Εκτύπωση του άρθρου


 

Στη Σαπφώ συχνά ο πόθος, η επιθυμία εκφράζεται με τη λέξη ἴμερος, καθώς και με παράγωγα αυτής, όπως για παράδειγμα το επίθετο ἰμερόεις. Τι είδους ἴμερος όμως είναι αυτός στον οποίο αναφέρεται η Σαπφώ; Μήπως οι προεκτάσεις που έχει στην ποίησή της είναι πολύ ευρύτερες από συμφραζόμενα ερωτικά, όπως θα μπορούσε να υποθέσει κανείς; Ας μελετήσουμε μερικά από τα σωζόμενα σπαράγματα:

α) ἦρος ἄγγελος ἰμερόφωνος ἀήδων
                             (Lobel-Page 136 / Diehl 121 / Cox 37)

[Της άνοιξης προάγγελε, αηδόνι που η φωνή σου θέλγει.]
 

Το αηδόνι, χαρακτηριστικό για την ομορφιά της φωνής του και το τραγούδι του, ονομάζεται ἰμερόφωνος, δηλαδή με φωνή που θέλγει. Ο πόθος, λοιπόν, εγείρεται από το τραγούδι του πουλιού. Κι αν λάβουμε υπόψη ότι συχνά ο ποιητής παρομοιάζεται στη Σαπφώ και σε άλλους λυρικούς ποιητές με πουλί, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι και η ποίηση μπορεί να εγείρει πόθους βαθύτατους.

β) αἰ δ' ἦχες ἔσλων ἴμερον ἢ κάλων
καὶ μή τι εἴπεν γλῶσσ᾽ ἐκύκα κάκον

                                      (Lobel-Page 137 / 149D)

[Αν είχες πόθο να μου πεις κάτι καλό και όμορφο
και όχι να σου τρώγεται για το κακό η γλώσσα]

Οι στίχοι αποτελούν μέρος ενός διαλόγου, όπου το ένα πρόσωπο δηλώνει τη ντροπή του να εκφράσει αυτό που θέλει και το άλλο του απαντά πως εάν κατεχόταν από έναν ἴμερον προς τα καλά και τα όμορφα θα μπορούσε να μιλήσει. Ένας τέτοιος ἴμερος σχετικός με το αγαθό μπορεί να ανευρεθεί στο πλατωνικό Συμπόσιο: εκεί ο ἴμερος, τον οποίο εκφράζει ο ἔρως είναι οι δυνάμεις που οδηγούν στην ιδέα του καλοῦ, το οποίο είναι μέρος του ἀγαθοῦ.[1] Στο πλατωνικό κείμενο, δηλαδή, ένας τέτοιος ἔρως - ἴμερος είναι που ανάγει τον άνθρωπο σε μια κατάσταση πέραν της φθαρτής, στην αιωνιότητα των ιδεών[2].

γ) ὄσσα δέ μοι τέλεσσαι
θῦμος ἰμέρρει, τέλεσον

                      (Lobel-Page 1 / Voigt 1 / Diehl 1 / Bergk 1 / Cox 1)

[κι όσα η ψυχή μου
ποθεί να γίνουν, εκπλήρωσέ τα]
           
πόλλα δὲ ζαφοίταισ’ ἀγάνας ἐπι-
 μνάσθεισ’  Ἄθτιδος ἰμέρῳ  
 λέπταν ποι φρένα κῆρ δ’ ἄσα βόρηται·

(Lobel-Page 96 / Voigt 96 / Diehl 98)

[Κι όταν σε θυμάται, τρυφερή μου Ατθίδα
νευρική τριγυρνά και τη συνεπαίρνει ο πόθος
και στην καρδιά της κάθεται η άχνα της λύπης.]   

Στις παραπάνω περιπτώσεις ο ἴμερος συνδέεται με την απομάκρυνση από μια αγαπημένη παρουσία, με την οποία η ποιήτρια ποθεί την προσέγγιση. Στο πρώτο απόσπασμα ο ἴμερος που κατακλύζει την ψυχή μπορεί να κατανοηθεί μόνο από μια θεά, την Αφροδίτη, στην οποία η ποιήτρια απευθύνεται. Στο δεύτερο απόσπασμα η απουσία της Ατθίδος ισοδυναμεί με την απουσία μιας εξιδανικευμένης ομορφιάς, όπως φαίνεται από την εκτενή περιγραφή της κοπέλας στο μεγαλύτερο μέρος του ποιήματος, εκεί όπου συγκρίνεται σε κάλλος με όλα τα αρμονικά στοιχεία της φύσης και του ουρανού. Επομένως, αυτό που ανάβει τον ἴμερον της Αριγνώτας είναι η απουσία της ιδανικής ομορφιάς της φίλης της. Μια παρόμοια σημασία έχει ο ἴμερος και στον παρακάτω στίχο, όπου ο πρόσωπο της νύφης είναι ποθητό, εκφράζοντας ένας ιδανικό κάλλος:

ἔρος δ' ἐπ' ἰμέρτῳ κέχυται προσώπῳ
                             (Lobel-Page 112 / 128D)

[στο όμορφο πρόσωπο ο έρωτας χυμένος]

δ) με την επιθυμία του θανάτου:​

κατθάνην δ’ ἴμερός τις [ἔχει με
                            (Lobel-Page 95 / Diehl 97)

[πόθος θανάτου με κατέχει]

Σε αυτή την περίπτωση ο άνθρωπος έχει περάσει σε μια κατάσταση, η οποία ξεπερνά τα φυσικά ένστικτα της επιβίωσης και ποθεί να πεθάνει, λόγω του μεγάλου πόνου που βιώνει στη ζωή του. Θα λέγαμε, λοιπόν, πως για να έχει περάσει το φράγμα του ενστίκτου της επιβίωσης, διακατέχεται από μια μανία, πέραν της λογικής. Οι μανίες όμως συχνά είναι σταλμένες από τους θεούς[3], όπως και τα δεινά που προκαλούν στον άνθρωπο τον μεγάλο πόνο[4]. Στη μυθολογία δεν είναι λίγοι οι ήρωες που προκαλούν τον θάνατό τους, για να ξεφύγουν από τα δεινά ή ως έρμαια μια μανίας[5].

Σε άλλες περιπτώσεις ο ἴμερος του θανάτου μπορεί να αποτελεί μια γαλήνια ψυχική κατάσταση, όπως στον πλατωνικό Φαίδωνα, όπου ο Σωκράτης παρομοιάζοντας τον εαυτό του με τους κύκνους, δηλώνει ότι με ηρεμία και χαρά προσμένει τον επερχόμενο θάνατο (84e-85b): κατά τον Σωκράτη, ο πραγματικός φιλόσοφος δεν πρέπει να φοβάται τον θάνατο, αλλά αντιθέτως να τον αποδέχεται με ευχαρίστηση (61b-c), αφού χάρις σ’ αυτόν η ψυχή απαλλάσσεται από τα επαχθή δεσμά του σώματος. Δεν είναι όμως αυτή η περίπτωση του σαπφικού ποιήματος, αφού σε προηγούμενο στίχο δηλώνεται πως το άτομο που μιλά δεν έχει χαρά στη ζωή:​

ο]ὐ μὰ γὰρ μάκαιραν [
ο]ὐδὲν ἄδομ’ ἔραρθ’ ἀγα[


[χαρά καμιά δεν έχω
πάνω στη γη που ζω]

Από όλα τα παραπάνω συνάγεται ότι στη Σαπφώ ο ἴμερος αναφέρεται σε καταστάσεις που άμεσα ή έμμεσα αφορούν την επίδραση των θεών στην ψυχική ζωή των ανθρώπων: το τραγούδι και η γλυκύτητα της μουσικής που επιδρούν μαγικά στην άνθρωπο, ο έρωτας ως μέσο που οδηγεί σε άφθαρτες ιδέες, όπως το κάλλος και το αγαθό, ο πόθος του θανάτου ως αποτέλεσμα των δεινών των θεών ή μιας ένθεης μανίας.


[1] Η Διοτίμα υποστηρίζει ότι ο έρωτας είναι όχι απλώς, όπως είχε υποστηρίξει ο Αριστοφάνης, μια επιθυμία πληρότητας και ολότητας, αλλά πιο συγκεκριμένα ένας πόθος για κάτι αγαθό (205e). Ο έρωτας είναι επιθυμία γέννησης μέσα στην ομορφιά (τόκος ἐν καλῷ) και ταυτοχρόνως πόθος αθανασίας (206b-209e). Ο σωστά διαπαιδαγωγούμενος νέος θα περάσει από τις πιο σωματικές μέχρι τις πιο διανοητικές εκφάνσεις της ομορφιάς ώσπου να καταλήξει στην θέαση του έσχατου ερωτικού αντικειμένου. Το αντικείμενο αυτό, το μόνο που μπορεί να πληρώσει αληθινά την ασίγαστη ορμή κάθε αληθινά ερωτικού ανθρώπου, δεν είναι άλλο από τo ίδιo τo Όμορφο καθεαυτό (τὴν φύσιν καλόν), δηλαδή η πλατωνική Ιδέα του κάλλους. Αντίθετα με όλα τα άλλα ερωτικά αντικείμενα που χαρακτηρίζονται από μερικότητα και σχετικότητα, η ίδια η Ομορφιά είναι αιώνια, αμετάβλητη και απόλυτη (210e-211b).

[2] Αντίθετα με όλα τα άλλα ερωτικά αντικείμενα που χαρακτηρίζονται από μερικότητα και σχετικότητα, η ίδια η Ομορφιά είναι αιώνια, αμετάβλητη και απόλυτη (210e-211b).

[3] Οι αρχαίοι Έλληνες προσωποποιούν τη μανία ως Λύσσα, μια θεϊκή δύναμη που κυριαρχεί στα ανθρώπινα. Η Λύσσα, κόρη της Νύκτας και του Ουρανού ήταν συγγενική μορφή με τις Ερινύες και προκαλούσε τρέλα σε όποιον κυνηγούσε. Οι Αθηναίοι την ονόμαζαν Λύττα και ήταν το πνεύμα της μανίας, της τρέλας και των δαιμόνων. Θεωρείτο επίσης η αιτία της επιληψίας (Ηράκλεια νόσος). Στον Όμηρο δηλώνει τη μανία που οδηγεί τους πολεμιστές σε άγριες πράξεις (Ω 22-24, Ρ 6-8, 20, Σ 207-209, Χ 345-348). Ο Ευρυπίδης αναφέρει τη Λύσσα ως θεότητα στις Βάκχες: ο Χορός κάνει επίκληση στους δαίμονες της μανίας (Δ’ Στάσιμο) να καταλάβουν τις γυναίκες της Θήβας και κόρες του Κάδμου. Σε άλλη τραγωδία του Ευρυπίδη, στον Ηρακλή Μαινόμενο, η Ήρα στέλνει τη Λύσσα για να τρελάνει τον Ηρακλή. Η Ίρις προστάζει τη θεότητα Λύσσα, με τη θέληση της Ήρας «μανίας τ΄ επ΄ άνδρί τώδε και παιδοκτόνους φρένων ταραγμούς και πόδων σκιρτήματα έλαυνε»(στ.835-836). Η κατάσταση του Ηρακλή περιγράφεται με μανιασμένα μάτια που στριφογυρνούσαν κι έσταζαν αίμα. Η επιληψία (Ηράκλεια νόσος) στο κείμενο αυτό, ως μανία, συνδέεται με την προσωρινή τρέλα και τη λύσσα.

[4] Στο ομηρικό έπος, την τραγωδία, αλλά και τη λυρική ποίηση οι θεοί είναι αυτοί που φέρονυν τις συμφορές: στην Ιλιάδα οι θεοί προκαλούν την αρρώστια και τις ήττες των Ελλήνων μετά την οργή του Αχιλλέα, στην Οδύσσεια ο Ποσειδών φέρνει τις συμφοράς στηον Οδυσσέα πριν τον καθορισμένο από τη Μοίρα νόστο του, στην τραγωδία συχνά γίνονται αναφορές ή υπαινιγμοί για τον ρόλο των θεών πίσω από τα εκάστοτε δεινά (για τον ρόλο των θεών στην τραγωδία βλ. Goldhill, 1986), στους λυρικούς συχνά υπάρχει η αναφορά στα δεινά, τα οποία είναι ορισμένα από την ανώτερη δύναμη των θεών: στον Θέογνη εκφράζεται ξεκάθαρα αυτή η αντίληψη των αρχαϊκών ανθρώπων (Θεογν. στιχ. 133-142, 129-130, 151-152, 155-158171-172, Edmonds), όπως και στον Αρχίλοχο (fr. 56, 84, Edmonds).

[5] Τα δεινά αυτά μπορεί να αφορούν την ατίμωση (Ιοκάστη, Αίας, Νυκτέας, Βρωτέας, Καινέας, Αρσίππη, Νίκαια, Φαίδρα, Αλίη), τη θλίψη και την απελπισία, συχνά για την απώλεια αγαπημένου προσώπου ή την εγκατάλειψη από αυτό (Αιγέας, Αμφίων, Αλκυόνη, Κλείτη, Κλεοπάτρα, Δηιάνειρα, Ευάνδη, Υλονόμη, Λαοδάμεια, Μάρπησσα, Οινώνη, Πολυδώρα, Πολυμέρη, Νιόβη, Αίθρα, Αρέθουσα, Πέρδιξ, Αντίκλεια, Αλθαία, Ευρυδίκη, σύζυγος του Κρέοντα, Πολυξένη, Φυλλίς), την απόρριψη (Αριάδνη, Καλιρρόη, Θίσβη, Διδώ, Αμεινίας,), την ανάγκη αυτοθυσίας (Ιφιγένεια, Άλκηστις, Λεοντίδες, Κορωνίδες, Υακινθίδες, Άλκις, Ανδρόκλεια, Εύκλεια, Ερεχθείδες, Μενέστρατος, Άδραστος), την απώλεια της πολιτικής ισχύος (Νίσος, Άγριος), την οργή την αναμεμιγμένη με πόνο (Αίμων, Εύηνος), τον σωματικό πόνο (Ηρακλής) ή να προέρχονται από τρέλα, μανία (Βούτης και Λυκούργος, Άττης, Άγραυλος, Έρση).

Άννα Γρίβα

© Poeticanet  τα περιεχόμενα του poeticanet προστατεύονται από copyright

Εκτύπωση του άρθρου