μας έχει αφήσει ο Γιώργης Παυλόπουλος – ότι «Όλο και κάτι χάνεται μέσα στη μέρα / όλο και κάτι χάνεται μέσα στο Χρόνο / αλλά το ποίημα δεν χάνεται.» (Να μη τους ξεχάσω, Κέδρος 2008), διότι θα καταλήξουμε, συνοψίζοντας, στην πεποίθηση ότι η Ιδέα της ποίησης στερείται λήθης και διαρκεί.