Εκτύπωση του άρθρου

ΦΡΑΓΚΙΣΚΗ ΑΜΠΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ



IPOMEAE
(αποσπάσματα)

 


Όπως ήρθε η μέρα να δέσει
μιαν ευχή για το άγνωστο που θά'ρθει
έτσι ήρθαμε  κι εμείς  με το  φως
στα κοχυλάκια και στην άμμο που λάμπει.

Γυμνά τα πέλματα το βάδισαν και πήγαν
κι οι καρδιές μας το δέσαν στ' όνειρό τους
πως κάπου αγγίξαν την κρυφή του άκρη
σ' έναν κήπο μικρό, αυτού του κόσμου.

Kι όλα μας λέγανε για μια ιστορία
παλιά και ξεχασμένη με τα χρόνια
για κάτι που είπε μια καλόγνωμη στο γλάρο
κι ο ιππόκαμπος στο σπίνο, στα τριζόνια. 
                

    Δ' 

Στο περιβόλι το καράβι 
πλαγιάζει πάνω 
στην άμμο και στα χόρτα της. 
Aν βάλεις ένα βότσαλο 
στο στόμα 
η γεύση θά' ναι των ματιών 
που τό'  δανε να φεύγει. 

Πως γίνεται λοιπόν 
από τα μάτια 
να μακραίνει και νά 'ρχεται 
το καραβάκι;

Πώς απ' το χόρτο το σγουρό 
γεννήθηκαν 
τόσες μικρές βιολέτες; 

Mήπως τα μάτια 
που σταθμεύαν εκεί 
που αναπαύονταν εκεί 
το ταξίδεψαν και το έφεραν 
με το δάκρυ τους;


   E' 

Στα νερά 
τα πιο μέσα των ματιών 
ήρθε το καραβάκι. 
Mέσα στο περιβόλι 
των ματιών 
ήρθε, πλάγιασε. 

Tί είναι το δάκρυ; 
Mήπως είναι 
βηματισμός των υγρών 
από τις φλέβες, τις κύστες
τις εκβολές 
που σμίγουν με τη θάλασσα 
σ' ένα ποτάμι 
κι απ' την αγάπη ποτίζονται;


   IZ'                       


Aν η καρδιά δακρύζει σαν το δέντρο
και στα κλαδιά  κρεμά όλη τη λύπη
και μας μιλάει για τον κρεμασμένο
και την πρώτη χαρά που πάντα λείπει

ασήμωσε να πω  μιαν ιστορία
παλιά και ξεχασμένη με τα χρόνια
και κάτι που ο ιππόκαμπος είπε
για το χρόνο στο σπίνο, στα τριζόνια.

Ήσουν παιδί και κατέβαινες τις σκάλες
κι έτσι σε είδα στη Γεσθημανή μου
σαν να μην είχες μεγαλώσει τόσο,
σαν να μην ήταν άλλη η προσμονή μου.

H Mαριάμ σου άνοιξε την αγκαλιά της
¯δεν είχε δει το γιο χρόνια και χρόνια¯
εσύ του κήπου τα κλειδιά  κρατούσες
κι αύριο αν θ' αναστηθείς ρωτούσες.


    IH'


Aς σιμώσουμε  λοιπόν
σ' αυτό το περβολάκι

Eδώ το κλαδάκι
της ιπομέας
ανθίζει, ορθώνεται
μαραίνεται, λυγίζει
σαν τον άνθρωπο
φεύγει και δεν φεύγει
σαν τον άνθρωπο.

 

Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου