Εκτύπωση του άρθρου

Γιώργος Κ. Καραβασίλης

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΩΝ ΝΕΡΩΝ ΣΤΗ ΛΥΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ, Εκδόσεις «Δελφίνι», Αθήνα, 1994, σελ.: 106

Γράφει ο ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Κορίτσια στο φως

Από τη γέννησή του στην Ελλάδα του Πινδάρου, της Σαπφώς και του Αλκαίου ως τη δημιουργική ανάκαμψή του στην Ευρώπη του Ντράιντεν, των προβηγκιανών ποιητών και της γαλλικής Πλειάδας, ο λυρισμός έκανε στην ουσία πάντα το ίδιο πράγμα: πρόσφερε τη μουσική σπονδή του στον έρωτα υπό τον ήχο του αυλού και της λύρας, παρακινώντας το πραγματικό ή το νοητό ακροατήριο του δημιουργού στο χορό και το τραγούδι. Βέβαια, ο αυλός και η λύρα έπαψαν από πολύ νωρίς να συνοδεύουν στην κυριολεξία το λυρικό στίχο, αλλά η αίσθηση του ηχητικού παιχνιδιού και της όρχησης διασώθηκαν (παρά την όλο και μεγαλύτερη απομάκρυνση από τις πηγές) στο ακέραιο.
Μια ανάλογη αίσθηση αποκομίζει αμέσως σχεδόν ο αναγνώστης και από τη «Γυναίκα των νερών» του Γιώργου Κ. Καραβασίλη, που συγκέντρωσε σ’ έναν κομψό τόμο εκλεκτά δείγματα της αρχαιοελληνικής, της ρωμαϊκής και της ευρωπαϊκής λυρικής ποίησης, εστιασμένα σε ένα και μοναδικό θέμα: το θέαμα και το ακρόαμα του θηλυκού θριάμβου. Η εικόνα της λουόμενης ή αναδυόμενης κόρης (ας θυμηθούμε εδώ και τα αιθέρια σχήματα με τα οποία προίκισαν τις δικές τους υδάτινες θυγατέρες ο Μποτιτσέλι, ο Ντεγκά ή ο Σεζάν) συνδυάζεται στη συγκομιδή του Καραβασίλη με την ηδονική ακουστική εντύπωση μιας ποικιλότονης και ευφρόσυνης συναυλίας, που αλλάζει συνεχώς τόπο και χρόνο, χωρίς δυσάρεστες παραμορφωτικές εκπλήξεις ή κακόφωνες και ασυντόνιστες παρεμβολές. Από τα ομηρικά αποσπάσματα και τον Ανακρέοντα ή τον Πετράρχη περνάμε άνετα (και με βαθμιαία εντεινόμενο το ενδιαφέρον) στον Ρεμπό και τον Βερλέν, στον Κάλβο και τον Σολωμό ή στον Βάρναλη και τον Ελύτη.
Ορισμένα από τα ονόματα θα έχουν ήδη ξενίσει τον προσεκτικό παρατηρητή. Λυρικός ο Βάρναλης; Ερωτικός o Κάλβος; Και πώς συνυπάρχουν ο Πετράρχης με τον Σολωμό και ο Όμηρος με τον Ρεμπό; Εν προκειμένω θα πρέπει να επιστρέψουμε στον ανθολόγο και τη δουλειά του. Ο Καραβασίλης δεν γράφει Ιστορία της λογοτεχνίας και η συλλογή του δεν βασίζεται σε ιστοριογραφικά ή γραμματολογικά κριτήρια. Η συνθήκη που επικρατεί στην έκδοση (όπως εντίμως δηλώνεται και στο σύντομο επίλογο) είναι το προσωπικό γούστο και η ατομική εκλογή: εξ ου και η ενότητα του ύφους για την οποία μιλούσαμε πρωτύτερα.
Μια δυνάμει, προφανώς, ενότητα, που αποκτά συνοχή και νόημα χάρη σε δύο κυρίως παράγοντες: τη λογοτεχνική ελευθερία του επιμελητή (που κινείται χωρίς τις τυπολογικές δεσμεύσεις του κριτικού ή του φιλολόγου) και τη γηγενή δύναμη των κειμένων. Δύναμη η οποία αυξάνει ιδιαίτερα τα αποτελέσματά της όταν οι επιλογές προέρχονται από ποιητές που κάπως αλλιώς έχουν πολιτογραφηθεί στη συνείδησή μας: τον Κάλβο και τον Βάρναλη για τους οποίους λέγαμε προηγουμένως, ή τον Πάουντ και τον Παβέζε, για να φύγουμε από τα καθ’ ημάς και να δούμε το ζήτημα στην ευρύτερη προοπτική του.
Για τα ξένα κομμάτια της ανθολογίας, όπως και για τα αρχαιοελληνικά, ο Καραβασίλης στηρίχτηκε σε κατά τεκμήριον δοκιμασμένες μεταφράσεις (παλαιότερες και νεότερες), που συμβάλλουν με τον τρόπο τους στην ατμόσφαιρα του βιβλίου και ανταποκρίνονται λειτουργικά στο πνεύμα που καθόρισε τη συγκρότησή του. Και μια και ο λόγος γι’ αυτό, ας μην παραλείψουμε τη βασική μέριμνα του ανθολόγου: να αναδείξει έναν κόσμο καθαρού φωτός και διάχυτων αισθήσεων, όπου πρόσωπα και πράγματα συντονίζονται σε μια αδιάκοπη, ανοδική μελωδία, που μας λικνίζει ονειρικά με το ρυθμό της, θυμίζοντας εκείνο το ελυτικό: «δώρο ασημένιο ποίημα».
Τι λείπει; Σκέφτομαι περίπου στην τύχη: ο Μόσχος με την Ευρώπη του να ταξιδεύει πάνω από τα θαλασσινά νερά (στη ράχη του «ποντοπόρου» ταύρου) και η «Οδύσσεια» με τα κορίτσια της Ναυσικάς να βαφτίζουν στο ποτάμι τα ρούχα του νοικοκυριού τους. Μας λείπουν πραγματικά; Κι αν ναι, πόσα ακόμη θα χρειαζόταν να προσθέσουμε ή να αφαιρέσουμε; Σε μια τέτοια σύνθεση, η αριθμητική του λίγο πάνω-λίγο κάτω δεν βοηθάει και δεν ωφελεί κανέναν. Προτιμότερη είναι η χαλάρωση και, κατ’ ακολουθίαν, η συμμετοχή και, ει δυνατόν, η μέθεξη.

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου