Εκτύπωση του άρθρου
ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ

Από Βηθανίας του Γιώργου Βέλτσου,
(εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2008).
 
 
Η εξίσωση της ζωής παραμένει σκοτεινή. Η ιδέα της πιθανής δυνατής λύσης της θέλγει όμως όσο τίποτε άλλο τη γραφή. Όλα τα αντικείμενα ξαφνικά θέλουν να ενσωματωθούν στο κλίμα μιας οριακής απόλαυσης, προτού τα αλώσει ο θάνατος του είδους: πρόκειται για το περισσότερο τιθασευμένο ποιητικό βιβλίο του Γιώργου Βέλτσου. Εσωτερικά (εννοιολογικά) και εξωτερικά (σημασιοσυντακτικά) οι δείκτες λειτουργούν με ενάργεια. Οι αποστροφές διακρίνονται για την αμεσότητα των ρητώς κατατεθέντων αλλά και για την βαρύτητα των εννοουμένων. Το κύριο σημασιολογικό παιχνίδι τελείται πάντως στα συμφραζόμενα. Το «Ασχημόπαπο»  είναι ενδεικτικό των επιτηδείων υφολογικών αποκρυσταλλώσεων. Παραθέτω: «Τόσο πιέστηκε απ’ την ιδιότητά του / που ξαναβγήκε απ’ το αβγό / με την ομορφιά / -κατευθείαν τη φορά αυτή -/ του κύκνου». Όσες ερωτήσεις παραμένουν αναπάντητες υπενθυμίζουν πάντως με τη σειρά τους, εμμέσως πλην σαφέστατα, την εγγενή αδυναμία του εγώ να γνωρίζει σε βάθος όχι μόνον τα του κόσμου τούτου, αλλά και σε ό, τι αφορά τον ίδιο του τον εαυτό: η συναφής διαπίστωση – αρά του ρηξικέλευθου Σκότου, του Ντέιβιντ Χιουμ εξουσιάζει το χέρι που επιμένει να ποιεί. Η ίωση του υποκειμένου αποδίδεται, μεταξύ άλλων, ως εξής: «Ποιος ισχυρίσθηκε πως εξακολουθούν να ισχύουν οι κανόνες του πνεύματος;[…] Όμως δεν ξέρω να σου γράψω ένα ποίημα της καρδιάς / εκτός από τις διάσπαρτες εικόνες που σου στέλνω / για να ´χω κάτι να σου πω / Από καρδιάς, ποτέ / Τόσο να ξέμαθα το «σ’ αγαπώ»; / Τόσο να γέρασε η καρδιά μαζί μου; / Άδικα πάω να θεραπευτώ / με ιδιοσκευάσματα ζωής / Αλλά η καρδιά / -ηρωικό επίτευγμα κυματισμών - / Α! οι καρδιές μας / σ’ αυτή την αναπόφευκτη δωροληψία / που με καθήλωσε σε λίστα αναμονής  / με δότες νάνους.»
      Πίσω από την οδυνηρά απατηλή όψη των φαινομένων  ανοίγεται η άγνωστη επικράτεια των όντως Όντων. Ο γραφεύς θα  σχεδιάσει ενδεχόμενες ασφαλείς πορείες γνώσης, θα οραματιστεί μάλλον εύχαρις, θα καταπέσει. Οι αψιμαχίες με τα έκτροπα του πραγματικού κερδίζονται, η κρίσιμη όμως μάχη χάνεται. Η έξαρση του «Γύφτου» είναι οριακή. Αυτούσια: «Μας πήρες τα’ αυτιά με τα φυτά σου, τα μπέντζαμιν και το καστανόχωμα. «Ανανεώνω» και «ανανεώνω». Τι ανανεώνεις, εσύ και οι γλάστρες σου, και οι ζαρντινιέρες σου και οι τάφοι σου με τη χωνεμένη σου κοπριά;» Ο ποιητής παραμένει εν ολίγοις αιχμάλωτος των συμβάσεων, αλλά και των γνωσιολογικών μυστηρίων, τα οποία τον καλωσόρισαν στην κούνια του μόλις σχεδόν γεννήθηκε και τα οποία θα τον συνοδεύσουν στην τελευταία επί Γης κατοικία του. Διακρίνω: «Κακό φαινόμενο η ζωή / με τα σημάδια φανερά / στο μέτωπο του ανθρώπου, εκ γενετής / - δυο βαθυχάρακτες γραμμές, που έγιναν πέντε / Σε ποιο πεντάγραμμο ρυτίδων / γράφεται άραγε η μουσική; / Ποιος θέτει το αίνιγμα του γήρατος στους Πρεσβευτές; / Ποιος γνώρισε τη νεκροκεφαλή του, νέος;[…]Θα με κουκουλώσουν τα ποιήματα / όπως στην άμμο κουκουλώνουν τα σκατά / Θα γίνει το μαρτύριό μου αδιανόητο / Θα βελτιωθώ / Θα χειροτερέψω / Θα γράφω χωρίς να σταματώ / -ηγεμόνας που παραιτείται υπέρ του Θεού».
      Το ίδιο άγος αποδίδεται ακέραιο, αλλά περισσότερο επιγραμματικά, στους μετά βίας 2 ½ στίχους της εφιαλτικά παντέρημης σελίδας 52: «Ποίηση, καθημερινή εργασία, απολύτως απαραίτητη, απολύτως περιττή. Ούτε αλλοτρίωση, ούτε υπεραξία. Και περιέργως, μόνον αυτές.» Ο κύκλος κλείνει, αλλά η λέξη βιάζεται ν’ ανοίξει κι άλλο.
 
Γιώργος Βέης