Εκτύπωση του άρθρου

Πόσο πιο δω, πόσο πιο κει απ' τ' όνειρο βρισκόμαστε

Ο Γιώργος Καραβασίλης επέλεξε ως όχημα της ποιητικής του την ερωτική ποίηση, δηλαδή την πιο δοκιμασμένη, και με τις δύο σημασίες της λέξης, εκδοχή λυρικής ποίησης. Στο έργο του, ο έρωτας υποστασιοποιείται, όχι εξιδανικευμένος αλλά ταυτιζόμενος με το ερωτικό πάθος. Μάλιστα, στα χρόνια της Μεταπολίτευσης, στις συλλογές Η καλλιέργεια του αίματος (1974) και Ηδυπαθή (1976), το ερωτικό πάθος υποκαθιστά τα πολιτικά πάθη, οι αυτοκτόνοι ποιητές του παρελθόντος, ακόμα και ο Μαγιακόφσκι, διεκδικούνται μέσω της ιερής μανίας τους, αποσπώνται από την εποχή τους, από τα κοινωνικά και άλλα συμφραζόμενα, αναδύονται ως έμπλεοι πάθους πάσχοντες, υψιπετείς μποέμ της αιωνιότητας.
Ο Καραβασίλης δεν περνά από την εμπειρία της αμφισβήτησης ή μάλλον περνά περιμετρικώς. Το ερωτικό πάθος δεν αντιπαρατίθεται στις κοινωνικές συμβάσεις, δεν διεκδικεί δάφνες σε χώρους πέρα από το επίπεδο που το ίδιο συνιστά και το οποίο τέμνει καθέτως όλα τα υπόλοιπα. Αυτή η έδρα τους ερωτικού πάθους για τον Καραβασίλη είναι η ίδια ανέκαθεν, υπάρχει ανεξάρτητα και μέσα σε όλες τις κοινωνικές συμβάσεις, δημιουργεί τις δικές της σταθερές συνάψεις, για τον Καραβασίλη ο επίμονος ερωτισμός έχει τη δύναμη να διαβρώνει όλα τα εμπόδια, χωρίς όμως και να τα καταργεί.

Άγαλμα της άγνωστης θεάς πάνω στα χόρτα/Σου χάρισα/Τον καταπράσινο βυθό του βλέμματος/Την θαλερής μου φίλης,/Σου χάρισα/Τις φλέβες τις να τρεμοπαίζουν στο κορμί σου,/Την κόμη και τις σκέψεις της,/Περίλυπη στο μέτωπο ρυτίδα/Σου χάρισα/Και στα φανταστικά νερά που λούζονταν εκείνη/Σκάλισα/Την κίνηση των τορνευτών μηρών σου,/Για να σε χύσω πάλι στο κορμί της,/Άγαλμα τέλειον-
Ad unque.

Το αντικείμενο του πόθου εντοπίζεται στη διαχρονική γοητεία του στιγμιαίου αγγίγματος, του φευγαλέου βλέμματος, της αύρας των μαλλιών, πάντα μέσα σε μια ατμόσφαιρα ιδεατή. Η ερωτική ποίηση του Καραβασίλη ανακαλεί, ήπια, κάποιες από τις μεσοπολεμικές αριστοκρατικές ιδεοληψίες του ερωτικού στοιχείου, έστω κι αν στις μέρες μας αυτές φαντάζουν παράταιρες ή ακόμα και παρωχημένες. «Πάντα φλεγόμενη, ποτέ πυρπολημένη» επιγράφεται ένα από τα ποιήματα της συλλογής Υπέρ των Μουσών (1990), δίνοντας τη χροιά της ερωτικής έντασης, η οποία δονείται απαραιτήτως πάνω στη συνθήκη του ανολοκλήρωτου, μέσω της καθημερινής άσκησης στην έλλειψη.
Τέλος, στη συλλογή Το μάτι του τοπίου (2001) η ερωτική διάθεσή διαχέεται στη φύση, στο γενέθλιο χώρο της Πελοποννήσου, αποκτά δύναμη και υφή σχεδόν στοιχειακή.
ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ
Το βλέμμα σου Μαρτιάτικο, ψυχρό,
Κατακαλόκαιρο και μεσημέρι
Πέφτει πάνω στο πλάτωμα του Πάρνωνα
Για να κατασπαράξει ουρανό.
Ας μη μιλάμε για τη ρίζα της καρδιάς.

Μια καθυστερημένη διαμεσολάβηση; Η μείωση, το αποκούμπι έστω, τώρα που η ωριμότητα επιτάσσει κινήσεις τελικές και συγκεντρωτικές; Ή, μια στιγμιαία παρέκκλιση, μες στην άχρωμη αχλύ μιας ατελεύτητης Παλατινής ανθολογίας;
Αν στο μέχρι τώρα έργο του Καραβασίλη προσθέσουμε και τις ανθολογίες ερωτικής θεματικής και στόχευσης (Η γυναίκα των νερών στη λυρική ποίηση, Εγκόλπιο ερωτικού λόγου, Σαπφούς σάπφειροι), βλέπουμε μια σαφή υπεροχή του ερωτικού στοιχείου μέσα στο συνολικό του
corpus, ενώ πέραν του ποιητικού του έργου, στο δοκιμιακό και το μεταφραστικό, φαίνεται να τον θέλγουν περισσότερο κάποιες ιδιότυπες και συχνά τραγικές περιπτώσεις των πρώτων δεκαετιών του εικοστού αιώνα-ενδεικτικό το αφιέρωμα στον Μπλαιζ Σαντράρ που επιμελήθηκε εδώ στις «Αναγνώσεις» (τχ.57, 28/12/2003). Έτσι το όλο στίγμα του Καραβασίλη, ευδιάκριτο και χυμώδες, με αίσθημα περισσό και ρυθμούς πολυποίκιλους, ανοιχτό στη ζωή και τις αντιφάσεις της, συνοψίζει μεν μια αριστοκρατική απόσυρση, φτιάχνοντας όμως έναν βιώσιμο και συνεκτικό τόπο, όπου έχουν θέση όλα τα ωραία του κόσμου και της ποιήσεως-και μόνο αυτά. Πρωτίστως δε η Τρίπολη, αφετηρία και προορισμός.

Κώστας Βούλγαρης