Εκτύπωση του άρθρου

 

IVAN THEOFILOV

Επιμέλεια μετάφραση: Ζντράβκα Μιχαήλοβα.

 

 

Ο Ιβάν Θεόφιλοφ γεννήθηκε το 1931 στο Πλόβντιβ (Φιλιππούπολη), Βουλγαρίας. Σπούδασε στην Ανώτατη Ακαδημία Θεατρικής Τέχνης στη Σόφια και εργάστηκε ως δραματουργός και σκηνοθέτης. Συντάκτης της δημοφιλούς σειράς σύγχρονής ποίησης απ’ όλον τον κόσμο «Globus» των εκδόσεων Narodna kultura. Ιδρυτής και αρχισυντάκτης του έγκριτου λογοτεχνικού περιοδικού ‘Sezon’. Έχει διατελέσει δύο φορές πρόεδρος της Εταιρείας Βουλγάρων συγγραφέων. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές «Ο ουρανός και όλα τ’ άστρα» (1963), «Αμφιθέατρο» (1968, 2001), «Πόλη παλίμψηστος» (1976, 2001), «Βίος που μοιράζεται» (1984), “Ο πλούτος του χρόνου” (1981), “Ναι” (1994), “Γεωμετρία του πνεύματος” (1996), «Απαρέμφατο» (2005), «Αφοσίωση στο πνεύμα ή η σημασία των πραγμάτων» (2008), καθώς επίσης και μία Ανθολογία του βουλγαρικού συμβολισμού (1995) κ.α. Για την 80η επέτειό του εκδόθηκε το βιβλίο δοκιμιογραφίας του Θεόφιλοβ «Η οικουμένη του αυγού» (2011).

Ποιήματα και θεατρικά του έργα έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από είκοσι γλώσσες. Έχει τιμηθεί με το Εθνικό βραβείου «Π. Κ Γιάβοροβ» και το Εθνικό βραβείου βουλγαρικής λογοτεχνίας «Χρ.Γκ. Ντάνοβ».

Το 1997 του απονεμήθηκε το βραβείο του υπουργείου Πολιτισμού για τη συνολική συνεισφορά του στον βουλγαρικό πολιτισμό. Είναι επίτιμος πολίτης της πόλης Πλόβντιβ.

           

Η ΠΑΛΙΑ ΠΟΛΗ ΤΟΥ ΠΛΟΒΝΤΙΒ (ΦΙΛΙΠΠΟΥΠΟΛΗΣ)
 
Οι αρχαίες σου αναβαθμίδες αιωρούνται ανάμεσα στ’ άστρα.
Γαλάζια γαϊδουράκια βόσκουν τη σιωπή τριγύρω.
Η ρωμαϊκή οδός κατεβαίνει πλάι σε γαμήλιες λαμπάδες.
Κραυγή της σάρκας μιας γυναίκας χτυπάει στο ρολόι.
Χλωμοί φαρισαίοι πάνε για ύπνο στα βαθιά σπίτια,
ακούνε το γουρούνι, τις κότες, το τρένο, το ποντίκι.
Το σκοτάδι ανατέλλει με ζωηρά αισθησιακά μάτια.
Το νυφικό πέπλο αναβαίνει με την πνοή της καμινάδας.
Γαλάζια γαϊδουράκια καλπάζουν πάνω στις φεγγαρόλουστες στέγες.
Άγιοι απογειώνονται με ένα σύννεφο από ασπροβαμμένες εκκλησίες,
με ματωμένα αρνιά, καλωσορίζουν το νυφικό πέπλο.
Λεοπαρδάλεις κοιτούν με κεχριμπαρένια μάτια από τα κατώφλια.
Ανάμεσα σε πυξάρια βάκχες με ατλαζένιες κορδέλες
κάνουν σπονδές με ευωδιαστό μύρο από μπρούντζινα αγγεία…
 

ΟΡΤΑΜΕΖΑΡ1
 
Η γειτονιά
με επαρχιώτικες αυλίτσες βυθισμένες στο πράσινο,
δίπλα στα ζεστά μποστάνια,
τα μαγγανοπήγαδα, τ’ αλογάκια τα περιστρεφόμενα,
με τα νυσταλέα βρώμικα δρομάκια - και
τη μαγεμένη
                     αυταρχική
                                      εκκλησία.
Η γειτονιά με την τούρκικη καθημερινότητα και τη συναγωγή –
Η Παλαιστίνη θαυμαστή των Εβραίων
με μαγαζάκια,
που πωλούν:
                     τσίχλα,
                            ξηρούς καρπούς, ρεβίθια,
                                                 νεμπέτ-σεκέρ,
                                                                      τριζάτες καραμέλες.
Η γειτονιά
με τον φόβο και τον πόνο,
όπου τη μέρα έλαμπαν αστέρια
(όπως στους βίους των αγίων)
στα πανωφόρια των φτωχών Εβραίων;
με τον πόλεμο ενάντια στις κάργες
με τους συναγερμούς των βομβαρδισμών και τα τούνελ,
με τα ορθάνοιχτα μάτια της παιδικής μου ηλικίας...
Πυροβόλησαν στα κεραμίδια του σπιτιού μας τον Σάμη
του μπάρμπα Ιάκω, τον αδερφό της Ρεββέκας και της Εσθήρ,
τις κοκκινομάλλες δίδυμες. Ύστερα
μάθαμε, ότι πήρε τ’ όνομα Άγγελος...
Και εκείνος ο αιματοβαμμένος και σιωπηλός άγγελος
κούρνιασε στη στέγη του σπιτιού μας. Η γιαγιά μου σταυροκοπιόταν.
Και’ γώ είδα να περνούν τις διασωθείσες από την εξόρμηση κάργες. Έλαμπε ένα θεσπέσιο ηλιοβασίλεμα! Ο πατέρας μου ψιθύρισε: - Τι κρίμα! - Μεσ’ το παράθυρο                                της οικογένειας Ιακώβ έκαιγε λυχνία
με επτά πολύχρωμα κεριά.
Ήταν Πάσχα.
 
 
ΈΦΕΣΟΣ
 
“Ιωνία... Ο μυθικός αιώνας του Ανδροκλή...” –
υποβολέας μου αυτό το παράλογο θέαμα  –
                                                                        συνωστισμένη
δυσφορία μέσα στο ερημωμένο θέατρο,
παγωμένη γκριμάτσα και θερισμένη χειρονομία
                                                                        με φόντο
το άγριο μικρασιατικό τοπίο,
ζει με το αρχέγονο ένστικτο ενός κόσμου
                                                                        που αντάλλαξε
την απόλυτη μοναξιά του με καθημερινότητα...
Ανατριχιάζει με την πρωτόγονη
στιλπνότητα
από την ανάμνηση τεθρίππων ορμώμενος ο δρόμος.
Ξεπροβάλλουν άθλια οι σπασμένοι
                                                                                    αναβαθμοί
στους μεγαλοπρεπείς αρχιτεκτονικούς σκελετούς.
Σκαλιστή μαρμάρινη πύλη
                                                                        χαράζει
ανέμελο το εσωτερικό με τους άγριους θάμνους
και πλήθος οι τρύπες χάσκουν
                                                                      
στην αμήχανη ανακάλυψη
δημόσιων αποχωρητηρίων
                                                ΟΛΟΚΛΗΡΗ
                                                η βάναυσα
θρυμματισμένη
ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ συγκεκριμένων διαστάσεων,
στην αμείλικτη
 μοίρα
                         της εγκατάλειψης.

Μετάφραση από τα βουλγάρικα στα ελληνικά:
Ζντράβκα Μιχάιλοβα
© Poeticanet
 

1 Ορταμεζάρ είναι η παλιά τούρκικη και εβραϊκή γειτονιά στη Φιλιππούπολη. ΣτΜ