Εκτύπωση του άρθρου
ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΑΛΛΑΣ
 
ΗΜΙΤΕΛΗ 
ΝΥΧΤΩΔΙΑ   Α´  
 
Βγήκε από την καμπίνα κι είδε τους γνωστούς του σε σκηνές
         ελλειπτικές
Είδε μια βάρκα που έγερνε με τα ναυάγια του άλλου ταξιδιού
μια άλλη ξεκοιλιασμένη από τις επιθυμίες του πληρώματος
ένα ζευγάρι σεληνιασμένων που να κάνει ψυχοθεραπεία
         Στην αστροφεγγιά
κι ο υπαλληλάκος να ξερνά σε μια άκρη την πρωία  του προϊσταμένου  του
είδε και την ωραία της ημέρας μαυρισμένη απ´ τα όνειρά της

Κάθισε με μια πλάκα φεγγαριού απέναντί του κι άρχισε να γράφει
  
ΝΥΧΤΩΔΙΑ  Β´ 
 
Μετά ξεβράστηκε σ´ ένα παγκάκι σε μια απόμερη βραδιά
    του   Σεπτεμβρίου
και το γκαρσόνι  να   ´χει αποσυρθεί   πίσω απ´ τα δέντρα σαν το αστέρι
     που  λοξοκοιτούσε πίσω από τα σύννεφα
και δίπλα  ένα ζευγάρι αισθάνθηκε το ρίγος του χειμώνα  και
      τυλίχτηκε μέσα στο ρούχο της αγάπης του
καθώς ο μαγαζάτορας βγήκε πελώριος  και χαμήλωσε του φεγγαριού
      τη λάμπα
κι εσένα πήγε το  φιλί τους μες στα σωθικά σου και σηκώθηκες αθόρυβα
και πήγαινες θλιμμένος σ´ άλλη συνοικία να κατοικήσεις
Πήγαινες με τη μισοφέγγαρη ζωή σου
στη φθινοπωρινή νυχτερινή σαγήνη
μισός θλιμμένος και μισός απόκοσμος
Κι η μοναξιά  σαν το σκυλί  πίσω του
       γαύγιζε
Γαύγιζε  ροκανίζοντας  το κόκκαλο
της μισοφαγωμένης νύχτας

ΤΡΙΑ  ΕΠΕΙΣΟΔΙΑ

1
Ερχόταν από μακριά πολύ μακριά
σαν υπνοβάτης σαν αερικό
στη σέλλα ενός φανταστικού ποδήλατου
δίχως φτερά
           ποδηλατάρης  ποιητάρης
ώσπου με μια ορθοπεταλιά μπήκε
          και χάθηκε
πίσω απ´ τα σύδεντρα του ονείρου του 
2
Πλαταγισμοί κουπιών από  καννίβαλους  μιας γης
           ανεξερεύνητης
φτεροκοπήματα  υπεργήινων από ένα σκάφος
             που έλαμψε και χάθηκε
στην αστρική του σκόνη 
3
Ο  νέος σοφιστής που βρήκε στη στροφή
με την πιστή συμβία και τη μηχανή του
       που μπατάρισε
πήγαινε, λέει, για αναψυχή στις  Ρίπες
Θυμήθηκε  από τον Αλκμάνα τα βουνά
«Ρίπες- σαν δυο βυζιά της μαύρης νύχτας»
Ευθύς παράτησε γυναίκα και παιδί
και τράβηξε  μ´ ένα ταξί στις Ρίπες
 
 
Γιάννης Δάλλας