Εκτύπωση του άρθρου

ΣΩΤΗΡΗΣ ΣΑΡΑΚΗΣ



ΗΣΟΥΝ ΕΚΕΙ


Ήθελα τόσα να σου πω
μα ήτανε στ’ όνειρο κι οι λέξεις
πήγαιναν αλλού κι εγώ
δεν ήξερα ποιος ήσουν, μάνα
ή πατέρας, αδερφός, εκείνος
ο λυτρωτικός εξομολόγος,
των δέκα χρόνων μου η καλή
δασκάλα, κάποιος άλλος, ήθελα
τόσα να σου πω γιατί περάσαν
χρόνια και χρόνια κι η ζωή
τελειώνει κι όσα μένουν
κατακάθι όλο βαραίνουν,
τα ριζικά που ορίσανε
το ριζικό μας, φτάνουν
μαζί μας ως την άκρη, ασήκωτα
μας πνίγουν, κι ήσουν
εκεί, δεν είχα τρόπο
να σου πω κι όλο μιλούσα, τίποτα
δεν έλεγα γιατί
είμασταν στ’ όνειρο κι οι δυο
τόσο κοντά χαμένοι

έτσι συμβαίνει στ’ όνειρο, έτσι όταν
έχουν περάσει χρόνια
και χρόνια, βρίσκεσαι
στην άκρη και κανείς
δεν είναι πια κανείς που ήσουν
παιδί κι ήταν μεγάλος, πώς,
ποιος μέσα στ’ όνειρο ν’ ακούσει,
να γνωρίσει γλώσσα παιδική
φτασμένη ως τα ψελλίσματα του τέλους;