Εκτύπωση του άρθρου

ΓΕΩΡΓΙΑ ΤΡΟΥΛΗ


Γιώργος Αλισάνογλου  
Jesu Christiana: H ποίηση που έγραφε στο μέλλον 


  Δεν ήξερα πού βρίσκομαι/ αδυνατώ να βρίσκομαι/ δεν βρισκόμουν/ μπλε έβηχαν τα
σύννεφα ανθό βολβού/ νεογνού θεού/ εικόνα ανθρώπου να πολλαπλασιάζεται/
Θα πρέπει να ήταν απο σάρκα και από τρίχες/ από νύχια και απεκκρίσεις/
Και όμως τόσο προσωρινώς ανθρώπινη/ σαν φωνή που σβήνει μέσα σε ξένο κορμί-
ουρλιαχτό από σάρκα / περπατάς με βήματα σπονδής χρωστούμενη στο ανθρώπινο γένος.


   Ο Γιώργος Αλισάνογλου στο νέο του βιβλίο «Jesu Christiana-Μια μελλοντική προσευχή»  ξεκινά με το σχεδόν άμορφο και προσπαθεί να προσδώσει -μέσα από  μία αλληγορική επίκληση- νέα φόρμα, νέα μορφή, νέα λέξη και νέα θέαση σε κάτι που δεν καταλήγει- που δεν πρέπει να καταλήξει… Αφήνεται σε μια διαδρομή σε μια νέα ποίηση της Σιωπής και του Λόγου. Στην ταραχή που προκαλεί το ανείπωτο… Αυτό το άμορφο παίρνει διάφορες μορφές- ένα βρέφος, το όραμα, το φως, το νερό, ο έρωτας, το ίδιο το «είναι»  που διαρκώς μεταμορφώνεται, η λέξη που αυτοκαταργείται. Όλα τα παραπάνω είναι έννοιες που τις πραγματεύεται ποιητικά συνθέτοντας τέσσερις ενότητες με τρόπο μυσταγωγικό και παράλληλα «σκηνοθετώντας» πάνω σε ένα πάλκο με πολλαπλούς άξονες. Οι παραπάνω έννοιες και μορφές στην ουσία έχουν μια απειρότητα δυνατοτήτων και μορφών μέσα στον κόσμο,  αλλά και μέσα στον κόσμο των λέξεων. Αυτή η απόδοση της μορφής γίνεται με τρόπο που δεν καθηλώνει τον αναγνώστη σε καμιά συγκεκριμένη φόρμα. Όλα προσδιορίζονται μερικώς –αποδομούνται,  επαναπροσδιορίζονται.
Η ίδια κίνηση στο σύμπαν- σαν από σάρκα τεντωμένη η περίμετρο/ φωτοστέφανο καπνού/ κενοτάφιο θεού/ υπηρέτης της χρυσής εποχής της σκόνης/ μαθητής των άστρων/ οι παλάμες γδαρμένες και ανοιχτές σε ο,τι υποψιάζεται το μέλλον.


   Όλο το έργο διαπνέεται από μια πνοή, μια ιδιαίτερη λυρικότητα, αρκετά μεταμοντέρνα δομικά και εκφραστκά στοιχεία, δυνατή και ιδιότροπη εικονοποιιά, έναν άφατο ερωτισμό που ενώ έχει  ενότητα και μια τόσο βαθιά συνοχή,  η επίφαση της κάνει ενίοτε την ροή να φαίνεται τόσο διασχιστική και πολυμερισμένη.
Ο κορμός του έργου εστιάζει στο εξ’ αρχής ζητούμενο: στην  Σιωπή, ήτοι στον Λόγο, στον άλλο Λόγο και κατ’ επέκταση στον βαθύτερο εσωτερικό μονόλογο που προυποθέτει την σιωπή και καταλήγει σε αυτήν. Σιωπή και Λόγος αλληλοεξουδετερώνονται. Συνενώνονται στην έννοια της ιερότητας και του έρωτα, στην ίδια την ποίηση-Μετά¬. Η ίδια η σιωπή ακυρώνει το άκουσμα της σιωπής.
 «Μια σιωπή που θα πάψει να υπάρχει όταν δεν θα την ακούμε πια»

Και αυτό συνεχώς το επικαλείται ο Αλισάνογλου σε μια αγωνιώδη προσπάθεια  να βρεί την Θεά, να ενωθεί μαζί της, να του χαρίσει τα νέα νοήματα, να την απόχωριστεί, να την κατακτήσει ξανά. Πρόκειται για  ένα εσωτερικό όραμα, μια διαισθητική ενατένιση  εσωτερικής αφήγησης που δεν ξέρει πού θα τον οδηγήσει ενώ ξέρει καλά πως η Σιωπή είναι αυτή που θα κλείσει τον κύκλο σε αυτήν την επίκληση.

     Θα μπορούσαμε να φανταστούμε τον ποιητή σε μια θεατρική σκηνή να καταθέτει έναν λαμπρό μονόλογο χιλιοπλεγμένο σε εικόνες  ενώ προσπαθεί να κατανοήσει, «σχεδόν να προσδώσει νόημα στην σιωπή ξανά». Η Θεά ποίηση είναι εκεί- αόρατη ηθοποιός, άυλη  και υπονοημένη σκιά,  να τον περιστοιχίζει ατέρμονα σε ένα γυροφάνι και αυτός να πασχίζει για μια λέξη έστω, «πες μου / μίλα μου/ μϊλα έστω πες μου λέξεις» αλλά και για μια έλξη στο φως την ώρα που μια βαθιά καταβύθιση στο σκοτεινό συμβαίνει τοσο αυτονόητα.
    Και τοσο συνειδητά και ασύνειδα ο ποιητής να μην θέλει να την αγγίξει, να αρκείται στα θραύσματα εικόνων που του προσφέρει, στην συνεχή αλλαγή που προκαλεί η κατάκτηση της Θεάς «έξω από την μούσα και μόνο έξω υπάρχει ο ποιητής γιατι η γραφή αρχίζει πέρα απο την μούσα και μακριά από την ζωή.» Το ιερό στοιχείο εδώ συνενώνει τα πολλαπλά του πρόσωπα: είναι η  ποίηση, ο  έρωτας, ο  Άλλος, ο ίδιος ο εαυτός, η λογόρροια του κάθε ονείρου, ο θάνατος.
Το όλο νερό, το πάντα νερό που παίρνει συνεχώς άλλη μορφή σε άλλα γεμίσματα.
Τη νύχτα ανακάλυψα ξανά/ τα χέρια μου τη νυχτα/ είχαν την πειθαρχία του νερού
Ζωσμένα με φύλλα κισσού από συρματόπλεγμα Θεού καμωμένα/ η όραση προσωρινή ως την επαυριο/ σελίδα νερού.
Ετσι και η ποίηση. Έτσι και το ατελές εγώ. Το εγώ του ποιητή κλυδωνίζεται από συνέχεια, από μεταμόρφωση, από σπαραγμό για το όραμα
-Όλο θα επισρέφω άλλος από εκείνον που γνώρισες-

« Και χρόνο προς χρόνο θα λιγοστεύει ο ουρανός/ θα βγαίνω από άνθρωπο και θα μπαίνω σε άλλον άνθρωπο/ άνθρωπο προς άνθρωπο θα λιγοστεύω/ πάντα καθρέφτης κάποιου
άλλου κόσμου που δεν ανήκει στο έιναι αλλά στο ον»

Βαθιά συναισθηματικός, ερωτικός αλλά και με έναν διακριτικό στοχασμό πίσω από τις είκόνες, διασχίζει την σπείρα μιας προσευχής που ξετυλίγεται και όλο επιστρέφει στον εαυτό και όλο απλώνει στον κόσμο. Με συμβολισμό, σκηνοθεσία και με μια εικαστική επιμέλεια του χώρου των λέξεων όλο το έργο συμπυκνώνει μια χρονικότητα σε παρελθόν, παρόν, μέλλον και άχρονο. Με ισχυρή και πετυχημένη την απαιτούμενη παρανάγνωση έργων προηγούμενων εποχών, αναδιπλώνει την παλιά ζύμωση σε νέα φόρμα, σε νέα νότα, σε νέο ρυθμό, σε νέες λέξεις. Μετά από επίμονες αναγνώσεις του Jesu Christiana βλέπουμε πόσο μελετημένη είναι η συστάδα των λέξεων και των εικόνων που παραθέτει, αυτό που θέλουν να υπονοήσουν αινιγματικά ή να αναδείξουν.
   Αντιλαμβανόμαστε μια βαθιά αφήγηση του κενού που ορίζει εν τέλει τον Λόγο αλλά και την κάθε δημιουργία που δημιουργείται με σκοπό να επί-κοινωνήσει. Και αυτή η διαδικασία προυποθέτει αλχημεία, εξαγνισμό, ρυμούλκηση από το βαθύτερο «πίσω», από το πιο σκοτεινό «είναι» για το Μετά  που και πάλι θα μεταλλαχθεί... Υπάρχει μια συνεχής μετατόπιση των αξόνων στην γλώσσα από το φως στον θάνατο, από το εγώ στο εσύ, από το ´Ολον στο πιο μικροποιητικό σύμπαν. Παράλληλα όμως δεσπόζει  και μια διαρκής εμμονή: σε αυτό που πρέπει να εφευρεθεί ξανά, μέσα από την συν/τριβή
Την συν/θλίψη—Εκεί θα/ το όλο φως…
 
Ποιο είναι αυτό που πρέπει να εφευρεθει ξανά;
H απάντηση πολλαπλή/ Η απάντηση μολυσμένη

    Το μαγικό κουτί έχει μέσα του ένα έργο πλημμυρισμένο όνειρο- το Jesu Christiana: «Επισρέφω στο κουτί / έχω δει μιαν άλλη εποχή και την βλέπω μόνο όταν είμαι εκεί υπεραστικό τηλεφώνημα- προσποιηθείτε σιωπή!»

Και ο Αλισάνογλου εχει μικρά κουτάκια λέξεων που οραματίζεται κάποια στιγμή να ανταλλάσουν οι άνθρωποι μετάξύ τους.

«Οι λέξεις ως αντικείμενα που αντάλλαζαν οι άνθρωποι μεταξύ τους/ οι λέξεις δώρα/ θα
ήθελα να ήταν /κάποτε είναι συναισθήματα ακίνητα.»

 Μας καταθέτει τις  άλλες λέξεις, την ετερογλωσσία του ανέμου, την  ιερότητα των νοημάτων, την ροή, την κάθε επανάληψη που σε κάνει να ακούς νέους θορύβους,
την σιωπή και μόνο.

Μέσα στο Jesu Christiana τίθενται  δύο πολύ δυνατά και αρχέγονα ερωτήματα

«Ποια γη δεν την φθάνει ο ηλιος;
Η απάντηση μολυσμένη- σε αυτήν την γη κανένας δεν ήλιος φθάνει»

Ενώ στο τελευταίο κομμάτι του βιβλίου- στο μη αναγνώσιμο- τίθεται ένα άλλο
μεγάλο ερώτημα,  ίσως τόσο πολύ ταιριαστό με το κλίμα των εποχών που τώρα διανύουμε. Γράφει χαρακτηριστικά:

«Ο χρόνος θα τα πάρει όλα και θα αφήσει άμορφα κομμάτια ιχνών-στιγμάτων/
δεν θα μπορούμε πια να πληγώνουμε/ δεν θα μιλάμε/ δεν θα αγγίζουμε ίσως/ δεν θα έχουμε όσφρηση/ δεν θα ιδρώνουμε/ Θα αγαπάμε;»

Ϊσως και εδώ η απάντηση να είναι μολυσμένη, ίσως και όχι
Όπως και να χει η απάντηση είναι –Σιωπή- καλά ταριχευμένη σε λέξεις.

 

Γεωργία Τρούλη