Εκτύπωση του άρθρου

Η ΗΔΥΠΑΘΗΣ ΕΠΙΒΙΩΣΗ ΤΟΥ ΛΥΡΙΣΜΟΥ
Γιώργου Κ. Καραβασίλη: Ποιήματα (1970-1980), Αθήνα 1980, σελ. 72

 

«Ο ΠΑΛΑΜΑΣ, φίλε είναι μεγάλος λυρικός ποιητής. Αλλά τον Καβάφη δεν τον αρέσει η λυρική ποίησις». Ανασύροντας απ’ το ημερολόγιο της διαμάχης Παλαμά-Καβάφη αυτή τη γνώμη του δεύτερου για τον πρώτο, βλέπουμε από πόσο νωρίς είχε εντοπισθεί η κατοπινή μετατόπιση του ποιητικού στίγματος σε νέες συντεταγμένες. Κι αναφέρομαι στο παράδειγμα αυτό, γιατί στην περίπτωση του Γιώργου Κ. Καραβασίλη, αν προτάσσεται κάποιο πρόσημο, αυτό είναι το λυρικό. Πρόκειται λοιπόν για χαμένη υπόθεση, μια κι ο λυρισμός έχει περάσει στο αρχείο; Την απάντηση μας την δίνει έμμεσα, πάλι ο Καβάφης με το «Ιωνικόν» του. Αν λοιπόν κατορθωθεί η  έκχυση νέου σφρίγους σ’ ένα παρωχημένο αρχέτυπο, οι δυνατότητες προβολής του είναι άπειρα αναπαραγόμενες. Αυτό είναι το εγχείρημα της ποίησης του Κ.Κ., όπως διαφαίνεται απ’ την πρόωρη σύνταξη των τεσσάρων μέχρι τώρα συλλογών του. Εγχείρημα «εμπορικά» ασύμφορο και μέσα στον ίδιο τον ποιητικό χώρο, γιατί γίνεται σε μια εποχή άμεσων πυροτεχνηματικών εκφραστικών εξαργυρώσεων, εγχείρημα δύσκολο και άθληση ολισθηρή αλλά γενικά πετυχημένη.

Αν όμως σαν ποιητικό εξαγόμενο και στάση ζωής, ο παρελθοντισμός της περίπτωσης αυτής προβάλλει σε μιαν αναντίρρητη αρετή, αυτή είναι η εξής. Ο Καραβασίλης, όντας αντίγνωμος φαινομενικά με τη για λόγους διευκόλυνσης λεγόμενη «γενιά του ’70 ή της αμφισβήτησης», στην οποία χρονικά ανήκει, αντί να προχωρήσει με μετασουρεαλιστική ευφράδεια ή νεοσυμβολιστικές κωδικοποιήσεις στην αποκρυπτογράφηση του αποθηριωμένου περίγυρου, ατομικού και κοινωνικού θεωρεί τη σαπρία αυτή εξαρχής οντολογικά δεδομένη και κάνοντας πράξη πια την αμφισβήτηση αναζητάει καταφύγιο σε άλλες εποχές και σε άλλα κλίματα. Ο Κ. αισθάνεται αποκομμένος απ’ τις ρίζες  και αμύνεται ανακαλώντας μια ατμόσφαιρα εξωραϊσμένης καθαρότητας μέσα στο παρελθόν για να διακρίνει το μίτο της Αριάδνης: «Πολλές ακόμα οι πηγές της παρθενιάς μας».

Παρατηρείται έτσι το εξής παράδοξο, που συνιστά και την ιδιοτυπία της περίπτωσης: Μέσα στην ποίηση του ο Κ. Δεν προβάλλει το πανόραμα του κόσμου για να το αμφισβητήσει, αλλά κατά ένα τρόπο «φυγομαχεί», αναδημιουργώντας μέσα από προσωπικά βιώματα ένα παλαιικό πανόραμα που μ’ αυτό τεκμηριώνει την ίδια του την αμφισβήτηση και τη ρήξη του με το σημερινό.

Από την πρώτη κιόλας συλλογή, «Η Γραφή και το μαχαίρι» (1970), εμφανίζονται τα στοιχεία που θα παρακολουθήσουν και τις επόμενες. Με εμφανή ροπή προς το λεπτομερειακό, τα πράγματα προσεγγίζονται ερωτικά μέσα από εξαγνιστική γι’ αυτά μουσική εικονοποιία και με φόντο μια φύση-συνεργό της αίσθησης:

«Όταν περνάς στο νιχτικό της πρωινέ νοτιά

Η σάρκα της παίρνει τη ρώμη του τοπίου

Και στο μικρό δωμάτιο

Ο ερωδιός

Κρεμά το βλέμμα της στο σύμπαν».

Μια μυρωδιά νοτισμένων φύλλων και χνώτου γης αναδίνουν τα σώματα, ανυποψίαστα ακόμη για κάθε είδους φθορά κι έρχονται οι λέξεις αρωγές να προασπίσουν τη στιλπνότητα και την παρθενικότητά τους. Η σκιά του Ελύτη των «6+1 τύψεων» πρέπει ν’ αποτέλεσε εδώ σημαντική διδαχή. Η αφαιρετική φροντίδα όμως, όταν υποτάσσει τη λεπταίσθητη παρατηρητικότητα, τη συμπυκνώνει σε θαυμάσια λιγόστιχα:

«Στον πάπυρο της πεταλούδας

Η απόσταση των τοπίων»

ή

«Την ώρα που δινόσουν

Οι φλέβες σου ανάβλυζαν

Γεύση κρασιού που μίλησε και σβήστηκε».

Τη συνειδητοποίηση μιας βαθύτερης ανησυχίας για την εξέλιξή του, πληρώνει ο Κ. με τη δεύτερη συλλογή («Καλλιέργεια του αίματος». 1974). Παρά την εξακολούθηση της πορείας στα ίχνη της προηγούμενης εργασίας, παρά την ομοιότητα των δομικών στοιχείων, εδώ ο τεχνικός προβληματισμός επενεργεί αρνητικά και στην έμπνευση και στην εκτέλεση: Μια ρητότητα μάλλον απλοϊκή («Και μόλις χτες αθώα γύμνια σε εμβόλισα»), συνοδευμένη από συντακτικές ακροβασίες που «εξοικονομούν» το νόημα και προδίνουν τη μουσικότητα, μαζί με υπερβατά από στίχο σε στίχο και εκτεθειμένες μνήμες (π.χ. καρυωτακικές, «Πόσο πιο δω, πόσο πιο κει απ’ τ’ όνειρο βρισκόμαστε»), δηλώνουν μιαν εξ αμηχανίας ανάσχεση της φλέβας που τραγούδησε στη «Γραφή και το μαχαίρι». Ο Κ. φαίνεται να υποψιάστηκε και να μεγαλοποίησε τα λίγα του προγενέστερα τεχνικά errata,                      και προσπαθώντας να τ’ αποφύγει εγκεφαλοποίησε και χλίανε μια γραφή που απ’ τη φύση της αρτιώνεται στο πυρίκαυστο πάθος της στιγμής. Εξαίρεση στην «Καλλιέργεια» μόνο το «Βράζει το αίμα μου», όπου με ρώμη περισσή και λόγο αβίαστα καταιγιστικό ο Κ. δίνει στον εαυτό του, ένα καιριότατο δείγμα του σε ποια συχνότητα θα ‘πρεπε να λειτουργήσουν και τα λοιπά ποιήματα.

Από το 1976 μπαίνουμε, νομίζω, στην κύρια φάση της ποιητικής του Κ., που καθορίζεται από μια διαρκή ψηλάφηση του προσώπου του μέσω του ερωτικού γεγονότος.

Τα «Ηδυπαθή» (1976), τουλάχιστον με τη μορφή που παρουσιάζονται στη συλλογική έκδοση, είναι μια ενότητα που πραγματικά αναιρεί κάθε επιφύλαξη. Ο Κ. έμπειρος, πια, εσωτερικότερος, με σωστούς ρυθμούς και κυρίως ευρηματικότητα σε σφιχτές ευρύτερες συνθέσεις («Δεξίωσις», «Ο δικός σου ύπνος», «Τραγουδώ το χέρι μου»), ανακαλύπτει φόρμες σύζευξης της ερωτικής αίσθησης με την ένταση και την ιδιομορφία των προσωπικών του βαθύτερων ανταποκρίσεων σ’ αυτήν:

«Τυφλό αηδόνι χτίζει τη φωλιά του

Καθώς το χέρι μου περνάει στα μαλλιά σου.

…………………………………………………………………….

Ακούγεσαι, θ’ ακούγεσαι για δυό χιλιάδες χρόνια».

Εδώ πια ο ποιητής-υποκείμενο συμμετέχει περισσότερο ενεργά, εμπιστεύεται θα ‘λεγα τον ερωτικό κόσμο που σιγά σιγά πλαστούργησε, συνομιλεί μαζί του, τον εγκαλεί, τον νανουρίζει, αναλίσκεται μέσα του, προβλέποντας τη φθορά που του επιφυλάσσει η αναστροφή του αυτή. Η ασκημένη οικείωση με το αντικείμενό του τον διασφαλίζει ψυχολογικά και τον οδηγεί σε μια διάνοιξη της ποιητικής διάθεσης απ’ το αισθητικό ερωτικό στο αισθησιακά ερωτικό:

«Κοιμάσαι σάρκα

Σάρκα μιλημένη στα μούρα.

…………………………………………..

Να μπω στον ύπνο σου

Το πρίαπο κάμπο ν’ ακούσω

Που ξεφαντώνει

Στα μουσκεμένα σου πλατανόφυλλα

Πρωί-πρωί».

Κορυφαίο επίτευγμα της ενότητας θεωρώ το «Επ’ αυτοφώρω», όπου με ζωντάνια, σκηνοθετική θα ‘λεγα μαεστρία και πρωτόγνωρη για τον Κ. εσωτερική-του ποιήματος-κινητικότητα, καθώς και πολυδιάστατη οπτική (συγχρονότητα και ταύτιση παρατηρούντος-παρατηρούμενου), προβάλλεται ένας αναρχίζων ερωτικός 

ουμανισμός του προς τον τυχαίο οφθαλμοπόρνο που μοιράζεται λαθραία μαζί του τις ιδιαίτερες στιγμές του:

«Κάποιος άλλος όμως πνιγότανε κει πάνω

Και στοίχημα έχανε την αιωνιότητα

Για μια γρίλλια μονάχα, για δυο χούφτες αίμα και νερό.

Που πλάθονται μέσα του τώρα τυραννικά κι αδίστακτα.

Και να τον πάρει ο διάολος στη φαντασία του δε

δίνω βάση».

Υπάρχουν ποιήματα που, σε σύγκριση με το υπόλοιπο έργο, δε μπορούν ν’ αποτελέσουν στη συνείδησή μας μέρος του σώματός του. Τέτοιο και το «Επ’ αυτοφώρω». Μια αλλότροπη, χαρισματική ώρα, μοναδική στο βιβλίο και σπάνια στο είδος της.

Την ευδόκιμη προσήλωση και τη μεταφραστική θητεία του Κ. στη γαλλική ποίηση, ιδιαίτερα στους συμβολιστές του 19ου, στους decadents κι ακόμα πιο δω, διαπιστώνουμε με τους απόηχους τους χωνεμένους στα «Μυστικά δωμάτια του πύργου» (1978), που συνεχίζουν τα «Ηδυπαθή» και τα συμπληρώνουν: Με επαναμυθοποιημένες αναφορές σε απολησμονημένες ποιητικές μορφές της μποεμίας  ή του πάθους (Κρεβέλ, Λαρμπώ), παρακολουθούμε σ’ αισθητική ανάβαση την ύπουλη πτυχή του έρωτα, παρακολουθούμε ν’ ανδρώνεται το σπέρμα της τελικής έκβασής του, που είναι ο θάνατος. Σε κλίμα και πάλι αναμνησιακό, εύθραυστης μελαγχολίας και υποψιών ρίγους μεταφυσικού όμως αυτή τη φορά, ο Κ. ψαύει την ανάστροφη όψη του νομίσματος. Ανασαίνει το γνώριμο αέρα του μόνο με τις «9 μικρές στιγμές για το νησί που χάθηκε» και που περιλαμβάνονται εδώ, σαν ακραία επίτευξη της ενότητας, αξεδιάλυτο μίγμα ερωτικού σφρίγους και νοσηρότητας. Οι «Στιγμές» συναιρούν τους παλαιότερους εικονοποιητικούς πειραματισμούς του Κ. με τη δοκιμασμένη ατμοσφαιρική υποβολή σ’ ένα σύνολο ηχητικά και αναπαραστατικά καδραρισμένων λέξεων: «Πεύκα και πλάι μια άλλη μαγεία, αόρατο κιθαρωδείο, πρωί πρωί στα μουσκεμένα χόρτα τυλίγεται το καλοκαίρι του Βιβάλντι».

Ή ακόμα ομόζυγα με τις βερλαινικές «Pension-naires»:

«Ωραία Πειρω

Θα πάρεις τη μικρή Ρενάτα στο ποτάμι.

Στόμα με στομ’ αλλάζετε σταφύλια

Κρυφά φιλιά μιλούν τα χείλια.

…………………………………………………………

Αφήστε κάθε δισταγμό, κατακλιθείτε

Και σεις κεριά της ραχοκοκαλιάς

Ανάψτε, σβήστε, πάλι ανάψτε».

Στο κλείσιμο του κύκλου των δύο αυτών ολοκληρωμένων συλλογών, προστίθενται βιαστικά τα «Φιλέρημα» (ανέκδοτα, 78-80). Ο λυρισμός του Κ. συναισθανόμενος το τέρμα μιας πορείας κι αυτοαναζητούμενος για το μέλλον, σκοντάφτει πάλι στους δαίμονές του: αβαρείς κοινοτοπικοί συναισθηματισμοί («Τα μάτια του Κωστή»), ρυθμικά στραβοπατήματα («Τα κομμάτια μου»), αφελείς ή μη εμπνεύσεις κρυπτομνησιακά επηρεασμένες («Απλές τύχες»). Ωστόσο, τα μεταφυσικά προανακρούσματα στη στροφή της ποίησης αυτής τα υποδηλώνουν δύο άρτια στην εφιαλτική παρουσίαση του πεπρωμένου ποιήματα: «Άγαλμα της άγνωστης θεάς» κι «Ο μονόλογος της Σιλίσιας».

Ο Κ. έχει κάνει, στη μοναχική επιλογή του, το βήμα της λυρικής ανανέωσης. Τον περιμένει η μακρόπνοη σύνθεση-όπως όλους. Για τότε και η σπατάλη των όρων. Νομίζω αρκεί να πει κανείς πως ο Κ. είναι ένας ποιητής με αρκετά, δικά του, ποιήματα. Πράγματι όμως!

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ