Εκτύπωση του άρθρου
LYN HEJINIAN
 
      Η ΖΩΗ ΜΟΥ       
 
    (αποσπάσματα )
 
    ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ - ΕΠΙΜΕΤΡΟ:  ΜΑΡΩ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ 
 
 
 H Λυν Χετζίνιαν γεννήθηκε το 1941 στο San Francisco. Είναι ποιήτρια, δοκιμιογράφος, μεταφράστρια, εκδότρια, καθηγήτρια στο University of California, Berkeley, πρόεδρος της Ακαδημίας Αμερικανών Ποιητών. Τελευταία ποιητικά βιβλία της: Saga / Circus (Omnidawn, 2008) και η συλλογή ποίησης Situations, Sings, σε συνεργασία με τον ποιητή Jack Collom (Adventures in Poetry, 2008).  Προηγούμενα έργα της: The Fatalist (Omnidawn, 2003), Slowly και The Beginner (Tuumba Press, 2002), A Border Comedy (Granary Books, 2001),  η συλλογή δοκιμίων The Language of Inquiry, (The University of California Press, 2000).  Μικτά έργα: The Eye of Enduring σε συνεργασία με τη ζωγράφο Diane Andrews Hall (1996), Qúê Trân με δικό της κείμενο και μουσική του John Zorn, τα δύο βιβλία The Traveller and the Hill and the Hill και The Lake με τη ζωγράφο Emilie Clark, το βραβευμένο πειραματικό ντοκιμαντέρ Letters Not About Love με σκηνοθέτη τον Jacki Ochs, και το The Grand Piano: An Experiment in Collective Autobiography, σε συνεργασία με άλλους εννέα ποιητές. Μεταφρασμένα έργα της έχουν κυκλοφορήσει στη Σουηδία, Φινλανδία,  Δανία, Ολλανδία, Γαλλία, Ισπανία, Ιταλία, Σερβία, Ρωσία, Κίνα και Ιαπωνία.  Η ίδια έχει μεταφράσει ποίηση του σύγχρονου Ρώσου ποιητή Arkadii Dragomoshchenko, Description και Xenia (1990 και 1994,  Sun & Moon Press), έχει δώσει συχνά διαλέξεις ταξιδεύοντας στη Ρωσία και σε χώρες της Ευρώπης. Από το 1976 διευθύνει τον εκδοτικό οίκο Tuumba Press, από το 1981 έως 1999 εκδίδει μαζί με τον ποιητή Barrett Watten το περιοδικό Poetics Journal, τελευταία διευθύνει μαζί με τον συγγραφέα και καλλιτέχνη Travis Ortiz το εκδοτικό πρόγραμμα Atelos,  παρουσιάζοντας νέους ποιητές του "μικτού είδους" γραφής, όπου συνδέεται ο ποιητικός λόγος με εκφραστικά μέσα άλλων τεχνών. H Λυν Χετζίνιαν τιμήθηκε με το Βραβείο Ανεξάρτητης Λογοτεχνίας από τη Σοβιετική λογοτεχνική οργάνωση "Ποιητική Λειτουργία" στο Λένινγκραντ (1989), με χορηγίες και διακρίσεις των California Arts Council, National Endowment for the Arts, και Poetry Fund. Ζει στο Berkeley της Καλιφόρνιας. 
                                                      ________________
 
 
Εισαγωγικό σημείωμα:  Από τις 45 δομικές ενότητες του αυτοβιογραφικού ποιήματος Η Ζωή μου, "προορισμένες να μιμηθούν τον χωροχρόνο του πνεύματος'' [1],  όπως αναφέρει η Χετζίνιαν, έχουν επιλεγεί οι τέσσερις πρώτες,  καθώς και μια ενότητα από τις επόμενες δεκαετίες των 45 χρόνων  αυτής της αυτοβιογραφίας.  Η αρίθμηση των ενοτήτων δεν υπάρχει στο βιβλίο, χρησιμοποιείται ενδεικτικά για την περίπτωση, αντιστοιχεί ωστόσο στην ακολουθία τους μέσα στο κείμενο.
 
 1    Μια παύση, ένα ρόδο, κάτι τι στο χαρτί
 2    Όσο για εμείς  που «λατρεύουμε  το ξάφνιασμα»
 3    Φαινόταν ότι είχαμε μόλις αρχίσει κι ήμασταν ήδη εκεί
 4    Ένα όνομα στολισμένο με χρωματιστές κορδέλες
10   Έχουμε κάνει  περισσότερο δρόμο απ' όσο πράγματι νιώσαμε
24    Ούτε κουτάβι ούτε σκύλος θα μπορούσε να είχε ποτέ τέτοια ικανότητα
        και βέβαια ούτε παπαγάλος
37   Το  τρέξιμο, που αν το διέκοπτες, δεν θά 'χες τίποτα
45   "Αλτρουισμός στην  ποίηση"
                                                                 
                                      
  Η ΖΩΗ ΜΟΥ
 
 
                                                                                                               για
                                                                                            τη μητέρα μου & τον πατέρα μου
                                                                                                             πάντα
                                                                                                      εκεί τότε κι εδώ
                                                                                                         για εκείνους
                                                         
                                                       
 
       
Μια παύση, ένα ρόδο,
κάτι τι στο χαρτί
 
Μια στιγμή κίτρινη, έτσι όπως τέσσερα χρόνια μετά, όταν ο πατέρας μου γύρισε σπίτι από τον πόλεμο, η στιγμή του χαιρετισμού, καθώς στεκόταν στην αρχή της σκάλας, πιο νέος, πιο αδύνατος απ´ όταν έφυγε, ήταν βαθυκόκκινη- αν και οι στιγμές δεν είναι πια τόσο χρωματιστές.  Κάπου, στο βάθος, τα δωμάτια μοιράζονται ένα σχέδιο από μικρά ρόδα. Όμορφη είσαι αν όμορφα φέρεσαι. Σε ορισμένες οικογένειες, η σημασία της αναγκαιότητας  δεν διαφέρει από την αίσθηση της πρόνοιας.  Τα καλύτερα πράγματα συγκεντρώνονταν στο γράψιμο. Τα παράθυρα στένευαν από τις τούλινες λευκές κουρτίνες που δεν ήταν ποτέ λυτές. Εδώ αναφέρομαι στην έλλειψη σχέσης, αυτή την ακαμψία που ποτέ δεν επιβάλλεται.  Άρα, επαναλήψεις, ελεύθερες από κάθε φιλοδοξία. Η σκιά των ερυθρόδεντρων, είπε εκείνη, ήταν βαριά. Το βελούδο  πρέπει να φθαρεί.  Στους περιπάτους της έμπαινε στους κήπους των άλλων να ξεμασχαλιάσει τα γεράνια και τους κάκτους τους. Ένα τυχαίο ηλιοβασίλεμα καθρεφτίζεται στα παράθυρα. Μια μικρή λακκούβα γεμίζει σύννεφα.  Αν μπορούσες μόνο ν’ αγγίξεις, ή, ακόμα, να πιάσεις αυτά τα γκρίζα γιγάντια πλάσματα. Φοβόμουν τον θείο μου με την κρεατοελιά στη μύτη του, ή τα αστεία του εις βάρος μας που δεν καταλάβαινα, κι ένιωθα άβολα με την βαρηκοΐα  της θείας μου που ήταν κουνιάδα του και που από χρόνια πριν είχε αποκτήσει τη συνήθεια να κουνάει το κεφάλι, συμφωνώντας. Σταθμός μάλλινος. Βλέπεις αστραπή, περίμενε βροντή. Εντελώς λάθος, όπως έγινε.  Πολυκαιρισμένες γραμμές ακολουθούν κάθε ιδέα, αντικείμενο, πρόσωπο, κατοικίδιο, όχημα, και γεγονός. Το απόγευμα κυλά γεμάτο και γι αυτό ατέλειωτο. Πυκνότερο, συμφώνησε εκείνη. Ήταν ένα τικ, τής είχε γίνει συνήθεια, και τώρα ανεβοκατέβαζε το κεφάλι όπως το παιχνίδι μου το πλαστικό πουλί στο χείλος του ποτηριού ,που βούταγε κι έβγαινε από το νερό. Όμως μια λέξη είναι ένας απύθμενος λάκκος. Έμεινε μαγικά έγκυος και μια μέρα άνοιξε στα δυο, γεννώντας ένα πέτρινο αυγό, μεγάλο σχεδόν όσο μια μπάλα. Τον Μάιο όταν οι σαύρες ξεπροβάλλουν από τις πέτρες, οι πέτρες γίνονται γκρίζες, από πράσινες.  Όταν το φως της ημέρας κινείται, εμείς απολαμβάνουμε από μακριά. Τα κύματα κύλαγαν πάνω στο στομάχι μας, όπως η ανοιξιάτική βροχή πάνω σε μια οπωροφόρα πλαγιά.  Λαστιχένιοι προφυλακτήρες σε λαστιχένια αυτοκίνητα. Η αντίσταση στον ύπνο ξαγρυπνώντας.  Σε κάθε χώρα υπάρχει μια λέξη που επιχειρεί να ονοματοποιήσει τον ήχο των γάτων, να συνδέσει  ένα πορτραίτο ακαθόριστο μες στα σύννεφα μ' ένα βουητό στον αέρα. Όμως ο συνεχής θόρυβος δεν είναι προάγγελμα της μουσικής που θα ακολουθήσει.  “Όλα είναι θέμα ύπνου,” λέει ο Κοκτώ, αλλά ξεχνάει τον καρχαρία, που δεν το κάνει.  Η αδημονία επαγρυπνεί. Ίσως από την αρχή, πριν ακόμα μιλήσει κανείς, να είναι ήδη η  ανησυχία η συνθήκη, που καθιερώνει το ασαφές όριο το οποίο αργότερα  διαχωρίζει τα γεγονότα από την εμπειρία.  Βρες ένα συρτάρι που δεν είναι γεμάτο. Ο ύπνος βυθίζει τη δουλειά μας στο σκοτάδι. Η μπάλα χάθηκε σε μια συστάδα από μυρτιές. Ήμουν σ' ένα δωμάτιο με τα μικροπράγματα απ' όπου μια μεταγενέστερη νοσταλγία θα μπορούσε να προκύψει, μια παραχαϊδεμένη παιδική ηλικία. Κάθονται σε ψάθινες καρέκλες, τα πόδια τους βυθισμένα ακανόνιστα στο έδαφος, έτσι που ο καθένας τους να γέρνει ελαφρά κι η στάσης τους να προσαρμόζεται ανάλογα.  Οι αγελάδες ζεσταίνουν το δικό τους παχνί. Τους κοιτάζω βιαστικά κι έχω την εντύπωση ότι κινούνται.  Μια "προφορική ιστορία" στο χαρτί.  Εκείνο το πρωί σήμερα το πρωί.  Το λέω για την ψυχή γιατί δεν είναι προαιρετική.  Οι υπαινιγμοί γίνονται μια πυκνότερη σκιά στο δωμάτιο με την χαρακτηριστική εθιμική ετοιμότητα του, μια μορφή φορτισμένης αναμονής, μια συνεχής φροντίδα, αυτήν που σκεφτόμουν όταν άρχισα την παράγραφο, « Τόσο πολύ από την παιδική ηλικία ξοδεύεται σ' ένα είδος αναμονής. »                             
       
 
 Όσο για εμείς
 που «λατρεύουμε
 το ξάφνιασμα»
 
Σκορπίζεις τη ζάχαρη όταν σηκώνεις το κουτάλι.  Ο πατέρας μου είχε γεμίσει μια παλιά γυάλα φαρμακείου με ό,τι ονόμαζε  «θαλασσινό γυαλί», κομμάτια από παλιά μπουκάλια στρογγυλεμένα και δουλεμένα από τη θάλασσα, τόσο άφθονα στις παραλίες. Δεν υπάρχει μοναξιά.  Θάβεται στην αλήθεια.  Είναι σαν κάποιος να τσαλαβούτησε στο νερό χαμένος στα δάκρυα του. Η μητέρα μου είχε σκαρφαλώσει στο σκουπιδοτενεκέ να στριμώξει το σωρό τα σκουπίδια, αλλά ο τενεκές έχασε την ισορροπία του, κι όταν εκείνη έπεσε έσπασε  το χέρι της. Μπόρεσε μόνο ν’ ανασηκώσει τους ώμους.  Η οικογένεια είχε λίγα χρήματα αλλά άφθονη τροφή.  Στο τσίρκο μονάχα οι ελέφαντες ήταν μεγαλύτεροι απ’ ό,τι  μπορούσα να φανταστώ. Το αυγό του Κολόμβου, τοπίο και γραμματική.  Εκείνη ήθελε ένα, εκεί που η αυλή είχε χώμα, με γρασίδι, σκιασμένο από ένα δέντρο, απ’ όπου θα κρεμόταν ένα λάστιχο αυτοκινήτου για κούνια, κι όταν το  βρήκε μου το έστειλε. Αυτά τα πλάσματα είναι σύνθετα και τίποτα απ´ όσα κάνουν δεν πρέπει να μας ξαφνιάζει.  Δεν με απασχολεί , ούτε θα με απασχολήσει,  πού θα μπορούσε το ρήμα «φροντίζω» να πολλαπλασιαστεί. Ο πιλότος του μικρού αεροπλάνου είχε ξεχάσει να ειδοποιήσει το αεροδρόμιο ότι πλησίαζε, έτσι μόλις τα φώτα του αεροπλάνου έγιναν αντιληπτά μες στη νύχτα, οι σειρήνες συναγερμού  πήραν μπρος, κι ολόκληρη η πόλη της ακτής βυθίστηκε στο σκοτάδι.  Εκείνος έπινε ένα ποτήρι νερό και το φως χαμήλωνε.  Η μητέρα μου στεκόταν στο παράθυρο παρακολουθώντας τα μόνα φώτα που έβλεπες, να  κάνουν βόλτες πάνω από τη σκοτεινιασμένη πόλη ψάχνοντας το κρυμμένο αεροδρόμιο.  Δυστυχώς, ο χρόνος φαίνεται πιο διδακτικός από τον τόπο. Είτε ανέπνεες είτε κρατούσες την ανάσα, ήταν το ίδιο πράγμα, καθώς οδηγούσες μέσα στο τούνελ από τον έναν ήλιο στον επόμενο κάτω από ένα ζεστό καφετή λόφο. Έκανε ηλιοθεραπεία στο μωρό για εξήντα δευτερόλεπτα, αφήνοντας το γυμνό εκτός από ένα γαλάζιο βαμβακερό καπελάκι. Τη νύχτα, για να κλείσει τα παράθυρα από τη θέα του δρόμου, η γιαγιά μου κατέβαζε τα στόρια, χωρίς ποτέ να λύνει τις κουρτίνες, τούλι κολλαρισμένο κόκαλο για να πέφτει ωραία. Κάθισα στο περβάζι τραγουδώντας σάνι λάνι τίνα, ντινγκ-ντανγκ-ντονγκ.  Εκεί έξω στέκεται ένας γερασμένος μάγος που χρειάζεται μια θήκη παγάκια για να μεταλλάξει τη φουσκωμένη ανάσα του σε ατμό.  Εκείνος έσπασε τη σιωπή του ραδιοφώνου. Γιατί να βρίσκει κανείς την αστρολογία ενδιαφέρουσα όταν υπάρχει η δυνατότητα να μάθει αστρονομία.  Τι προσπερνάει κανείς μέσα στην Πλύμουθ. Είναι ο αέρας που χτυπάει τις πόρτες. Όλο αυτό είναι σχεδόν αδύνατον να το μοιραστώ με τους φίλους μου. Ταχύτητα ήχου και λαιμός αληθοφανή.  Βλέπαμε ένα σχήμα ή  μόλις την εμφάνιση των  μικρών λευκών ιστιοπλοϊκών  στον κόλπο, να πλέουν σε τέτοια απόσταση από τον λόφο που φαίνονταν σα να μη προχωρούν. Και για μια φορά σε χώρα που δεν μίλησε άλλη γλώσσα. Η παρατήρηση της εξέλιξης των ιδεών, ή αυτής της συγκεκριμένης αλληλουχίας σκέψης, τόσο γεμάτης από εκπλήξεις και απροσδόκητους συσχετισμούς, ήταν σαν να βρισκόσουν σε διακοπές. Ωστόσο, θα έπρεπε ν´ αναρωτιέσαι πού είχαν  πάει αφού μπορούσες να μιλάς  για επανεμφάνιση. Ένα μπλε δωμάτιο είναι πάντα σκοτεινό. Όλα στην ξύλινη προκυμαία  είχαν στόχο τον ουρανό. Δεν αναφερόταν σε κάποια συγκεκριμένη χρονιά, αλλά πολύ νωρίς. Κάποιος  Γερμανός χρυσοχόος τύλιξε ένα κομματάκι μέταλλο με ύφασμα τον 14ο αιώνα κι έδωσε στην ανθρωπότητα το πρώτο κουμπί.  Ήταν δύσκολο να το δεις αυτό ως πολιτική, γιατί φαίνεται σαν εργασία ενός ατόμου, αλλά τίποτα δεν απομονώνεται στην ιστορία- ορισμένοι άνθρωποι είναι καταστάσεις.  Είναι τα δάχτυλά σου στο περιθώριο.  Οι τυχαίες επιδόσεις τους  δημιουργούν μνημεία στη μοίρα. Υπάρχει ακόμα κάτι που ξαφνιάζει όταν ξεφυτρώνει το πράσινο.  Η μπλε αλεπού έχωσε γρήγορα το κεφάλι. Η ρίμα στην αρχή του καλού και  της καλλιφωνίας. Πού κυλάει το μέλι μου.  Δεν μπορείς να καθυστερείς «καβάλα  σε  πρόβατο.» Δεν μπορείς να προσδιορίσεις την φύση της προόδου πριν συγκεντρώσεις όλες τις αντιστοιχίες.    
                  
                                  
Φαινόταν ότι
είχαμε μόλις
αρχίσει κι ήμασταν   
ήδη εκεί
 
Βλέπουμε μόνο τα φύλλα και τα κλαδιά των  δέντρων κοντά γύρω από το σπίτι. Εκείνα τα πειθήνια  παιχνίδια ήταν αισθησιακά.  Δεν ήμουν πάνω από τριών ή τεσσάρων χρόνων, όμως όταν μου εναντιώνονταν  μπορούσα να κρατάω την αναπνοή μου, όχι από θυμό αλλά από πείσμα, μέχρι που έχανα τις αισθήσεις μου.  Οι σκιές μια μέρα σκοτεινότερες.  Κάθε οικογένεια έχει τη δική της συλλογή από ιστορίες, όμως δεν έχει κάθε οικογένεια κάποιον να τις λέει. Σ’ ένα μικρό στούντιο σε μια παλιά αγροικία, υπάρχει η μουσική έκφραση μιας λαμπερής αισιοδοξίας. Ένα πουλί  θα πλησίαζε, αλλά στα κρυφά. Απουσία υπαινιγμού: μια φορά, και μόνο κουδούνισμα. Το τηλέφωνο στον κάτω όροφο βρισκόταν σ' ένα μικρό δωμάτιο σκοτεινό όσο μια ντουλάπα. Υπήρχε διαφορά ανάμεσα στο άμεσο και το αιφνίδιο σ’ ένα θέατρο γεμάτο αλλαγές.  Χωρίς τι θα μπορούσε κάποιος να λειτουργεί όπως λειτουργεί η θάλασσα χωρίς εμένα.  Μια τυπική σειρά από θελήματα. Η μητέρα μου στεκόταν ανάμεσα και μάς κρατούσε το χέρι ενώ μπαίναμε στο γκρι-μπλε νερό, μιλώντας μας για το κρυφό ρεύμα,  πιο πολύ  για να μεγαλώσει τη συγκίνηση καθώς το νερό πλησίαζε παρά για να μας προειδοποιήσει για κάποιο πραγματικό κίνδυνο, αφού θα συνέχιζε να μας σφίγγει το χέρι όταν ερχόταν το κύμα κι εμείς προσπαθούσαμε να το πηδήξουμε. Η καμπύλη της βροχής, πιο πολύ, επανέρχεται πιο συχνά.  Τέσσερις εποχές κάνουν τον γύρο ολόκληρου χρόνου. Ένας καθρέφτης βαλμένος στη διχάλα του δέντρου έμοιαζε με τρύπα προς τα έξω. Θα μπορούσα να πηγαίνω βόλτα με το αυτοκίνητο για πάντα, ή έτσι έδειχνε, παρατηρώντας το τοπίο να προσπερνάει, ζωντανή όπως σε στιγμές  ονείρου, και τόσο ήρεμη. Τραινάκι του λούνα παρκ. Η ομίχλη αποκαλύπτει μιαν αργοπορημένη ανατολή. Υπάρχουν επάνω ανθισμένα κλαδιά.  Οι ρίζες της χαρουπιάς ξεσκέπαζαν την γωνία της μικρής καμπίνας.  Η αμηχανία μας μεγαλώνει μπροστά στη νέα αδημονία. Βρίσκεσαι εκεί, ξέρεις ότι είναι καλό, και το μόνο  που χρειάζεται  είναι να το κάνεις καλύτερο. Εκείνος σάλπαρε  για τον πόλεμο.  Μια ζωή όχι πιο ελεύθερη από τη ζωή ενός χαμένου κουταβιού.  Έγινε της μόδας και τότε γεμίσαμε  απομιμήσεις. Η γριά θεία μου μάς διασκέδαζε με το ψέμα της, μιαν ιστορία για ένα γεγονός στα νιάτα της, μια συμφορά σ´ ένα ιστιοπλοϊκό που ποτέ δεν συνέβη, όμως καλόπιστα, ακαταλόγιστα, αφού,  στην πορεία της εξιστόρησης, είχε φτάσει και η ίδια να πιστεύει το ψέμα.  Κάτι σαν μουρμούρισμα στα νερά της έμπνευσης. Εξαιτίας της επανάληψής τους, αυτά που αρχικά είχαν φανεί απλές λεπτομέρειες ατμόσφαιρας έγιναν, με τον καιρό, θέματα. Ωσάν ο ουρανός με τον ήλιο να πρέπει να βγάλουν φύλλα. Ένα σκυλάκι είχε φυτρώσει αυθαίρετα στον κήπο μες στις αρμπαρόριζες  με τα σαγόνια του ανάμεσα στα δάχτυλά, κι εμείς ζουλάγαμε  τα μπουμπούκια στις φούξιες να κάνουν παφ. Είναι αυτό εσκεμμένο. Προϊδεάζει. Έχουν μεγάλα μοσχάρια λόγω αυτών των λόφων. Πέτα μακριά μικρές πέτρες, ξερή λάσπη. Σκεφθήκαμε ότι o μαρμαρυγίας θα μπορούσε να είναι χρυσάφι. Μια παύση, ένα ρόδο, κάτι τι στο χαρτί, σε μορφή σημειωματάριου.  Ό,τι ακολουθεί μιαν αυστηρή χρονολογία δεν έχει μνήμη. Για μένα, πρέπει να υπάρχουν, τα περιεχόμενα αυτής της απούσας πραγματικότητας, τα αντικείμενα και οι περιστάσεις πού τώρα αναθεωρώ.  Οι μυρωδιές του σπιτιού  ήταν έτσι ένα περίεργο ανακάτεμα από βαρύ εσωτερικό αέρα κι από τον αέρα έξω που χασομερούσε πάνω στις τριανταφυλλιές, τις καμέλιες, τις ορτανσίες, τα ροδόδεντρα και τις αζαλέες.  Δύσκολο να ξεχωρίσεις την πείνα από την όρεξη για φαγητό.  Η γιαγιά μου ήταν στην κουζίνα, τα χέρια της στους γοφούς, φορώντας αυτό που αποκαλούσε «ρόμπα της λάντζας», παρακολουθώντας μια γραμμή από μυρμήγκια να περνά από τις βρύσες του νεροχύτη, και μας είπε, «Τώρα Εγώ κάνω πόλεμο.»  Υπάρχουν χορδές στην φοβερή απόσταση.  Βρίσκονται ενάντια στο γαλάζιο. Τα δέντρα δέχονται συνεχώς τις δικές τους σκιές.
 
 
 Ένα όνομα στολισμένο
 με χρωματιστές
 κορδέλες
 
Κάθονται στο μισοσκόταδο ξεφλουδίζοντας καλαμπόκι, καθαρίζοντας αρακά.  Σπίτια ξύλινα στημένα στη γη. Προσπαθώ να βρω το σημείο όπου επαναλαμβάνεται το σχέδιο του πατώματος.  Ροζ, και ρόδινοι, χαλαζίες.  Βουτάνε σε γλυφό νερό.  Τα φύλλα έξω από το παράθυρο ξεγέλαγαν το μάτι, ζητώντας να τα κοιτάξεις,  να συγκεντρωθείς σε αυτά, απέκλειαν τη θέα παραπέρα, κι ενώ υπήρχαν ανοίγματα στο φύλλωμα, ήταν άχρηστα σαν υποβρύχια φινιστρίνια στη σκοτεινή θάλασσα, που καθρεφτίζει μόνο το δωμάτιο απ’ όπου ζητάς να δεις έξω. Κάποιες φορές καλοκάγαθα κι άλλες φορές σχήματα φαντάσματα. Μιλάμε για λίγα από το σχεδόν τρομερό σκοτάδι. Γινόμουν επίμονη μέχρις ότου το μπλε καθώς τα μάτια έβλεπαν τον κόλπο πάνω από τη γέφυρα σκόρπιζε στις γύρω κοιλότητες  ενώ το φως έσβηνε με φόντο την αντίθεση της λαμπερής ήρεμης Δύσης. Κάθε σταλιά ζελέ είχε φορμαριστεί στα πιατάκια της κούκλας, κάθε τρεμουλιαστή πορτοκαλιά στάλα σε διαφορετικό σχήμα, αλλά κατά τα άλλα όλες ίδιες.  Πετάχτηκα έξω αναζητώντας τη λιακάδα, και τ' απλωμένα βάθη του γαλάζιου ψηλά. Ένα χάρτινο καπέλο επιπλέει σ’ ένα κώνο νερού. Τα πορτοκαλί και γκρι ζουζούνια  είχαν κολλήσει στο ζευγάρωμά τους αλλά κοίταζαν ανάποδα, κι οι σπρωξιές τους δεν είχαν αποτέλεσμα.  Αυτό  απλά σημαίνει ότι η φαντασία είναι πιο ανήσυχη από το σώμα. Όμως, ήδη, λέξεις.  Μπορεί να υπάρξει γέλιο χωρίς συγκρίσεις.  Η γλώσσα μπερδεύεται στον φαιδρό πανικό της.  Αν, για παράδειγμα, πεις, « εγώ πάντα προτιμώ να είμαι ο εαυτός μου,» κι, ύστερα, ένα απόγευμα , θέλεις να τηλεφωνήσεις σ’ ένα φίλο, ίσως νιώσεις ότι έχεις προδώσει τα ιδανικά σου.  Χύσαμε στο νεροχύτη το βρώμικο νερό όπου μαράθηκε η ίριδα.  Η ζωή είναι απελπιστικά τετριμμένη, όλο ξέφτια. Ένας πανσές ξαφνικά, ένας ιστός, ένα μονοπάτι αξιοπρόσεχτο είναι αυτό του σαλιγκαριού. Ήταν ένα τεράστιο αυγό, βολεμένο στον αμπελώνα- ένα τεράστιο  αυγό σε σχήμα βράχου. Εκείνη την ήσυχη μέρα η γιαγιά μου σκούπιζε τα φύλλα πλάι σ’ ένα ξεχωριστό πελαργόνι. Μ’ ένα τέτοιο όνομα  πολλά μπορείς να κάνεις.  Τα παιδιά δεν έχουν πάντα την κλίση να διαλέγουν ανάλογα μονοπάτια.  Το καταλαβαίνεις δίπλα στον ευκάλυπτο, τα πυκνά κλαδιά του σκορπίζουν κουμπιά. Τ' απογεύματα, όταν οι σκιές έρχονταν για τον ύπνο μου, το φως που περνούσε ήταν από μια  σκούρα κίτρινη, σχεδόν πορτοκαλιά, μελαγχολία, βαριά σαν μέλι, και μού ‘φερνε δίψα.  Αυτό δεν τα λέει όλα, ούτε καν το μεγαλύτερο μέρος. Ωστόσο η έλλειψη ήταν περισσότερο αισθητή,  τότε που τα ζούσαμε. Στα μισά της μέρας στο μισό δωμάτιο. Το μάλλινο φέρνει φαγούρα και το ξύσιμο ζεσταίνει.  Αλλά η ίδια υπάκουη ντύθηκε. Μιλάει.  Το μωρό σαπουνισμένο παντού, είναι ένα μήλο.  Αυτοί είναι οι πραγματικοί πιστοί της κουζίνας. Η μυρωδιά από ψάρι που ανασαίνει κι από ζωντανές αχιβάδες μοιάζει θλιβερή, ένα μυστήριο, εκστατικό, μετά νεκρό. Μια εγωκεντρική ύπαρξη, σ’ αυτόν τον διαφορετικό κόσμο. Μια κούκλα που κατουράει, μισοθαμμένη στην άμμο. Εκείνη μπρούμυτα με το ένα μάτι κλειστό, να οδηγεί ένα παιχνίδι φορτηγό στον δρόμο που έχει ανοίξει με τα δάχτυλα της. Εννοώ αδιάφορη για τις παραμορφώσεις. Αυτή ήταν η μόδα όταν ήταν εκείνη νέα γυναίκα ονομαστή για την ομορφιά της, τριγυρισμένη από στολίδια. Κάποτε ήταν κυκλικό κι αυτό το σχήμα μπορεί ακόμα να το δει κανείς από ψηλά. Προστατευμένο από τον σκύλο. Προστατευμένο από σειρήνες ομίχλης, κοάσματα βατράχων  κύκλους γρύλων στους σκούρους λόφους.  Ήταν ένα μήνυμα ευτυχίας που μας καλούσε στο δωμάτιο, σαν να ήταν να πάρουμε ένα πρόωρο δώρο γενεθλίων, επειδή ήταν πολύ μεγάλο για να το κρύψει κανείς, ή ζωντανό, ίσως ένα πόνεϋ, το όνομα του στολισμένο με χρωματιστές κορδέλες.
 
Έχουμε κάνει 
πιο πολύ δρόμο απ'
όσο πράγματι
νιώσαμε
 
Αν  ήταν για  γράψιμο θα έπρεπε να εξηγούμε. Το λέω αυτό  τόσο για να παρηγορήσω τον εαυτό μου όσο και για να εκφράσω κάτι που θεωρώ αληθινό. Ορμώντας έξω από το σκοτεινό υπόγειο, κυνηγημένη από τον υγρό φόβο. Όπως, λόγω κάποιου περίεργου αισθηματισμού, οι άνθρωποι θέλουν πάντα το πιο μικρόσωμο από τα κουτάβια. Καθόταν κάθε απόγευμα στη καρέκλα της περιμένοντας τον πονοκέφαλό της, ακριβώς όπως κάποιος κάθεται σ’ ένα πάγκο περιμένοντας το λεωφορείο.  Σ’ ένα βιβλίο διάβασα την πρόταση, «το νερό είναι μπλε σαν μελάνι,» που με λύπησε επειδή τόσο λίγοι άνθρωποι χρησιμοποιούν πέννα. Ποτέ μη δώσεις  χρήματα στον τυφλό χωρίς να πάρεις ένα από τα μολύβια του. Όταν πήγα στο Κατηχητικό, ο κατηχητής με ρώτησε τι ήθελα να γίνω όταν μεγαλώσω, κι εγώ απάντησα ότι ήθελα να γίνω συγγραφέας ή γιατρός. Τα λόγια εκείνου που μίλησε τελευταίος συνέχισαν να αιωρούνται στον αέρα, κι αυτό δημιουργούσε αμηχανία. Ένα όνομα στολισμένο με χρωματιστές κορδέλες. Στο τσίρκο κάποιοι πουλούσαν ζωντανούς χαμαιλέοντες με μικρά περιλαίμια στερεωμένους σε κόκκινες και κίτρινες κορδέλες για να μπορεί κανείς να τους καρφιτσώσει στο φόρεμα ή στο πουκάμισο σαν αληθινό κόσμημα. Όσο για εμείς που «λατρεύουμε το ξάφνιασμα» μητρική αγάπη. Το παιχνίδι του ενός, της πασιέντσας, είναι απογοητευτικό όταν «βγαίνει» με την πρώτη. Είναι αδύνατον να επανέλθεις στη νοητική κατάσταση από την οποία προκύπτουν αυτές οι προτάσεις.  Έτσι δανείστηκα την γραφομηχανή του πατέρα μου. Υπήρχε ένας κήπος, μια τρύπα στον φράχτη, ένας παππούς που δεν είχε θρησκεία- μπορεί κανείς να διατρέχει τις τρύπες στη μνήμη, φορώντας ένα βρεγμένο καπέλο, στο γεμάτο λακκούβες δρομάκι, και υπάρχουν δάχτυλα μέσα τους.  Το ίδιο, ένα θαυμάσιο κονσέρτο ή ένα ασυνήθιστο φθινοπωρινό ηλιοβασίλεμα με κάνει να νιώθω ανήσυχη αν είμαι μόνη μου, θέλοντας κάποιον να το μοιραστώ. Το μεσημέρι, με κανενός το καινούριο φεγγάρι.  Δεν ήθελα να έρχονται τα παιδιά να παίζουμε, να ανακατεύονται με τα πράγματά μου.  Βήχαμε ύστερα από μια μέρα στη θάλασσα.  Ήταν το κενό μεταξύ συμπεριφοράς και  συναισθήματος. Ήταν η χρονιά της ρήξης, της αλλαγής, λόγω του γρήγορου συνδυασμού. Εκείνο το καλοκαίρι που ήμουν εννιά χρονών προπονούσα τον εαυτό μου να κρατάει την αναπνοή και να κολυμπάει μακροβούτι πεισματικά σε όλο το μήκος της πισίνας και πίσω, μέχρι που το σημείο επιστροφής γινόταν μαύρο. Στο δωμάτιο που ήταν το τηλέφωνο κάποιος άκουγε την ασώματη φωνή στο ακουστικό ενώ κοίταζε  τη σειρά των άδειων παλτών και καπέλων, κι όταν παίζαμε κρυφτό με τ' άλλα ξαδέλφια, στις περιπτώσεις που ο παππούς κι η γιαγιά είχαν καλέσει όλη την οικογένεια σε δείπνο, μόνο τα μεγαλύτερα ξαδέλφια τολμούσαν να κρυφτούν ανάμεσά τους. Ο άλλος είναι ένα ενδεχόμενο, δεν είναι. Είχα κακομάθει στην ησυχία μου, με δεδομένη την πολυτέλεια της απομόνωσης. Μια παύση, ένα ρόδο, κάτι τι στο χαρτί.  Δεν ήθελα πάρτυ στα δεκάχρονα γενέθλια μου. Ήθελα τη μητέρα μου πού ήταν εκεί, βέβαια, στο πάρτυ,  αλλά μας χώριζαν οι φίλοι μου και η ασχολία της με την τούρτα και τα μπαλόνια.  Κρατούσε ημερολόγιο αλλά ποτέ δεν το διάβαζε.  Ωστόσο αυτοί που περιφρονούν την φιλία μπορούν, χωρίς αυταπάτες αλλά όχι και χωρίς κάποια τύψη, να είναι οι καλύτεροι φίλοι του κόσμου. Τώρα η κουρτίνα του ντους είναι σέξι. Το κενό έδειχνε ότι αντικείμενα ή γεγονότα είχαν ξεχαστεί, ότι κάποιος χώρος είχε κρατηθεί γι αυτά, αν είχαν την τύχη να επανέλθουν. Ο ήχος του φορτηγού τρόμαξε τις σουσουράδες και πέταξαν. Όπως το "μεγάλο στρογγυλό Ο" που δίδασκαν οι παραδοσιακοί δάσκαλοι της καλλιγραφίας ( μέθοδος Πάλμερ, λεγόταν), υπήρχε ένα μεγάλο στρογγυλό "Α" κι έπρεπε να το προφέρουμε, αντί του αντιπαθητικού, κλειστού  "Α" σε λέξεις όπως "κατ" και "Αν". Με γερό φρενάρισμα πήρε τη στροφή. Τα παράθυρα στον βορειοδυτικό τοίχο έβλεπαν το ρολόι στο λεγόμενο Καμπανίλε, σ' αυτό ο πατέρας μου, με υπερμετρωπία, έβλεπε την ώρα.  Τι  νόημα έβγαινε απ’ αυτό εξαρτάται. Τα μήλα έχουν κοιλιά. Εκείνη ήταν ένα κοκαλιάρικο κοριτσάκι και το μαγιό πάνω της τόσο χαλαρό που όταν καθόταν να παίξει στην πλαζ η άμμος έμπαινε ανάμεσα στα πόδια και το γέμιζε σαν σακουλάκι.  Η γέφυρα εισπράττει τα διόδια της, το τόξο την ομίχλη, το χρώμα του.   Ωστόσο ψύλλοι κι επομένως πούδρες.  Δεν είσαι διαφορετικός από τον φίλο σου, όμως με τον φίλο σου, είσαι διαφορετικός από τον εαυτό σου, κι αναγνωρίζοντας το, έκανα πίσω, θέλοντας να προστατεύσω την εντιμότητα μου, γιατί είχα ορίσει την ακεραιότητα σε δυο διαστάσεις.  Πίεσα τον αντίχειρα  να κάνω μοχλό με το στρογγυλεμένο κουτάλι, εκείνος έπιασε τη σπάτουλα της παλέτας και καράβια ήρθαν από το πουθενά, πατάω το πλήκτρο για διάστημα. Στην πραγματικότητα δεν θυμάμαι αν ο πατέρας μου συναντήθηκε με τον Μπρακ ή ήταν μόνο καλεσμένος να συναντηθούν μιαν ωραία μέρα έξω από το Παρίσι να ζωγραφίσουν ένα τοπίο στο ύπαιθρο.  Και τελικά, σε μιαν επίσκεψη στο ζωολογικό κήπο, καθώς περνούσαμε από την περίφραξη όπου φύλαγαν τις ασημένιες αλεπούδες, είδα ένα κοπάδι σπουργίτια να τσιμπολογάνε το χώμα μπροστά στον φράχτη, κι ένα από αυτά, ριψοκινδυνεύοντας πολύ κοντά σε μια αλεπού ζαρωμένη στη σκιά ενός τεχνητού βράχου, πιάστηκε ξαφνικά από την αλεπού, που το κατάπιε στο λεπτό.
 
 
Ούτε κουτάβι ούτε σκύλος
θα μπορούσε να είχε ποτέ
τέτοια ικανότητα,
και βέβαια ούτε παπαγάλος
 
Αυτή η περίοδος ζωής είναι εργασία.  Αντικαθιστάς τα αυγά με αλαβάστρινα να παραπλανούν το βλέμμα. Σκέψου πώς εμφανίζονται τα πουλιά, πόσο εμφανές είναι το δέντρο στο βρώμικο χιόνι. Το κτίριο των διαμερισμάτων κάλυπτε ένα ολόκληρο μικρό οικοδομικό τετράγωνο κι εμείς μέναμε στον τρίτο όροφο με είσοδο στη γωνία, εκεί, από το μικρό μπαλκόνι του πλυντηρίου, όπως κι οι άλλες μάνες, μπορούσα να επιβλέπω το τετράγωνο κομμάτι κλεισμένο στους τέσσερις τοίχους του κτιρίου για πάρκινγκ των ενοικιαστών όπου μια παρέα μικρών παιδιών έπαιζε- ή μάλλον τσακωνόταν- κι ήταν για να επέμβουν σ' αυτούς τους τσακωμούς που οι γυναίκες μάλωναν και καλόπιαναν από το μπαλκόνι τους τα παιδιά και η μια την άλλη. Τότε η λάσπη σπάει και οι γυρίνοι μεταμορφώνονται την κατάλληλη στιγμή σε βατράχους. Στο μισόφωτο, ενώ κλαίνε τα μωρά.  Εκείνη την εποχή είχα τη λανθασμένη αντίληψη ότι η επιστήμη ήταν εχθρός της φαντασίας.  Αυτό με απομάκρυνε από ένα τομέα γνώσης.  O αέναος φλογερός έρωτας έκρυβε τα πράγματα.  Τώρα οι καιροί έχουν αλλάξει, κι είναι περισσότεροι άνδρες στο πάρκο με τα παιδιά τους.  Ποτέ δεν σκουπίζω τη σκόνη εκεί που θα καθίσω. Στρέφω το βλέμμα στο παράθυρο, την προσοχή μου τραβάει το κίτρινο φορτηγό στο φως του ήλιου.  Το άσπρο και το μαύρο δεν είναι χρώματα αλλά είναι μελάνια και μπογιές.  Δεν ενδιαφέρονται για τη συναισθηματική αναστάτωση των ανθρώπων αλλά για τα δικά τους εκκεντρικά κινήματα.  Θα διαβάσουν απόψε.  Τα ένζυμα συμμετέχουν στη λογική της χώνευσης, γι αυτό τρώμε την αγελάδα κι όχι το γρασίδι.  Εκείνος νόμιζε ότι ένα μωρό που θα γεννηθεί από διαφυλετικό γάμο θα είναι δίχρωμο.  Ο θόρυβος από τα άλλα διαμερίσματα γλιστράει κάτω από την πόρτα, περνάει από το πάτωμα.  Μου αρέσει να τον σκέφτομαι όταν δεν είναι σπίτι και δεν μπορεί να μπει στο δωμάτιο να το κάνει άνω κάτω.  Ο νους έχει το μήνυμα.  Μια παύση, ένα ρόδο, κάτι τι στο χαρτί - ένα παράδειγμα παρα-γραφής  Η βαθύτερη έκταση της φωνής του φτάνει στην παύση.  Σκέπασε την.  Ένας ολοζώντανος κένταυρος κάλπαζε στον μυαλό του Δάντη κι ο Δάντης τον παρακολουθούσε.  Ωστόσο παραδέχομαι ότι ακόμα φοβάμαι κάτι όταν αρνούμαι να σηκωθώ στο άκουσμα του εθνικού ύμνου.  Ο ναύτης στην φουρτούνα, δέκα φορές ο πρωινός ήλιος, φτιαγμένος από ξύλινα χρυσόψαρα.  Όταν γεννήθηκε το μωρό εγώ έχασα υπολογίσιμη σημασία, την παραχώρησα σ' αυτόν  αφού τώρα ήταν ο τελευταίος του είδους του.  "Βασική διάσπαση," είπε εκείνος και μετά, "χωρίς στόμιο." Αυτοί που έπιναν καφέ  απάντησαν εκστατικά, χτυπώντας τα φλιτζάνια τους στο τραπέζι.  Πώς να διαχωρίσεις τους ανθρώπους από τις πεποιθήσεις.  Μια υγιής διαλεκτική μεταξύ ποίησης και γλώσσας.  Οι καλές μέρες περνούν γρήγορα, πολύ γρήγορα.  Στο χαμηλό τετράγωνο τραπέζι υπήρχε ένα ράφι για τις κάρτες της συλλογής.  Πολλές ερωτήσεις, λίγες οι απαντήσεις, η  πρόοδος του προβληματισμού, το σημείο στον εγκέφαλο όπου θα καταλήξουν αυτές οι λέξεις.  Για παράδειγμα, θυμάμαι το μπλε παλτό με το κόκκινο φυτίλι αλλά δεν θυμάμαι τον εαυτό  μου μέσα σ' αυτό.  Είχε πράσινη σκόνη ο πάγκος του πάρκου, από εκείνους που είχαν καθίσει.  Η  γειτόνισσα επέμενε ότι το ωραίο χαμόγελο του μωρού ήταν "μονάχα αέρας"  Σταφίδες, τυρί, οι Γιαπωνέζοι.  Μάζευα αντι-συμβατικότητα στον περιορισμένο κόσμο των υδρατμών της κουζίνας.  Πολύ τσιγκούνα για ν' ανάψω τη θέρμανση.  Το ένα πράγμα δίπλα στο άλλο, ή και μετά ένα άλλο,  x φορές το ψ, x να διαιρεί το ψ, x συν εσένα.  Μια λέξη εισάγεται μόνο κάτω από αυστηρούς περιορισμούς.  Ήλιος, επομένως πλυντήριο.  Το κυματάκι θα συναντήσει τα κύματα.  Μακροζωία- ή ταχύτητα.  
 
 
Το  τρέξιμο, που αν
το διέκοπτες,
δεν θά 'χες τίποτα
 
Τίποτα καλό να δεις στην πόλη, όμως η βροχή είναι κάτι καλό ν' ακούς.  Αν "λατρεύω ν' ακούω τα κύματα" και "λατρεύω να σ' ακούω να μιλάς."  Χάρτινος σύντομος διάλογος, ακουσμένος στον δρόμο.  Μωρό! μωρό! μωρό! είναι φυσικό. Αν υπάρχει έστω μια ιστορία, που έχει ερμηνευτεί, κάτι κατασταλαγμένο που έχει βιωθεί, δεν είναι αυτού του είδους.  Η προφανής αναλογία βρίσκεται στη μουσική και στις λέξεις. Μια αίσθηση προσδιορισμού (διαφορετικού από αυτόν της περιγραφής, που είναι ένας τρόπος εξιστόρησης ή καταμέτρησης, αριθμητικής, μια λίστα χρωμάτων) αναπτύσσεται καθώς αισθάνεται κανείς τις πιθανότητες, αυτών που θα μπορούσε να κάνει ή να βιώσει, να περιορίζονται με τα χρόνια. Έτσι εγώ την εγκατέλειψα.  Μπορώ  να προσφέρω μόνο τις απολογίες μου. Στην αρχή που μετακομίσαμε, οι γείτονες αριστερά διαμαρτύρονταν για το σαξόφωνο. αλλά τελικά, όσο γνωριζόμασταν, γίνονταν καλοπροαίρετοι απέναντί μας, φιλικοί, μέχρι που ο θόρυβος ήταν αυτό που τους άρεσε περισσότερο σε μας, αφού αποδείκνυε την ανεκτικότητα και τη γενναιοδωρία τους. Τα επίπεδα της πληροφόρησης διασταυρώνονται, συμπίπτουν. Λέξεις που θα θέλαμε να περιέχουν κι εμάς.  Αρέσει στις τριανταφυλλιές η άμμος.  Τα παραθυρόφυλλα στο φύσημα του αέρα χτυπάνε, βροντάνε στο δωμάτιο. Τότε το αυτοκίνητό μου κοντά στο φρενάρισμα σου. Λυγαριά.  Εκείνη αναστενάζει, ωχ αχ.  Δεν υπάρχει "ομοίωμα" του ουρανού. Καθίσαμε στην ακροθαλασσιά μες στο κρύο κι εγώ ήμουν τόσο ζεστή όσο μπορεί να είναι κανείς.  Τα κρύα χέρια κάτι σημαίνουν, ένα ρίγος μπροστά σ' ένα τάφο, χαμένους έρωτες.  Είναι δύσκολο να γυρίζεις την πλάτη στο τρεχούμενο νερό. Το ρεύμα της θάλασσας είναι σαν αγκίστρι, ή σαν κουτάλι, και θεωρείται γι αυτό "ανελέητο". Ο μουσικός έχει σύζυγο κι αυτό συντροφεύει.  Μια επιθυμία σε κίνηση, αρχική παρόρμηση.  Τότε, όταν είναι ώρα να πάω σπίτι, και το κάνω. Ποτέ μακριά πολύ, ποτέ δεν απέχει πολύ. Κύμα για ταξίδι πλάι σε κάποιον στην παραλία. Ο κόσμος στις συνήθειες του, η λέξη στον κόσμο της. Αυτό είναι δάσος. Αυτό μου θυμίζει. Μια εποχή σε επιβράδυνση, και μιαν απόσταση που πλησιάζει το κύμα με παύση, ένα ρόδο, κάτι τι στο χαρτί. Ο χρόνος τελείωσε. Υπάρχουν μέρες που μόνο η πολλή δουλειά στο μαγαζί είναι μια κάποια ικανοποίηση.  Τίποτα ανάλογο πριν και μόνο μια σύμπτωση.  Παρακολουθώντας το στεγνωτήριο στο πλυντήριο της γειτονιάς φρουρώντας τα ρούχα, που μετά κουβαλιούνται σπίτι, ολοκάθαρα κι ολόστεγνα, έτσι όλα έτοιμα.  Η ΤV θα δημιουργούσε μια βαρετή τρύπα σ´ ένα δωμάτιο. Αν δεν υπάρχει τίποτα έξω από το παράθυρο στρέψε το βλέμμα στα βιβλία.  Ονόμασε τον σκύλο του, Τού. Τυχερός να επιθυμείς χωρίς να στερείσαι.  Μια λίστα κι εναντίον της το τσεκάρισμα. Φωνάζουμε σταμάτα μήπως και σταματήσει ο χαζός σκύλος το άγριο γαύγισμα. Λέξεις ακουσμένες με τα μάτια. Ευχές για δάση διαδρομής, το σκοτάδι πέρα από τα δέντρα.  Αύρες πολύωρες, γαλήνη, περπάτησε την. Όμως όλη την εβδομάδα ένιωθα τον νου μου, πόσο ψυχρές είναι οι σκέψεις του,  πόσο απρόθυμα εγκαταλείπουν το κεφάλι μου.
                                                                                                                
 
"Αλτρουισμός
 στην ποίηση"
 
Το απόγευμα μέχρι τις πέντε καθόμουν στο δωμάτιο διαβάζοντας θεωρία ενώ έτρωγα καρότα. Δύο, δύναμη. Τώρα, σε ένταση, αλλά σε βάθος, κι  όχι τεχνητά (οπότε όχι "υπερφορτισμένη), έχω απλώσει τα χαρτιά μου κι εξασφαλίσει το βράδυ, με διάθεση να ξεπεράσω ακόμα και την αμεσότητα που μοιάζει προς στιγμή σαν πρόγνωση (τόσο γεμάτη σχέδια είμαι).  Σκυλιά στην ομίχλη.  Κάποιος πεθαίνει και πλησιάζει το ασύλληπτο - "δεν μπορούμε πια να αγνοούμε την ιδεολογία, έχει γίνει μια σημαντική λυρική γλώσσα."  Είχα ακούσει αυτό το μουσικό κομμάτι (έβγαινε Σουτ Ποπ) σε πολλές πόλεις, και τώρα ξανακούγοντας το μια σειρά σκαλοπάτια και μια στενή εξώπορτα οδηγούσαν στο περιστρεφόμενο, υγρό φως του Μέχνικοφ Πρόσπεκτ  και στην εκτυφλωτική ημιδιάφανη σκόνη του, κι ένιωσα ξανά τη σύνθετη ευτυχία της δικής μου εκπληρωμένης αλαζονείας και σαστισμένης θηλυκότητας όπως είχε εκδηλωθεί  στην διαφορετικά απέραντη μητρόπολη της Αμιένης (η μητέρα της μητέρας μου είχε παντρευτεί τον εξάδελφο της, κρατώντας έτσι το πατρικό της όνομα,  και ισχυριζόταν ότι το "Ράσκιν"  ήταν παραφθορά του δικού της "Έρσκιν", κι ότι εκείνος ήταν συγγενής), αλλά παρόλο που θα μπορούσα να πω ότι η μουσική έφερνε αυτά τα μέρη πίσω σ' εμένα, η ίδια η σύνθεση γινόταν όλο και πιο παράξενη όσο την άκουγα πάλι, λιγότερο αναγνωρίσιμη, στο σκοτάδι, όπως όταν κάποιος επαναλαμβάνει μια λέξη ή φράση ξανά και ξανά, για να αποσυνδέσει τους συσχετισμούς της, να την αποξενώσει, και ο άνδρας που έπαιζε αυτό το κομμάτι με ξάφνιαζε με τη σιγουριά  του.  Οι μέρες πεθαίνουν.  Τεντώνεις τα μαύρα εξώφυλλα κι ανοίγει  η ράχη του βιβλίου όπως τα πέταλα στο σκυλάκι.  Οι εισαγωγές περιέχουν τόση αιωνιότητα, όταν ξαναγράφεις ένα άνισο κείμενο. Ο ήχος του σαξοφώνου, όπως λένε, μοιάζει πολύ ανθρώπινος, ακόμα κάτι να ζηλέψεις.  Είναι βαρετό να μην έχεις ερωτήματα όταν μιλάνε. Κι ένα άλλο πράγμα: πονηρά, και μαλακά, αλλά μαζί με ήπια αναλυτική δυσκολία και χιούμορ (έχω πει, και το εννοούσα,  ότι θέλω οι άλλοι να το "καταλαβαίνουν" κι ωστόσο, πολύ συνειδητά απεχθάνομαι να το "διευκρινίζω"). Η πραγματικότητα φέρνει (διαδίδει) νέα πρότυπα τάσεων. Το σχέδιο στα πλακάκια του λινόλεουμ με καθοδηγεί στο σφουγγάρισμα τους, κι όταν πρέπει να πατήσω σε καθαρό πάτωμα για να ξεβγάλω τη σφουγγαρίστρα, απλώνω μια πετσέτα και πατάω, παρόλο που αυτό  σημαίνει περισσότερο πλυντήριο.  Η αναγωγή της έκφρασης σε βίωμα. Τι νόημα βγαίνει απ' αυτό εξαρτάται, η ανυπομονησία της εκπλήρωσης. Η γλώσσα Ρ είναι παράλληλη με τη γλώσσα Ε, ίσως δεν μπορούν να εφάπτονται, οπότε περιοριζόμαστε σε μια μετάφραση (περιγραφή) έκσταση. Ο άνθρωπος είναι ένα μόριο του διαστήματος που συνειδητοποιεί τον εαυτό του στιγμιαία. Τώρα με τους γείτονες στ' αριστερά, που τους ακούμε να κουβεντιάζουν ξεπερνώντας τους ήχους της κουζίνας από τα ανοιχτά παράθυρα το καλοκαίρι, μοιραζόμαστε μια μηχανή για το γρασίδι κι ένα φράχτη. Μέλισσες βουίζουν χωμένες στα λουλούδια. Ψηλά το μικρό αεροπλάνο σέρνει ένα πανό, είναι καλοκαίρι, οι μηχανές του επιταχύνουν και γκρινιάζουν- για χρόνια υπέφερα από εφιάλτες όπου ένα τέτοιο αεροπλάνο έχανε τον έλεγχο και βούταγε με τούμπες στη σκεπή της σχολικής τάξης, λαμπαδιάζοντας τα μπλε, κόκκινα, πράσινα, και κίτρινα του Παγκόσμιου Άτλαντα του Χάμμοντ.  Στις χρόνιες ιδέες μου επιστρέφω.  Τα μετάλλια του Στάλιν παραδέρνουν στα παρμπρίζ των φορτηγών σε όλες τις δημοκρατίες-  γιατί το κάνουν αυτό. Η γλώσσα της αναζήτησης, παιδαγωγική της ποίησης. Αποφεύγει κανείς να ξελογιαστεί από το απόλυτο θαύμα όλου αυτού, όπου το κάθε τι μεταμορφώνεται από την ομορφιά.  Υπάρχει μια ξέχειλη λίμνη και το φως του ήλιου προβάλλει από αυτήν όπως ένας βράχος, σαν το γέλιο αυτών που γελούν.  Περασμένα μεσάνυχτα, εξαντλημένος, αδύναμος, και πολύ γέρος, ο σταχτής πάγος - ο κάστορας του Χάλεϊ - κολυμπούσε στον ουρανό προς το πυκνό δάσος στην απόμακρη κορυφογραμμή, μέρος της ουράς του βυθισμένο.  Η ροή των σκέψεων- ασύλληπτη!  Μια λέξη να φρουρεί ηπείρους φρούτων και οργάνων, ένας βόμβος  στον ανταποκρινόμενο ουρανό. Οι λαρυγγισμοί του Εσκιμώου στο καταγιάκ  πάλλονται. Τόσο μεγάλος είναι ο φόβος μη σπαταλήσεις μια μοναδική ευκαιρία.  Γι αυτό το λόγο  πρέπει να πάρεις το αυτοκίνητο, που στέκεται μπροστά στο σκονισμένο ξύλινο σπίτι δυο μέρες τώρα κοντά στ' άχυρα και μετά μπροστά από μια στυφή αλλά και ήμερη βρυόφυτη βουνοπλαγιά μες στις σκιές ένα μίλι μακριά και άλλα δυο χωρίς να υπήρχε ποτέ κάτι άλλο ανάμεσα. Δες τη συμμετρία.  Κόκκινη μητέρα, κόκκινος πατέρας, πολλά κόκκινα και ρόδινα  παιδιά, τα περισσότερα γυναίκες σταθερότητας. Αυτή η λέξη.  Δεν είναι ατέλεια ο θάνατος, το θέμα είναι να θυμάσαι πάντα το σωστό πράγμα στη σωστή στιγμή. Το παρόν είναι ένα μέλος. Μια πέτρα ανθρώπων προβάλλει από τη γη στα φιλιά του ήλιου.  Διαρκής πόθος. Ήμουν μια τυφλή φωτογραφική μηχανή όλη μέρα σε προετοιμασία γι αυτό το όνειρο.  Η πεισματική επαγωγή από το σπίτι (να αποδείξω πως ό,τι  είχα ακούσει ήταν ενδιαφέρον) για κάποια επανάσταση.  Πόσο μεγάλη είναι αυτή η μπάλα- ήχου. Ομολογώ ειλικρινά ότι ήμουν αρκετά ευτυχισμένη μέχρι που ρωτήθηκα εάν ήμουν... είμαστε γεμάτοι ενδοιασμούς για την ατομικότητα και ... με μια ενόχληση για το περιτύλιγμα - η ευτυχία δεν έχει αξία, ο παππούς μου με βεβαίωσε όταν ήταν πολύ γέρος, δεν την είχε επιδιώξει ποτέ  για τον εαυτό του η για τον πατέρα μου, δεν είχε να κάνει  με το αν μια  ζωή είναι καλή ή όχι. Ο φόβος του θανάτου είναι κατάλοιπο, η απεραντοσύνη του υπέρβαση, ισοτιμία- ένα απόλυτο. Απροθυμία τόση που δεν μπορεί να γεμίσει.
                          
                         
                                             
ΕΠΙΜΕΤΡΟ
                                   
Με το αυτοβιογραφικό πεζό ποίημα Η Ζωή μου, η Λυν Χετζίνιαν,  μια από τις ηγετικές φυσιογνωμίες της γλωσσοκεντρικής κίνησης στη δεκαετία του '70 , δίνει το προσωπικό της στίγμα και στο αυτοβιογραφικό είδος πειραματιζόμενη όπως συνηθίζει εκτός κατεστημένων θεσμών. Η Ζωή μου αναπτύσσεται μορφολογικά μέσα από μια ιδιότυπη αριθμητική δομή σε δύο περιόδους και δύο εκδόσεις με τον ίδιο τίτλο (Burning Deck, 1980  & Sun & Moon Press, 1987).  Το πρώτο βιβλίο γράφεται όταν η ποιήτρια είναι 37 χρόνων, συγκροτημένο σε 37 παραγράφους, "χρονικές ενότητες"(2), όπως η ίδια τις χαρακτηρίζει,  κάθε ενότητα ολοκληρωμένη σε 37 προτάσεις.   Οκτώ χρόνια αργότερα η  συγγραφέας, 45 χρόνων, αναθεωρεί την πρώτη έκδοση προσθέτοντας 8 νέες ενότητες, κάθε μια ολοκληρωμένη σε 45 προτάσεις, ενώ προσθέτει 8 ένθετες προτάσεις σε κάθε ενότητα της προηγούμενης έκδοσης, θεωρώντας  την γραφή περί τον εαυτό ως μια αμφίδρομη βιωματική διαδικασία σε διαρκή εξέλιξη. "Σύμφωνα με τον δικό μου κανόνα δεν μπορούσα να αφαιρέσω κάτι, γιατί δεν μπορείς να αφαιρείς από μια ζωή που έχεις ζήσει. Αλλά όσο ζεις περισσότερο η εμπειρία γίνεται και αναδρομική καθώς φέρνεις όλο και πιο πολλά στη μνήμη, οπότε στην πορεία παρατείνονται έτσι και  τα νεώτερα χρόνια  σου. Τουλάχιστον αυτό ήταν το επιχείρημα μου. Οπότε μπορώ να συνεχίζω να προσθέτω" (3).  Όταν η Λυν Χετζίνιαν  γίνεται 60 χρόνων έχει έτοιμο το βιβλίο Η Ζωή μου στη δεκαετία του Ενενήντα (My Life in the Nineties, Shark Books, 2003), χωρίς όμως πια αυτό να αποτελεί μια ακόμη ανάπτυξη της προηγούμενης αυτοβιογραφίας της. Πρόκειται για   ανεξάρτητη ενότητα διαιρεμένη με την ίδια αριθμητική λογική σε 10 μέρη αντιπροσωπευτικά των χρόνων της δεκαετίας του τίτλου, κάθε μέρος ολοκληρωμένο επίσης σε 60 προτάσεις, όπου πάλι επαναλαμβάνονται ένθετες φράσεις από το προηγούμενο βιβλίο, αυτή τη φορά όμως για να συνδέσουν απλώς τις δυο ενότητες και όχι για να συμβάλουν στη δυναμική των συμφραζομένων όπως συμβαίνει στις προηγούμενες εκδόσεις.
 
Δείγματα αυτοβιογραφικής γραφής -Απολογίες, Εξομολογήσεις ή Απομνημονεύματα-  εμφανίζονται ήδη από την αρχαιότητα, όμως ο όρος Αυτοβιογραφία καθιερώνεται πολύ αργότερα, τον 19ο αιώνα, με την εξάπλωση του Ρομαντικού κινήματος  και την ιδιαίτερη έμφαση  που αυτό δίνει στον κυρίαρχο ρόλο του συγγραφέα ως εκφραστή της προσωπικής σχέσης του με τον κόσμο. Ωστόσο παρά την καθιέρωση του όρου και τη μεγάλη αύξηση των αυτοβιογραφιών που δημοσιεύονται έκτοτε, το αυτοβιογραφικό είδος δεν  εξελίσσεται σημαντικά. Μέχρι και τα μέσα του 20ου αιώνα συνεχίζει να αντιπροσωπεύεται από ιστορήματα σε πεζό λόγο, όχι απαραίτητα λογοτεχνικά, τα οποία απηχούν την ανακλητική φωνή του αυτοβιογραφούμενου  σε μιαν αναπαράσταση ζωής με υλικό  τις αναμνήσεις του από προσωπικά βιώματα, σκέψεις, συναισθήματα, και απώτερο στόχο την ανάδειξη της προσωπικότητας του.  Ακόμη και μετά τις ανατροπές της μετανεωτερικής θεωρίας, η Αυτοβιογραφία  διατηρεί στις περισσότερες περιπτώσεις τη γνωστή παραδοσιακή μορφή της με κύρια χαρακτηριστικά την αναφορικότητα και εσωστρέφεια μιας ολοκληρωμένης αφήγησης και πλοκής υπό την γραμμική αντίληψη  του χρόνου και από την οπτική γωνία του συγγραφικού υποκειμένου.  Η Λυν Χετζίνιαν  αποπειράται  ένα εντελώς διαφορετικό είδος αυτοβιογραφίας αμφισβητώντας τον κανόνα και ανατρέποντας τους  δεδομένους κώδικες. Σε μια " υγιή  διαλεκτική μεταξύ ποίησης και γλώσσας"(4), παρελθόντος και παρόντος, απόκρυψης και αποκάλυψης,  Η Ζωή μου, εκτός από την άνευ προηγουμένου δομή της αποτέλεσμα  μιας διαίρεσης δια του σαρανταπέντε, αρνείται την αναφορικότητα, αναιρεί την αφηγηματική συνθήκη,  ακυρώνει την πλοκή, διασπά τον γραμμικό χρόνο, καταργεί την περιγραφική φωνή του συγγραφέα. "Τα παλαιά αποσπασματικά κείμενα, τα  πρώτα Αιγυπτιακά και Περσικά συγγράμματα,  ή τα έργα της Σαπφούς, είναι προκλητικά και απολαυστικά, για το μυστήριο που προκύπτει από τις χαμένες αράδες τους"(5).  Αυτό το μυστήριο ως πρόκληση και απόλαυση  επιφυλάσσει η συγγραφέας στον αναγνώστη της αυτοβιογραφίας της. Με απροσδόκητα σχήματα λόγου,  αφορισμούς, μετωνυμίες, λογοπαίγνια, παρηχήσεις, ομοιοκαταληξίες, παύσεις, επαναλήψεις, ερωτήσεις χωρίς ερωτηματικά και ασύνδετες μεταξύ τους προτάσεις,  συγκροτεί ένα ελλειπτικό, αχρονικό, ανοιχτό ποιητικό κείμενο, επιζητώντας τη μεσολάβηση του αναγνώστη στη δημιουργική ανάγνωση του. «Ο άνθρωπος είναι ένα μόριο του διαστήματος που συνειδητοποιεί τον εαυτό του στιγμιαία"(6), αναφέρει στην τελευταία ενότητα του ποιήματος ενώ νωρίτερα επισημαίνει ότι "μόνο τα θραύσματα είναι αληθινά. Διάσπασε τα σε μεμονωμένες λέξεις, φόρτισε τις σε συνδυασμούς"(7).  Η αυτοβιογραφία της Χετζίνιαν, με στοχαστική πρόθεση και προσωπική ιδιωματική γραφή, αναζητεί και επαναγράφει αυτά τα σκόρπια στιγμιαία θραύσματα συνείδησης ως προσωπική της αλήθεια, πιστεύοντας παράλληλα ότι η σημασία της αλήθειας αυτής πολλαπλασιάζεται και διευρύνεται στη συνάντηση της με την αναγνωστική εμπειρία.
 
 "Μια παύση, ένα ρόδο, κάτι τι στο χαρτί". Με αυτή τη φράση αρχίζει Η Ζωή μου, μια φράση τονισμένη ως τίτλος, η οποία όμως επανέρχεται συχνά ένθετη και σημασιολογικά διαφοροποιημένη στις επόμενες ενότητες. Είναι ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της γραφής αυτού του ποιήματος.  Και στις δύο εκδοχές του, η πρώτη φράση κάθε χρονικής παραγράφου προτάσσεται έντονα και στη συνέχεια απελευθερώνεται για να επανεμφανιστεί αυτούσια ή παραλλαγμένη σε άλλα σημεία του κειμένου. Η τεχνική του επαναλαμβανόμενου μοτίβου στον γραπτό λόγο αποτελεί συχνά ενδιαφέρον ρυθμικό στοιχείο, ενώ όμως κατά κανόνα χρησιμοποιείται  σαν δομικό υλικό που συνδέει τα μέρη του, στην προκειμένη περίπτωση, χωρίς να αναιρεί τη μουσική χρήση του, φαίνεται να τα  αποδεσμεύει και να τα επεκτείνει. Έτσι, οι επανερχόμενες αυτές φράσεις σε αλληλεπίδραση με τα συμφραζόμενα αποκτούν κάθε φορά διαφορετική σημασία. "Λόγω της επανεμφάνισης τους, αυτά που αρχικά έμοιαζαν με απλές λεπτομέρειες ατμόσφαιρας γίνονταν στη συνέχεια θέματα"(8).  Ο συνεκτικός,  υπομνηστικός ή καθοδηγητικός ρόλος του  leitmoitv φαίνεται να υφίσταται εδώ μετάλλαξη καθώς "η επανάληψη  αποδιοργανώνει το αρχικό πρόδηλο σχήμα της σημασίας. Η αρχική ανάγνωση προσαρμόζεται, η σημασία κινητοποιείται, τροποποιημένη και επεκτεινόμενη, και η επαναγραφή  όπως προκύπτει από την επανάληψη αναβάλλει συνεχώς την ολοκλήρωση της νοητικής διαδικασίας"(9).  Η Λυν Χετζίνιαν  υπερασπίζεται συνεχώς και σταθερά τη δυναμική της νοητικής διαδικασίας με κάθε πρόταση ή λέξη που χρησιμοποιεί ως αυτόνομη μονάδα ανοιχτή στην πολλαπλότητα των νοημάτων της. Το ’’ρόδο είναι ένα ρόδο είναι ένα ρόδο είναι ένα ρόδο", επαναλάμβανε η Γερτρούδη Στάιν στο ποίημα της Sacred Emily  (1913), υπονοώντας ότι η σημασία της λέξης "ρόδο" μπορεί να διευρύνεται και να επαυξάνεται ανάλογα με την εικόνα που προβάλλει σε κάθε περίπτωση. «Μια παύση, ένα ρόδο κάτι τι στο χαρτί" επαναλαμβάνει η Χετζίνιαν ως κληρονόμος της παράδοσης Στάιν.(10)  " Ορισμένα γεγονότα (λέξεις ή φράσεις) σε ένα αμετάβλητο λεξιλόγιο μπορεί να επαναλαμβάνονται αλλά τα πρακτικά αποτελέσματα και οι μεταφυσικές  συνεκδοχές τους διαφέρουν από μέρα σε μέρα, από κατάσταση σε κατάσταση. Όπως επεσήμανε η Γερτρούδη Στάιν, υπάρχει επανάληψη αλλά όχι ομοιότητα(1)1. Απόλυτα αντίθετη προς την κλειστή  φόρμα ενός κλειστού λεξιλογίου υπέρ της απεριόριστης δοκιμασίας των δυνατοτήτων της γλώσσας,  η Λυν Χετζίνιαν δοκιμάζει και την γραφή της υπό συνθήκες συνεχούς αναζήτησης μέσα σε κείμενα μη-οριστικά, όπως Η Ζωή μου,  προορισμένα να δοκιμαστούν με τη σειρά τους από την αναγνωστική διαδικασία παραγωγής νοήματος. "Η γλώσσα είναι αεικίνητη"(12). "Ποια η σημασία αυτού που εκκρεμεί εξαρτάται"(13).
 
Αν στις συμβατικές αυτοβιογραφίες το πρόσωπο που αυτοβιογραφείται προβάλλεται και επιβάλλεται ως κεντρικός ήρωας με άμεσο αυτοαναφορικό λόγο, στο ποίημα  Η Ζωή μου το συγγραφικό Εγώ συνεχώς  διαφεύγει εκτός χρόνου και τόπου μες  από αποσπάσματα φράσεων, σιωπές,  ρωγμές και χάσματα.  "Θυμάμαι το μπλε παλτό με το κόκκινο φυτίλι αλλά δεν θυμάμαι τον εαυτό  μου μέσα σ' αυτό"(14). Σαν παιδί "φανταζόμουν τον εαυτό μου να αναπτύσσεται σε δέντρο, και τότε η επιθυμία μου να γίνω ήταν τόσο έντονη που μ' έκανε άμορφη, ανήσυχη, άυπνη, απαιτητική, ενοχλητική"(15). " Ήμουν μια τυφλή φωτογραφική μηχανή όλη μέρα σε προετοιμασία γι αυτό το όνειρο"(16). Σε καμία από τις παραγράφους της ποιητικής αυτής αυτοβιογραφίας δεν θα συναντήσει ο αναγνώστης περιγραφές του φυσικού εαυτού της συγγραφέως, βιογραφικές πληροφορίες ή βιωματικό υλικό που  να τεκμηριώνει τη ζωή της. "Ήταν τελικά να γίνω ένα πρόσωπο, ολοκληρωμένο ίσως, στη διάρκεια μιας παύσης, σε ένα κόμμα"(17).  Η Χετζίνιαν αρνείται σκόπιμα έναν ορατό εαυτό, υποστηρίζοντας την απελευθέρωση του κειμένου από την παρουσία και επιβολή του συγγραφικού υποκειμένου, πιστεύοντας ότι η προσωπική σχέση του ποιητή με τον κόσμο έχει λόγο μόνον όταν εξελίσσεται και μεγεθύνεται κοινωνικά, απαλλαγμένη από τον εγωκεντρισμό της. Αμφισβητώντας από αυτή τη θέση και τη σημασία της ιστορικότητας κάθε ιδιωτικού παρελθόντος "ό,τι ακολουθεί μιαν αυστηρή χρονολογία στερείται μνήμης"(18),  με την επίγνωση ότι η αυταρέσκεια της ανάμνησης εύκολα καταφεύγει στη μυθοπλασία "δεν υπάρχει μεγαλύτερος πειρασμός από αυτόν της ανάμνησης"(19), η αυτοβιογραφούμενη αποποιείται την αναφορικότητα. «Ήταν περισσότεροι οι αφηγητές παρά οι ιστορίες, έτσι που ο καθένας μέσα στην οικογένεια είχε μια δική του εκδοχή για την ιστορία και ήταν αδύνατον να πλησιάσεις  το πραγματικό, ή να ξέρεις ‘τι έγινε στ’ αλήθεια’ "(20). Η ανάμνηση, ως πλαστογράφος της πραγματικότητας υποχωρεί, δίνοντας τη θέση της στη δημιουργική μνήμη, η οποία υπερβαίνοντας τα ατομικά όρια, ελεύθερη, αναλαμβάνει το ρόλο του συγγραφικού υποκειμένου εκκινώντας την ποιητική λειτουργία. "Το κενό έδειχνε ότι αντικείμενα ή γεγονότα είχαν ξεχαστεί, ότι κάποιος χώρος είχε κρατηθεί γι αυτά, αν τύχαινε να επανέλθουν"(21). Σε κατάσταση εγρήγορσης, η ποιήτρια υποκινείται να ανακαλέσει από το βάθος αυτού του χώρου βιωμένες εμπειρίες και να τις επαναφέρει αυτούσιες στο παρόν προκειμένου να αναβιώσουν διευρυνόμενες ανάλογα με την οπτική γωνία από την οποία προσεγγίζονται.  « Η μνήμη είναι ο πλούτος της τάξης μου"(22) επισημαίνει. Η μνήμη είναι ο πλούτος του ποιητή,  και τρόπος του να  ανασύρει από τα κοίτασμα της αποσπάσματα, θραύσματα, πρόσωπα, γεγονότα και να τα συναρμολογεί δίνοντας τους υπόσταση και προοπτική. "Ένας ολοζώντανος κένταυρος κάλπαζε στον μυαλό του Δάντη κι ο Δάντης τον παρακολουθούσε"(23). 
 
" Η ποιητική γλώσσα είναι ταυτόχρονα η γλώσσα του αυτοσχεδιασμού και της πρόθεσης. Η πρόθεση παρέχει το πεδίο της αναζήτησης, ο αυτοσχεδιασμός αποτελεί το μέσον της αναζήτησης..."(24). Απέναντι σε μια αυτοβιογραφία με αυτές τις προϋποθέσεις και προθέσεις, ο αναγνώστης καλείται να αναθεωρήσει τους συνήθεις τρόπους ανάγνωσης. Η Ζωή μου, κείμενο ποιητικής γλώσσας με συντακτικές  ιδιαιτερότητες, αφηγηματική ασυνέχεια, έλλειψη συνεκτικού νοήματος, αποτελεί και για τον αναγνώστη πεδίο αναζήτησης και αυτοσχεδιασμού, αναγνωρίζοντας του ποιητική πρόθεση.  Με επίκεντρο την  γλώσσα και όχι την  πληροφορία, η Χετζίνιαν επιδιώκει να μεταβιβάσει τη δυνατότητα της ερμηνείας στον αναγνώστη, ως διαδικασία υπέρβασης η οποία τον μεταλλάσσει από χειραγωγημένο παθητικό δέκτη σε αναγνωστικό υποκείμενο. Σε μια ελεύθερη πλέον συνάντηση του  με τα σημαινόμενα,  καλείται να αναζητήσει ο ίδιος και να συμπληρώσει τα ελλείποντα στοιχεία, να τολμήσει δικούς του συνειρμούς, να βιώσει  προσωπικά την ποιητική εμπειρία.  "Η ποίηση  θεωρεί ως προϋπόθεση της ότι η γλώσσα (ολόκληρη η γλώσσα) είναι ένα μέσον για να βιωθεί η εμπειρία.  Μας παρέχει τη συνειδητοποίηση της συνείδησης. Βιώνω συνειδητά σημαίνει διαπερνώ ή ξεπερνώ το όριο ( η λέξη προκύπτει από το ελληνικό πέρας [τέρμα, όριο]..."(25)   Όμως, η παροχή της  δυνατότητας συνειδητοποίησης της συνείδησης σε κάθε εν δυνάμει δημιουργικό αναγνώστη μέσα από  την προσωπική βιωματική εμπειρία του με το κείμενο και τα σημαινόμενα του έχει ως αποτέλεσμα τις πολλαπλές ερμηνευτικές εκδοχές αυτού του κειμένου, ανάλογες με τον αριθμό των  αναγνώσεων του. Η Χετζίνιαν βεβαίως υποστηρίζει  την πολλαπλότητα αυτών των εκδοχών. "Η λέξη 'εκδοχή' είναι ένα συγκριτικό ουσιαστικό το οποίο θα έπρεπε να  υποδηλώνει τον πληθυντικό του τύπο - αυτόν που συμπεριλαμβάνει πολλές"(26).   Η Ζωή μου, ως αποκαλυπτική γραφή των πολλαπλών δυνατοτήτων της γλώσσας, επιζητεί από κάθε αναγνώστη τη βιωμένη ερμηνευτική εκδοχή της. "Όταν λες, και οι δύο διαβάζουν το ίδιο βιβλίο, εννοείς την ίδια γραφή  αλλά σε διαφορετικά αντίτυπα ή εννοείς στο ίδιο αντίτυπο  εκ περιτροπής"(27). Η ίδια γραφή διαβασμένη σε διαφορετικά αντίτυπα ή στο ίδιο αντίτυπο διαδοχικά  ταυτίζεται σε κάθε περίπτωση με την αναγνωστική  εμπειρία που προκύπτει. "Το 'ανοιχτό κείμενο' εξ ορισμού είναι ανοιχτό προς τον κόσμο και ιδιαιτέρως προς τον αναγνώστη... Επιζητεί τη συμμετοχή, αρνείται την εξουσία του συγγραφέα επί του αναγνώστη....Υπερασπίζεται μια γραφή που είναι παραγωγική αντί καθοδηγητική"(28).  Η αυτοβιογραφία της Λυν Χετζίνιαν στα σαρανταπέντε χρόνια ζωής της, με πολλαπλές ανατυπώσεις σε χιλιάδες αντίτυπα και πολλαπλάσιες αναγνώσεις, αποτυπώνει την κινητήρια δύναμη της γλώσσας στην παράλληλη διαδρομή αυτοσυνειδησίας του συγγραφικού εγώ και του αναγνωστικού υποκειμένου, ακολουθεί άγρυπνα την αέναη κινητικότητα του γίγνεσθαι της γραφής αλλά και της ζωής.  'Αυτό που δεν μπορείς να ανακαλύψεις είναι το όριο της πιθανότητας, αυτό που πρέπει να εναπομένει πάντα για να ανακαλύπτεται"(29). Η πνευματική επαγρύπνηση που διαπνέει τόσο τη στάση ζωής της ποιήτριας όσο  και το έργο της Η Ζωή μου,  αρνείται το πέρας ανοιχτή στο πέραν, σε αυτό που εναπομένει για να ανακαλύφθεί: 'μια παύση, ένα ρόδο, κάτι τι στο χαρτί". 
 
                                               .....................................
 
 
Σημειώσεις
οι αναφορές παραπέμπουν σε κείμενα της Lyn Hejinian.


[1]   The Language of Inquiry, "The Rejection of Closure" (Berkeley Los Angeles London:
    University of California Press, 2000), 46.
2   __________, "Preface to 'Writing is an Aid to Memory'", 22.
3     "Two Auckland Talks:1 A Talk to the MA Poetics class, 21 March 1995", (Auckland:New
     Zealand Electronic Poetry Center, 2000), 8.
4     My Life, (Kobenhavn & Los Angeles: Green Integer, 2002), 89.
5    _______,  64.  
6     ______, 163.
6     ______, 163.
7   _______ ,75
8    _______15-6.
9    The Language of Inquiry, "The Rejection of Closure", 44.   
10 . "Τότε σε ένα δοκίμιο που έγραψε και δημοσίευσε η αμερικανίδα κριτικός Marjorie Perloff,
     ανέφερε ότι είμαι η κληρονόμος της παράδοσης της Γερτρούδης Στάιν...ήταν μία
     πρόκληση. Αν επρόκειτο να είμαι η κληρονόμος , έπρεπε να γνωρίζω σε τι συνίσταται
     αυτή η κληρονομιά....  Άρχισα τότε να μελετώ σε βάθος τη Γερτούδη Στάιν". "Two
     Auckland Talks: 1 A Talk to the MA Poetics class, 21 March 1995", 13.
11   The Language of Inquiry, "Materials (for Dubravka Djuric)", 167.
12   My Life, 22.
13  _____,    20.
14   ______, 89.
15   ______, 38.
16   _____, 164.
17   ______, 33.
18  _____ _, 16.
19    _____  , 63.
20  _______, 27.
21  _______, 41.
2 2   ______ ,70.
23  _______  88.
24  The Language of Inquiry,"Introduction", 3.
25  ________, "Reason", 344.
26   My Life,  95. 
27  ______ , 93-4. 
28 The Language of Inquiry, 43.
29  My Life,  93. 
 
 
Lyn Hejinian

Μετάφραση - Επίμετρο: Μάρω Παπαδημητρίου