Εκτύπωση του άρθρου
ΙΟΡΔΑΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

ΤΟ ΒΟΥΝΟ ΚΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΔΕΝ ΠΗΡΑΝ ΕΙΔΗΣΗ

ΚΡΙΤΙΚΗ: ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ
 
 
Ο νέος ποιητής, ο Ιορδάνης Παπαδόπουλος, είναι ένας Δον Κιχώτης της πόλης. Καβαλάει το ίδιο του το κεφάλι και περιπλανιέται στα αδιέξοδά του. Παλεύει με φανταστικούς - αντάξιούς του- αντιπάλους, με ίσκιους και με ανεμόμυλους που αλέθουν ιδέες.
Δεν απομακρύνεται πολύ από το ζωτικό του χώρο. Διατρέχει μόνο τον φράχτη από ανασφάλειες και διαγραφές που έχει υψώσει γύρω του, τον μετρά, αναμετράται μαζί του, ψηλώνει ολοένα και προσπαθεί, με όλες του τις δυνάμεις, γράφοντας ν’ ανοίξει:
 μια χαραμάδα βίου…/γιατί εκείνος ο παιδικός φόβος του σκοταδιού / δεν έφυγε τελείως
Εγκλωβισμένος στην πόλη, αναγκασμένος να ζει μέσα στους τοίχους, καταφεύγει σε μια παράλληλη ζωή μέσα στους στίχους.  
Είναι ένας νομοταγής, αναρχικός πολίτης ένας ονειροπόλος συμβασιούχος της ζωής του που βρίσκεται σε διαρκή εμπόλεμη κατάσταση με την κατά κόσμον εικόνα του: οι στίχοι του είναι τα μολυβένια στρατιωτάκια του που τα εκπαιδεύει για την αντίσταση στην πραγματικότητα καταστρώνοντας στρατηγικά σχέδια παραμυθιού. Ταυτόχρονα είναι όμως και τα προγονικά ή προσωπικά του φαντάσματα, με τα οποία συνδιαλέγεται και διατηρεί στενές σχέσεις:
στίχοι που τους λογαριάζω πλέον για φίλους καρδιακούς /στ’ αλήθεια, μέχρι που κλάψαμε προχθές παρέα.(…)  //για δες το ρω, μπαϊλντισμένο ακόμη στέκει δίπλα από το φι /με κατακόκκινα πρησμένα μάτια
Η εμμονή του, η Δουλτσινέα του, είναι η ποίηση – έχει βέβαια μαζί της μια σαρκοφάγο ερωτική σχέση:
δεν το βλέπεις; /σε φτύνω, ποίηση /γιατί δεν παίρνεις δρόμο; /γαμήσου, ποίηση // με στοιχειώνεις /με πλακώνεις / με λυγίζεις / με γονατίζεις //σε προσκυνάω, ποίηση…
 αλλά σ’ αυτήν νιώθει αφιερωμένος και για χάρη της πρέπει να επιτελέσει άθλους. Και επιτελεί:
Ζωγράφισε ένα σπίτι /κι ένα τεράστιο πόμολο στην εξώπορτά του /Μετά βίας μπορούσε να το στρέψει για ν’ ανοίξει/ Όταν τα κατάφερε, βρήκε σε κάποιον τοίχο πίσω της /και δε χωρούσε να περάσει μέσα /Τα ’σβησε όλα / Φως / από την αρχή //  Λίγο μετά /τα είχε σχεδόν καταφέρει το βουνό /να μπει μες στο σπίτι από το παράθυρο / αποδεχόμενο την πρόσκληση του ποιητή // το τελευταίο κυπαρίσσι σκάλωσε κάπου /έμεινε απ’ έξω και γρήγορα ξεράθηκε /Το βουνό κι ο ποιητής δεν πήραν είδηση- (ΣΠΟΥΔΗ)
Στο ποίημα αυτό αναφέρεται στον εαυτό του σε τρίτο πρόσωπο και δρα ως μοναξιασμένος, σχεδόν αυτιστικός, μικρός θεός σε εργασιοθεραπεία: ιχνογραφεί ένα σπίτι (κάτι που συμβολίζει την έννοια μιας στοιχειώδους ασφάλειας), το κάνει να υπάρξει. Το σχέδιο είναι παιδικό, ασταθές, παράδοξο, και φαίνεται να εκτείνεται σε περισσότερες διαστάσεις από τις συνήθεις. Προσπαθεί να περιληφθεί και ο ίδιος αλλά δεν μπορεί να μπει. Καταστρέφει τη ζωγραφιά, τη σβήνει με Φως. Ξαναπροσπαθεί. Τώρα έχει μεγαλύτερη επιτυχία: ακόμα και μέρος του τοπίου καταφέρνει να ενσωματώσει, με μικρές μόνο ζημιές.
Όμως, αυτό ακριβώς είναι η ποίηση, ένα βασανισμένο ημίεργον – και ο νέος ποιητής έχει κατορθώσει να συλλάβει προς στιγμήν το ασύλληπτο της φύσης της και να σκιαγραφήσει μια διαδικασία παραγωγής έργου.
Και, χωρίς να κατανοεί ενσυνείδητα τον μηχανισμό που βρήκε, τον έχει πάρει στο  υπόγειό του, τον έχει εντάξει στον κόσμο του – με κίνδυνο ανά πάσα στιγμή να ανατιναχτεί – και τον περιεργάζεται. (Παρά την πιθανή πρώτη εντύπωση, ο κόσμος του ποιητή δεν είναι εγκεφαλικό κατασκεύασμα, είναι όλος χτισμένος με υλικά από κατεδαφίσεις ψυχής και πυκνοκατοικημένος από στοιχειά.)
Ο Ιορδάνης Παπαδόπουλος ζει σκοτεινός, με θέα εσωτερική σε ακάλυπτο είναι. Τις εργάσιμες ώρες φεύγει από, και επιστρέφει στον εαυτό του ακολουθώντας ένα καθορισμένο δρομολόγιο, περνώντας σκυφτός και σκεφτικός ζιγκ ζαγκ ανάμεσα στα μπάζα πάνω από τρύπες και λακκούβες - παγίδες:
ο άνθρωπος μια μαύρη τρύπα /τρέμει να κάτσει στο χείλος /να ρεμβάσει…
Συχνά αυτοσαρκάζεται:
Ελλείψει σκύλου τον εαυτό μου βγάζω βόλτα κάθε βράδυ. /Επιτακτικά μου το ζητά κι ο ίδιος, σαν φυσική επείγουσα ανάγκη /τραβώντας με απ’ το μπατζάκι. /Λουρί δεν του περνώ, ήδη πολλές οι αλυσίδες πάνω του…
Παρατηρεί πολύ τον εαυτό του· από κοντά από μακριά, από στρεβλές γωνίες, τον παρατηρεί σαν καρφιτσωμένο έντομο ή σαν πειραματόζωο:
Τόσο πολύ παρατήρησε τον εαυτό του / που σιγά σιγά καταργήθηκε το πρώτο πρόσωπο //Μακριά απ’ ό,τι υπήρξε /μακρύτερα απ’ ό,τι θα υπάρξει / την εξορία του τρίτου προσώπου τάχθηκε να κουβαλά μαζί του (…)
Τον βρίσκει συνεχώς με απλωμένο /  το δεξί του χέρι κι ας ξέρει ότι
δε θα περάσει ψυχή από μπροστά του /Πόσο μάλλον από μέσα του /
Απλώς η επαιτεία τον φέρνει πιο κοντά / στην εκμηδένιση, μπορεί και
στην αλήθεια…
Δεν είναι όμως μόνο ο εαυτός του αντικείμενο παρατήρησης. Από το υπόγειο καταφύγιο του κατασκοπεύει και τους άλλους έγκλειστους στην πόλη, κυρίως αυτούς με τις κατακερματισμένες υπάρξεις, επειδή:
Σαν τις τζαμαρίες και οι ζωές /οι ραγισμένες τραβούν το βλέμμα…
Παρακολουθεί ως τηλεθεατής τρέιλερ και επαναλήψεις από τις ζωές τους:
Μπαλκονόπορτα κρυφή απέναντί  μου /πίσω από τέντα πράσινη φθαρμένη /μόνιμα κατεβασμένη. /Τα βράδια τακτικά ανοίγει φως /δυο πόδια προβάλλουν στο κατώφλι /Από τα γόνατα και κάτω. /Δυο χέρια κατεβαίνουν /να δώσουν τροφή /Περιμένουν /ανυπόμονα κομμένα /
Μια γάτα τρέχει /τα χέρια την αρπάζουν /στον αέρα τη σηκώνουν /αόρατη η γάτα πλέον. //Μόνο τα πόδια μείναν πάλι /από τα γόνατα και κάτω /και λόγια αγάπης στον αέρα /και χάδια λαχτάρας στερημένης /από παράταιρους της νύχτας εραστές /πίσω από τέντα πράσινη φθαρμένη /μόνιμα κατεβασμένη.
Έτσι αποσπασματικά ακούει επίσης:
Τζιτζίκια να θυμίζουν καλοκαίρι /κι ανθρώπους μόνους να θυμίζουνε ζωή…
Παρατηρεί ακόμα και τους παρίες του χρόνου, στις αναίτιες διαδρομές τους, σε μια κατάσταση άκρας συναισθησίας:
Έρημος δρόμος κεντρικός / τίποτα δε φαίνεται να διαταράσσει /την άεργή του χαραυγή. /Μόνο μια γριά / - άοκνο υποζύγιο φαντασμάτων χρόνων - / σχεδόν ευλαβικά τον διασχίζει στο μακρινό ορίζοντα. /Αυτή μπροστά και το κουτσό της πόδι /υπάκουο σκυλί ν’ ακολουθεί πιο πίσω. / Η παρουσία της σχεδόν απούσα για τον κόσμο /σαν να την απορροφά σιγά σιγά τ’ οδόστρωμα /να λιώνουν τα μαυρόρουχα  /- φρέσκια πίσσα για διερχόμενα οχήματα /να λιώνει και το σώμα - φρέσκο χώμα για τα ξερά παρτέρια…
Ο Ιορδάνης Παπαδόπουλος έχει αποφασίσει το δρόμο του:
Καλύτερα να χάνομαι, παρά ν’ ακολουθώ. Στ’ απάτητα ο δρόμος μου /Πολλές φορές κινδύνεψα σε χνάρια /βαθιά πεπατημένα να πνιγώ…
καθώς και τον τρόπο του· δε θέλει να προχωρήσει ούτε με κανονικό βηματισμό ούτε με άλματα – θέλει, πάντως, με σκιρτήματα:
να πηδώ-χορό /σαν το σπουργίτι /μακάρι /να μη ματίζω-βήμα / σαν το περιστέρι.
Πιστεύω ότι θα φτάσει.
 
Ιορδάνης Παπαδόπουλος

Κριτική: Παυλίνα Παμπούδη