Εκτύπωση του άρθρου

Διαβάζοντας τα ποιήματα του Γιώργου Καραβασίλη, αποκομίζουμε την εντύπωση ότι πρόκειται στην πραγματικότητα για ένα ποίημα που αναπτύσσεται εν προόδω γύρω από κύριους θεματικούς και τεχνικούς πυρήνες. Θα σταθώ εδώ σε έναν από αυτούς, την τεχνική του επιγράμματος, με την αφορμή της οποίας θα διατυπώσω ορισμένες σκέψεις για τη διαμόρφωση του λυρισμού του Καραβασίλη.
Το αρχαίο επίγραμμα, ως ποιητικό είδος που αναπτύσσεται μετά το τέλος της γεωμετρικής εποχής, στους αντίποδες των μεγάλων ποιητικών ειδών της αρχαιότητας, μαρτυρεί μία σημαίνουσα στροφή από τα ιστορικά και μυθικά συλλογικά κατορθώματα στην καθημερινή εμπειρική πραγματικότητα του νέου κοινωνικού ανθρώπου. Ως ποιητικό όμως είδος του αρχαίου ελληνικού και μεταγενέστερου παρελθόντος, το επίγραμμα διατηρεί για τον σύγχρονο ποιητή και αναγνώστη την αίγλη της απώτατης ιστορίας και του μύθου. Και το γεγονός αυτό δημιουργεί αναπόφευκτα το παράδοξο: ένας σημερινός τεχνίτης του επιγράμματος, όπως ο Καραβασίλης, ενσωματώνει στην γραφή του τις τεχνικές του είδους για να μιλήσει για θέματα του προσωπικού και ενεστωτικού (ερωτικού, κυρίως) βιώματος, ενώ παράλληλα το γεγονός της εκ νέου επεξεργασίας του είδους διατηρεί ακέραια την ιστορική απόσταση και την έκπληξη του μύθου όπως φτάνει στο σύγχρονο αναγνώστη. Με αυτό τον τρόπο συναιρείται το εμπειρικό παρόν με τη μυθική-ιστορική αφήγηση και το αποτέλεσμα είναι η αξιοσημείωτη ποιητική ένταση, όπως για παράδειγμα:

Ποια θάλασσα φέρνει στο φως το λαιμό σου/Σαν φιάλη λευκή στην άφρη που βγαίνει/ Αυτή την αυγή με πόνους αιώνων/Σ' αρχαίου θεού, ακρογιάλι, ακραίου/Και ποιες προφητείες σκορπίζει ο ήλιος,/ Μνηστή του παμπάλαιου κόσμου/Καθώς τα μαλλιά σου αστράφτουν στην πέτρα.

Ή, αλλού
:
Σάρδεις και Σύβαρις μαζί/Τα κατωχείλια σου./Και το αποθανείν εντός σου/Κέρδος.

Στον Καραβασίλη η τεχνική του επιγράμματος εντάσσεται και στο εκτενέστερο ποίημα: υπάρχουν εκεί πυρήνες που φωτίζουν ολόκληρη τη σύνθεση, δημιουργούν μια ποιητική «έκρηξη». Κι αυτό επειδή ενεργοποιείται περίτεχνα η ελλειπτικότητα και ο υπαινιγμός, αφήνοντας νοηματικά κενά που επιτρέπουν να εννοηθούν περισσότερα από εκείνα που πραγματικά διατυπώνονται:

Γονάτισες,/Ξερίζωσες τον κεραυνό που πύρωνα στα μάτια,/Ένα κανάτι πήλινο που έσπασε/Λίγη χοή εστράγγιξε από τη λυσσασμένη γλώσσα./Στο σύμπαθο του γαλανού διαδρόμου γλίστρησες/Αγέρωχη κορμοστασιά και χάθηκες.

Με το παιχνίδι των ιστορικών επιπέδων, με την εμπειρία του μύθου και το ενεργό διακειμενικό πλαίσιο που επιβάλλει η ποιητική του Καραβασίλη, τίθεται τελικά το ουσιαστικότερο ζήτημα που αφορά τη γραφή: το θέμα του χρόνου. Το αίτημα για ένα διαρκές γεγονός, για το «ανεξίτηλο ποίημα», είναι σταθερά παρόν στα ποιήματα των συλλογών που απαρτίζουν τον συγκεκριμένο τόμο. Ίσως η επιλογή των προγόνων, το εγχείρημα να εγγραφεί το νεότερο έργο στη συνέχεια μίας μακραίωνης ποιητικής παράδοσης, να αποτελεί την απάντηση του δημιουργού στο πανάρχαιο αίτημα του αιώνιου μνημείου: «
exegi monumentum aere perennius» (ανήγειρα μνημείο μονιμότερο από τον χαλκό) μας λέει ο Οράτιος, ο οποίος μνημονεύεται από τον Καραβασίλη στην τελευταία ενότητα του βιβλίου. Γι' αυτό και δεν είναι παράδοξο που η γραφή του Καραβασίλη, ύστερα από ποικίλες ποιητικές ατραπούς, θα εκβάλει, σε μία από τις καλύτερες στιγμές της, στο παλίμψηστο της Ελένης:
Σ' ένα νησί, εκεί, ανάμεσα/Σε πεύκα, ευκαλύπτους, αμπελώνες,/Λικνίζεται νωχελικά η Ελένη/Κι ας μη βρισκόμαστε μαζί./Τούτη την ώρα αν κοιμάται/Ας κιθαρίσει το τραγούδι σου/Κάθε γλυκό της όνειρο./Ας καθαρίσει απ' τα μάτια της τον κάθε εφιάλτη./Κι αν ήρθ' η ώρα που λύνει/Την κατάστιλπνη φαρέτρα των μαλλιών της./Τότε, δροσερότατη αύρα με τους στίχους μου ν' ανοίξει.


Ο Δημήτρης Ελευθεράκης είναι ποιητής