Εκτύπωση του άρθρου
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΚΑΡΑΒΑΣΙΛΗΣ


Ο Γιώργος Καραβασίλης, από την πρώτη ήδη υπό τον τίτλο ‘Η γραφή και το μαχαίρι (1970) ποιητική συλλογή του, δείχνει να θέλει να ορίσει στην τέχνη του κάποιες δικές του σταθερές, ή έστω να χαράξει την προσωπική «ιδεολογία» του, την οποία άλλωστε θα μας αποκαλύψει ο ίδιος αρκετά χρόνια μετά, στο ποίημα «Η Κένα» της συλλογής του Φαγιάντσες, στο οποίο ακριβώς μας τονίζει με την μεγαλύτερη αμεσότητα ότι:

Η κένα,
Η βραζιλιάνικη φλογέρα, (δηλαδή)
Τον πιο γλυκό της ‘ηχο βγάνει,
Όταν πέσει στο χέρι
Πού τη φτιάνει,
Από περόνη κοριτσιού
Δεκαοχτώ χρονώ

Μάλιστα δε, προς τούτο, αυτός, ακολουθεί το δρόμο εκείνο ο οποίος επιδιώκει την όλο και σε μεγαλύτερο βαθμό συνύπαρξη του παραδοσιακού «κλασικού», με το σύγχρονο, ενώ ταυτοχρόνως όσον αφορά τις θεματικές επιλογές του, παραμένει λάτρης  της φύσης, του έρωτα και του γυναικείου προπάντων σώματος:

                     πριν

Είσαι η γυναίκα .
Μια νύχτα λευκή
Στα γονατισμένα μου πόδια.

                                      μετά

Την ώρα που δινόσουν
Οι φλέβες σου ανάβλυζαν
Γεύση κρασιού που μίλησε και σβήστηκε.


Αλλά για να μην κινδυνεύσουμε να παραδώσουμε εδώ μια μονόπλευρη εικόνα της ποίησης του Γιώργου Καραβασίλη, μέσα από την οποία θα φαίνεται ότι δήθεν δεν τον απασχολούν καθόλου οι κοινωνικές συντεταγμένες οι οποίες ορίζουν τον καθημερινό μας βίο, θα ήθελα να υπενθυμίσουμε το «Καλύμνου 3, Σαββατόβραδο, 19 Μαρτίου 1955», από την επόμενη, δεύτερη συλλογή του Καλλιέργεια του αίματος (1974), ποίημα, ακριβώς γιατί πιστεύω ότι αυτό δεν αποτελεί παρά την προσπάθειά μιας «σύνοψης» της μεταπολεμικής μας μίζερης πραγματικότητας, και να σταθούμε στο υπό τον τίτλο «Ο Ιερεμίας και η νεκρούπολη», μια και αυτό δεν αποτελεί παρά έναν «φόρο στην εποχή», με την πληρωμή του οποίου ο ποιητής επιθυμεί να εξοφλήσει τις οφειλές του απέναντι σε ό,τι το επιδερμικό και το πρόσκαιρο. (Τα ονόματα των Πάουντ, Νιζίνσκι και Μαγιακόφσκι δεν πιστεύω ότι αναφέρονται τυχαία, μια και τρεις τους είναι, με τον τρόπο του ο καθένας, «περιθωριακοί» άνθρωποι, που δεν χώρεσαν ποτέ μέσα σε κανέναν «κανόνα», εκτός από αυτούς που τους υπαγόρευσε στη ζωή η προσωπική τους μοίρα).

Παρ’ όλα αυτά η συλλογή στο μεγαλύτερο μέρος της επαναφέρει το κλίμα και πάλι της πρώτης και δημιουργεί μια περίεργη, ίσως και εφιαλτική στο βάθος της έξαρση, ενώ εύκολα αναγνωρίζονται κάποιες απόπειρες του ποιητή να προσεγγίσει τη γραφή της Παλατινής ανθολογίας.

Ο Ηλίας Κεφάλας μάλιστα, αναφέρει σχετικά:

«Η ιδιοτυπία του Γιώργου Καραβασίλη έγκειται στην επιμονή του υπέρ μιας ποίησης, που είναι συνήθως εκτός των συνθηκών γραφής σήμερα. Ωστόσο, δεν είναι και εκτός των συνθηκών ανάγνωσης. Πρόκειται για μια ποίηση αμιγώς ερωτική, αφιερωματική στην τρυφερότητα της γυναικείας σάρκας και την αινιγματικότητα της γυναικείας ψυχής. Ο Γ. Καραβασίλης έχει ως δασκάλους του τους αρχαίους ερωτικούς ποιητές. Πνοές από τις ωδές του Προπέρτιου και συριγμοί υποδόριοι του Μελεάγρου και του Ρουφίνου συμπλέκονται με το προσωπικό του κλίμα σε μια σχέση πολλαπλασιαστική του εύρους των δύο πλευρών. Ο Γ. Καραβασίλης έλκεται από την παλιά, προχριστιανική εποχή, κατά την οποία η ερωτική σχέση, αίσθημα και πράξη μαζί, είχε την υψηλότερη από ποτέ αξία. Μέσα στα ποιήματά του επικαλείται την ευλογία των θεών εκείνων, προσδοκά την έλευση των γυναικείων μορφών της Παλατινής Ανθολογίας, ονειρεύεται τις Ταναγραίες και τις Συβαρίτισσες. Ο Γ. Καραβασίλης είναι ένας γνήσιος σωματικός ποιητής. Οι εκστάσεις του ολοκληρώνονται μέσα σ’ έναν εσωτερικά διαφυλαγμένο χώρο, στα μύχια των λογισμών του, όπου υπαίθριες χαρές, δάση και ποταμοί, κήποι και συντριβάνια, τόποι μυστικοί της αγάπης συσσαρκώνονται και εκρήγυνται σε πολύχρωμα τόξα».

Η ερωτική όμως διάθεση του Γιώργου Καραβασίλη νομίζω ότι αρχίζει να παίρνει μια κάποια, άλλη, διαφορετική διάσταση από αυτή που μέχρι τώρα εντοπίσαμε, στην Τρίτη, υπό τον τίτλο Τα ηδυπαθή συλλογή του, αφού σε αυτή διαπιστώνουμε ότι υπάρχει πια μια απόσταση από αυτό, ας μας επιτραπεί η έκφραση, που ονομάζουμε «πλατωνικό ιδεώδες», ενώ ο ποιητής δείχνει να είναι κάπως πιο εκλεχτικός, όσον αφορά τις σχέσεις του με το άλλο φύλο.

Ο Γιάννης Βαρβέρης, σε κείμενό του εκείνης της εποχής, δείχνει μαζί μας να συμφωνεί:

«Από το 1976 μπαίνουμε  -γράφει- στην κύρια φάση της ποιητικής του Καραβασίλη, που καθορίζεται από μια διαρκή ψηλάφηση  του προσώπου του μέσω του ερωτικού γεγονότος.
                Τα Ηδυπαθή είναι μια ενότητα που πραγματικά αναιρεί κάθε επιφύλαξη. Ο Κ., έμπειρος πια, εσωτερικότερος, με σωστούς ρυθμούς και κυρίως ευρηματικότητα σε σφιχτές ευρύτερες συνθέσεις ανακαλύπτει φόρμες σύζευξης της ερωτικής αίσθησης με την ένταση και την ιδιομορφία των προσωπικών του βαθύτερων ανταποκρίσεων σ’αυτήν: […]
                Εδώ ο ποιητής – υποκείμενο συμμετέχει περισσότερο ενεργά, εμπιστεύεται θα’ λεγα τον ερωτικό κόσμο που σιγά σιγά πλαστούργησε, συνομιλεί μαζί του, τον εγκαλεί, τον νανουρίζει, αναλίσκεται μέσα του, προβλέποντας τη φθορά που του επιφυλάσσει η αναστροφή του αυτή. Η ασκημένη οικείωση με το αντικείμενο του τον διασφαλίζει ψυχολογικά και τον οδηγεί σε μια διάνοιξη της ποιητικής του διάθεσης απ’ το αισθητικά ερωτικό στο αισθησιακά ερωτικό».

Για να γίνουμε όμως πιο κατανοητοί, ας παρακολουθήσουμε το υπό τον τίτλο «Δεν θα το βρεις στο μεθυσμένο μου συκώτι» ποίημα:

Δεν θα το βρεις στο μεθυσμένο μου συκώτι
Και οι φαιδρές αγάπες μου δεν θα σου πουν
Ότι σε μένα ζητούσες να σώσεις μια μνήμη.
Όταν κι εγώ δεν ξέρω από πού πεσμένος
Κι ώριμος και άγουρος και σαπισμένος
Καρπός απ’ την αρχή να σε καπρίζω αλόγιστα

Άκου βαθιά μες στην κοιλιά της γης όταν τη ζεύουν,
Σαν το κατσίκι κυνηγώντας το χορτάρι
Δαγκώνει τρυφερά τ’ αυτί σου . μείνε.
Πέσε στον ύπνο δυό παιδιών που λίγο πριν αγαπήθηκαν.
Και τότε τι να θέλεις πια να σώσεις από μένα.

Στα Μυστικά Δωμάτια του Πύργου (1978) (μία απο τις καλύτερες, κατά τη γνώμη μου, συλλογή του), τα ποιητικά ευρήματα του Γιώργου Καραβασίλη φαίνονται να είναι περισσότερο από κάθε άλλη φορά βιωμένα, ενώ ταυτοχρόνως βλέπουμε να προβάλλει έντονα το κακό εκείνο συναίσθημα το απορρέον από τη σύζευξη του εκπληρωμένου πλέον έρωτα και (ελλοχεύοντος) θανάτου, καθώς και η απόπειρα μιας λυτρωτικής (απεγνωσμένης) εξόδου προς έναν κάποιον (δήθεν) «Παράδεισο». Αν όμως, στην ποίηση του Γιώργου Καραβασίλη, αναζητούμε μια ακόμη μεγαλύτερη προσέγγιση στην ωριμότητα, αυτή σίγουρα θα τη συναντήσουμε στη συλλογή Τα φιλέρημα (1979-1983) που ακολουθεί, στην οποία συντελείται ένα «βύθισμα» στον εαυτό του (όχι απαραιτήτως μεταφυσικό), με πρόθεση αυτός να επανοργανώσει τη μυθολογία του, πράγμα το οποίο στ’ αλήθεια επιτυγχάνει μέσα από μια γραφή  στους κόλπους της οποίας εμφωλεύει μια απέχθεια προς τον σύγχρονο κόσμο, ο οποίος επιλέγει τη έκφρασή του μέσα από ένα μάλλον χυδαίο αντικείμενο αλλά και λίαν ευδιάκριτη «συμπλοκή», στην οποία αναμειγνύονται κάποιες στιγμές  «ονείρου», με το ιδεώδες ερωτικό σώμα που έχει πεθάνει, χωρίς ο ποιητής να το έχει ζήσει, ή να πρόκειται στο μέλλον έστω να το ζήσει.

Τελειώνοντας μάλιστα, θέλω να τονίσω ότι μένουμε με την αίσθηση πως το έργο του Γιώργου Καραβασίλη, έχοντας στην αρχή ως πρότυπο την ποιητική αθωότητα έτσι όπως την είχαν φαντασθεί οι αρχαίοι βουκολικοί ποιητές, και περνώντας μέσα από τους δρόμους του έργου του Διονύσιου Σολωμού, δείχνει στο τέλος να γοητεύεται από ένα κλίμα όμοιο με αυτό του Πρόσπερου ή της Τρικυμίας του Σαίξπηρ. Ποιήματα όπως «Τα κομμάτια μου», «Η ωραία των αγρών», «Το τατουάζ», «Ερμηνευτικός λόγος για την πρώιμη πνοή της άνοιξης αντί στασίμου» εκτός από το ότι αποτελούν τεκμήριο για τα παραπάνω, με το ωφέλιμο φορτίο τους νομίζω ότι βοηθούν με τον καλύτερο τρόπο για την απόλαυση ολόκληρου αυτού του πνευματικού οικοδομήματος.
            Όσο για τα ποιήματα πού προσπαθούν να δώσουν απάντηση σε μεταφυσικά ερωτήματα; Αυτά με την αμεσότητα και την ευθυβολία που τα χαρακτηρίζει, μας διεμβολίζουν, μας τορπιλίζουν, θα ισχυριζόμουν, αφήνοντας ενσταλλαγμένη στα βαθύτερα του είναι μας μια γεύση πικρή, ελλοχεύοντος θανάτου. Μια γεύση, η οποία, όχι βέβαια πολλές φορές, αλλά σε καίριες πάντα στιγμές και σε δόσεις σωστά ζυγισμένες, εμφανίζεται απρόσκλητη, λες, μέσα στη «λυρική ξεγνοιασιά», αιφνιδιάζοντάς μας οδυνηρά μέσα από τα πολύ δυνατά ποιήματα «Τα μυστικά δωμάτια του πύργου», «Ο ανεκρολόγητος», «Ένας μονόλογος της Σιλίσιας», «Ερμηνευτικός λόγος για την πρώιμη πνοή της Άνοιξης αντί στασίμου» «Χοϊκό ποίημα» και «Έρρωσο Δόγη!..» Αυτό μάλιστα το τελευταίο, αποδείχτηκε και προφητικό αλλά, δυστυχώς, και μοιραίο. Ακούστε το:

Έρρωσο Δόγη!
Αγέρωχε, δεσποτικέ, ανάλγητε.
Και συ μελλοθάνατε.

Θα σε γνωρίσω σ’ άλλ’ αλώνια,
Εκεί που κι όποιος θέλει να κριθεί τα λόγια του θα χάσει
Εσύ πού ρούφηξες γλυκά γλυκά το αίμα μου σαν τη σαγκρία
Με την ευγένεια που αποπνέουν τα οστά σου
Το ξέρω θα’ ρθεις να με βρεις.
Για να με υποκριθείς
Εξόριστος και συ
Στο οστεοφυλάκιο της μάνας Γης,
Παντοτινής πατρίδας,
Όταν κι οι δυό θα επιστρέψουμε στο πουθενά.

            Πάντως, αν ενδεχομένως έρριξα το βάρος μου επίτηδες σε κάποιες ειδικότερες πτυχές της ποίησης του Γιώργου Καραβασίλη μια και αυτές δεν έχουν τονιστεί κατά τη γνώμη μου όσο πρέπει, παρά ταύτα, αυτός παραμένει ποιητής κατ’ εξοχήν ερωτικός, μοναδικός στο είδος του και αξεπέραστος, εισερχόμενος στα ενδότερα της γυναικείας ψυχής όχι με φόβο αλλά με την πρόθεση να καταθέσει εκεί λατρευτικά δώρα, προσφέροντάς  μας έτσι μια ποίηση την οποία χαρακτηρίζει ένας λόγος αφαιρετικός, συμπυκνωμένος, αισθησιακός, ιδιαιτέρας  εκλεκτικότητας, υψηλής καλλιεργείας, άφατης τρυφερότητας, ευφροσύνης, αγνείας, αφοπλιστικής αθωότητας, μυσταγωγικής ηδυπάθειας, σπάνιου και ανυπέρβλητου ήθους – μια ποίηση που είναι η ίδια, από μόνη της, ένας άνεμος επιθετικός . εύρωστη όσο ολίγων αλλά και προπάντων, αρρενωπή, επίσης όσο ολίγων.

Γιώργος Μαρκόπουλος
Εκτύπωση του άρθρου