Εκτύπωση του άρθρου

ΑΝΝΑ ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΥ

 

 

Στα ίχνη του ανθρώπινου δημιουργικού

 

(Ανακοίνωση στο 31ο Συμπόσιο ποίησης)

 

Ευχαριστώ την Λύντια Στεφάνου και την οργανωτική επιτροπή του Συμποσίου, όπως και όλους εσάς γι’αυτή την ευκαιρία συμμετοχής στην εκδήλωση.

Σ’ αυτήν  την παρουσίαση επέλεξα  να μοιρασθώ μαζί σας κάποιες σκέψεις που αφορούν
τα θεμέλια της δημιουργικότητος μέσα μας, δηλαδή ενός δημιουργικού που μπορεί να αντιταχθεί στις θύελλες κρίσιμων στιγμών της ζωής και που δυνάμει ανήκει σε όλους.
Θα σταθώ κατ’αρχήν στο «κοινό» και όχι στο χαρισματικό. Στην γονιμότητα του ψυχισμού που τελικά επιτρέπει το «γίγνεσθαι εις άνθρωπον», ξεπερνώντας την ύπαρξη του φυσικού όντος.

Όπως λέει η Διοτίμα στο Συμπόσιο του Πλάτωνος : «σε όλους τους ανθρώπους, Σωκράτη, υπάρχει η γονιμότητα και έρχεται η ώρα που η φύση μας έχει την επιθυμία της γέννας».

Όμως, ξεκινώντας από την δημιουργικότητα τού κάθε ατόμου που με τις ψυχικές κινήσεις του πλάθει την ψυχική και, εν πολλοίς, και την εξωτερική του πραγματικότητα, θα αναφερθώ έπειτα και στην δημιουργικότητα όσων παράγουν τα  κοσμήματα της ανθρώπινης σκέψης, που είναι η ποιητική παραγωγή ή ένα καλλιτέχνημα, ως αποτέλεσμα πρόσθετης ψυχικής εργασίας.

 Χωροχρόνος λοιπόν πρωταρχικής αναφοράς μου είναι η ψυχική ζωή του κάθε ανθρώπου ο οποίος με υφάδια διαχρονικά και συγχρονικά διαμορφώνει τα ποικίλλα σχήματα των εκφράσεων του ψυχικού και πλέκει την λειτουργία του. 

 Πώς θα μπορούσε κανείς να καταλάβει την ποίηση εαυτού ; Και ακόμη την ποίηση αντικειμένων ; Πού βρίσκονται οι πηγές και ποιες είναι οι προϋποθέσεις ; Και πέρα από αυτά, πώς το ψυχικό διάβημα καταλήγει στο πλάσιμο έργων κάλλους αισθητικού ή στην άρθρωση ποιητικού λόγου;

 Ασφαλώς στον χρόνο των 20` που διαθέτω είναι αδύνατον να απαντήσω στα ερωτήματα εκθέτοντας το θέμα με την πολυπλοκότητα και την πολυσημία που παρουσιάζει η ψυχική εργασία. Θα επιχειρήσω να δώσω μόνον κάποια στοιχεία από όσα συνθέτουν την ψυχική πραγματικότητα.

*
Η καθημερινή ζωή, όσο και η κλινική πράξη δείχνουν ότι ως αποτέλεσμα οργανώσεως διαδοχικών, αλλά  αντιφατικών, νοητικών και συναισθηματικών κινήσεων, ή λειτουργία του ψυχισμού άλλοτε συγκροτείται ως δείκτης συνθέσεως καινούργιων τρόπων εκφράσεως και επικοινωνίας, άλλοτε καταλήγει σε κύκλους επαναλήψεων1 που φτωχαίνουν τον ψυχικό κόσμο. Εντούτοις, τόσο η προϊούσα , όσο και η παλινδρομική φορά στην ψυχική ζωή συνιστούν δημιουργήματα, εφ’όσον η δυναμική του ψυχισμού προς την μία κατεύθυνση, όπως και προς την άλλη, προσδιορίζει και νέους συνδυασμούς και μεταλλαγές. Σ’αυτή την δυναμική η ανθρώπινη σκέψη δηλώνει έμφυτη δυνατότητα να παράγει εικόνες, αναπαραστάσεις, ιδέες, έννοιες, συλλογισμούς.

Τρία ρεύματα διατρέχουν την νοητική ζωή. Ένα ρεύμα διατίθεται στις δευτερογενείς διαδικασίες της λογικής. Ένα άλλο συγκεντρώνει τα αμετάλλακτα στοιχεία τραυματικών εμπειριών. Στο τρίτο κυλούν στοιχεία τα οποία πλάθουν τις φαντασιώσεις και τα όνειρα σε διαδικασίες –κυρίως πρωτογενείς– που αγνοούν τα δεδομένα της πραγματικότητος, την λογική συνέπεια και συνοχή, τους περιορισμούς του χρόνου και του τόπου. Είναι η σκέψη των αρχών της παιδική ηλικίας, βασισμένη σε ψευδαισθήσεις ικανοποιήσεως επιθυμιών. Παρά τις άμυνες που το Εγώ σηκώνει, το τρίτο αυτό ρεύμα εξακολουθεί να διατρέχει την ζωή μας στις ονειροπολήσεις της ημέρας, όπως στα όνειρα της νύχτας όπου όλα είναι εφικτά και έξω από τοποχρονικούς περιορισμούς.

Υπό ευρεία έννοια, η «ποίησις», δηλαδή η κάθε ανθρώπινη «κατασκευή», θεμελιώνεται επάνω στην ανάπλαση αντικειμένων που δίνουν στο υποκείμενο αίσθηση πληρώσεως μέσα στην ευχαρίστηση της διαμορφώσεώς τους. Τα όνειρα και οι φαντασίες μας είναι «ποιητικά» αφού ζητούν να επουλώσουν απογοητεύσεις, με τις οποίες αναπόφευκτα η πραγματικότης μας τροφοδοτεί, πλάθοντας σκηνοθεσίες που αποφορτίζουν τον ψυχισμό από τις εντάσεις. Η  ονειρική εργασία είναι ψυχική εργασία που συναρθρώνει τις εικόνες ονείρων που θυμόμαστε ή που διηγούμεθα. Οι μεταλλακτικές διαδικασίες , οι συνδέσεις που κάνομε, πλάθουν νέες μορφές.   Το παιδικό παιχνίδι είναι μία άλλη μαρτυρία του δημιουργικού που βασίζεται σε εξαφανίσεις / επανεμφανίσεις και χειρισμούς του υποκειμένου και των αντικειμένων του.  Το 1907 ο Freud μίλησε για τους τεχνίτες του λόγου που κατασκευάζουν ένα φανταστικό κόσμο «σαν να ονειρεύονται στο φως της μέρας». Απελευθερώνονται έτσι από ψυχικές εντάσεις, βρίσκοντας ευχαρίστηση στο έργο που πλάθουν αναζητώντας καινούργιες συναρμογές  για τις βιωματικές τους εμπειρίες.

Ωστόσο, ο Freud έλεγε επίσης (1915 Σκέψεις για τους χρόνους του πολέμου και του θανάτου) ότι η σκέψη δεν μπορεί  να λειτουργήσει μέσα σε ισχυρούς συγκρουσιακούς κλονισμούς ή όταν αφυδατώνεται, πετρώνοντας τις φορτίσεις που δεν αντέχει. Και ασφαλώς το πόσο αντέχει κάθε ψυχισμός ποικίλλει, όπως ποικίλλει και το τι αντέχει.

Αλλά εδώ ακριβώς συναντάμε το ερώτημα για την σχέση που μπορεί να υπάρχει μεταξύ κρίσεων – με την έννοια των κρίσιμων στιγμών μιας ανθρώπινης διαδρομής – και της δυνατότητος ψυχικής ποιήσεως. Στην ψυχαναλυτική οπτική, όταν μιλάμε για κρίση εκτός από την κριτική σκέψη, σκεπτόμαστε έναν κλονισμό. Είτε αυτός είναι κοινωνικός, είτε οικονομικός, ψυχικός ή σωματικός, έχομε να κάνωμε με γεγονότα και διαδρομές που χαρακτηρίζονται από ρήγματα της υφισταμένης ισορροπίας ατόμων ή ομάδων ή και από διαταραχές έκδηλες.
Οι κρίσεις μπορεί να είναι απροσδόκητες και εκτός ελέγχου. Οι συγκινησιακές εκδηλώσεις εκείνων που υφίστανται την κρίση μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο βίαιες, αλλά συχνά δεν μπορούν να τύχουν ψυχικής διεργασίας. Θα προσθέσω ότι υπό μία έννοια το ψυχικό γίγνεσθαι είναι πάντοτε σε κρίση γιατί συντελείται – έστω και εάν δεν το ξέρομε συνειδητά – μέσα στο πλέγμα δυνάμεων αντιθετικών έρωτος και καταστροφικότητος, ελλείψεων και ικανοποιήσεων. Βέβαια, χρησιμοποιούμε διαφόρους μηχανισμούς  για την αντιμετώπιση των φορτίσεων : καταστολή, προβολή, χρηστική σκέψη. Οπωσδήποτε όμως οι εντάσεις που ζούμε σχετίζονται με συγκρούσεις εξωτερικές και εσωτερικές, που συχνά διακινούνται από παλιές τραυματικές εμπειρίες. Οι ψυχικές τροχιές που ακολουθούνται τότε, μπορεί να καταλήξουν σε παλινδρομήσεις οι οποίες εμπλέκουν ως και το σώμα. Μπορεί αντίθετα να καθορίσουν  επανοργανωτικές διαδρομές κατά τις οποίες οι διεγέρσεις απορροφώνται από συμβολικούς σχηματισμούς. Ο ποιητικός λόγος ανήκει σ’αυτούς. Είναι όμως δυνατόν και να διαιωνίζεται η ταλάντευση μεταξύ προσπαθειών συμβολοποιήσεως, κινήσεων μετουσιώσεως και ασταμάτητων ψυχικών συγκρούσεων. Κανένα ανθρώπινο δημιούργημα δεν απαλλάσσεται από τις ταλαντεύσεις αυτές, αν και σε ωρισμένους από εμάς παίρνουν μορφές εκρηκτικές. 

Γράφοντας για τον Hemingway  στο χώρο του γραπτού λόγου2, όπως και για τον Giacometti και για τον Yves Klein3 στον χώρο των εικαστικών τεχνών, έχω καταγράψει την οδύνη και τις ψυχικές φορτίσεις που μπορεί να  συγκλονίζουν τις μετουσιωτικές προσπάθειες,  όταν οι μετουσιώσεις δεν είναι ικανές να απορροφήσουν τις ενορμητικές καταιγίδες ή να εξουδετερώσουν αυτοκαταστροφικές στοιχειοθετήσεις. Γιατί εάν οι ενορμητικές θύελλες, ιδιαίτερα σε στιγμές κρίσεων, είναι κατακλυσμικές, οι μετουσιώσεις δεν συγκρατούν τις απομείξεις, ούτε τις σωματικές διαταραχές. Το μετουσιωτικό διάβημα βυθίζεται τότε μέσα σε εκρηκτικό ηφαίστειο. 

 Οι απώλειες, οι χωρισμοί, οι περίοδοι βιολογικών ή κοινωνικών αλλαγών, είναι παραδείγματα κρίσεων που μπορεί να αποδιοργανώσουν τα μέσα τα οποία συνήθως χρησιμοποιεί ένα άτομο ώστε να αντιμετωπίσει συνθήκες εσωτερικές και εξωτερικές που ταράζουν τις ισορροπίες που συνειδητά ή ασυνείδητα έχει εγκαταστήσει. Άρα, κάθε κρίση παραπέμπει στο «άγνωστο», στο μη καθοριζόμενο ως προς τις ικανότητες του ατόμου να την χειρισθεί. Δεν είναι δηλαδή καθόλου σίγουρο εάν ένα άτομο σε κρίση θα μπορέσει να χρησιμοποιήσει τα αμυντικά μέσα που διαθέτει για να προσανατολίσει τα πράγματα προς την κατεύθυνση εξισορροπήσεως ψυχικής ή σωματικής. Μπορεί αντιθέτως, τα πράγματα να κινηθούν με κλονισμούς και διαταραχές ταυτότητος και ταυτίσεων.

Οι θύελλες στην ψυχική μας ζωή χαρακτηρίζονται από την συμπαιγνία και την σύγκρουση δυνάμεων συνδέσεως και δυνάμεων αποσυνδετικών (επενδύσεις – αποεπενδύσεις – επανεπενδύσεις • διασπάσεις, ρήξεις, αποδιοργανώσεις, διαχύσεις). Πολλοί ποιηταί, όπως ο Ezra Pound, o Paul Celan ο Borgès, ο Hölderlin και σε μας ο Καρυωτάκης ή ο Καρούζος, έχουν δώσει τραγικές μαρτυρίες γι’αυτό. Όποια όμως και νάναι η ροή – προϊούσα ή παλινδρομική – των ώσεων έρωτος και καταστροφικότητος που κατέχουν τον άνθρωπο, παραμένει το γεγονός ότι το ψυχικό γίγνεσθαι είναι συνεχής εργασία ποσοτικών και ποιοτικών μεταλλαγών, έστω και αν αυτές δεν ακολουθούν πάντα την προϊούσα φορά. 

Αλλά η πορεία της δημιουργίας των έργων τέχνης είναι αποτέλεσμα ενός επί πλέον ψυχικού μόχθου που δίνει μορφή σε δυνάμεις που συνεργούν και που συγκρούονται. Η άποψη αυτή συναντά το ερώτημα : πώς καθίσταται η δραστηριότης του ψυχισμού ποίηση έργων  αισθητικού κάλλους από τον καλλιτέχνη ή γλώσσα συνδέσεων, δηλαδή έρωτος, από τον ποιητή, ακόμη και όταν ο λόγος του κρατιέται μακριά από αυτήν καθαυτήν την ερωτική θεματική. Πώς το πνεύμα εγγράφεται μέσα στην ανθρώπινη σαρκική ύλη ως έργο τέχνης;

Το στήσιμο ενός καλλιτεχνήματος, ενός ποιήματος , όπως και μιας επιστημονικής παραγωγής,  προϋποθέτει πρόσθετη ψυχική εργασία του δημιουργού, που αναφέρεται σε κινήσεις αποερωτικοποιήσεως των σημαντικών καταστάσεων και προσώπων της ζωής του και αποδεσμεύσεώς του από αυτές προκειμένου το λιβιδινικό δυναμικό του να επενδύσει κυρίως τους στόχους της παραγωγής του.  Αυτό είναι το θεμέλιο της λεγόμενης μετουσιώσεως.

Η δυναμική των μετουσιώσεων σφραγίζεται από την παραίτηση των απ’ευθείας και των άμεσων ικανοποιήσεων των ερωτικών και επιθετικών ώσεων, αν και αυτό δεν σημαίνει, όπως είπα, ότι οι κινήσεις των μετουσιώσεων μένουν έξω από συγκινησιακούς κλονισμούς. Γενικώς όμως, όταν στο χώρο της τέχνης ή της ποιήσεως υπάρχει παραγωγή έργων που κατατίθενται στον έξω κόσμο ως κρυστάλλωμα ιδεών, εικόνων, συναισθημάτων, έστω και αν οι μετουσιωτικές προσπάθειες σκοντάβουν σε εμπόδια, τα δημιουργήματα αυτά είναι ενεργήματα ενός παλλόμενου ψυχισμού. Οι δονήσεις του καταλήγουν σε μορφοπλασία απότοκο δυνάμεων που είναι σε συμπαιγνία και σε σύγκρουση, γιατί κάθε δημιούργημα, έργο τέχνης ή ποίημα, φέρει τα ίχνη της  τροχιάς, τόσο των ενορμητικών ώσεων που το ποτίζουν, όσο και αμυντικών αντιεπενδύσεων.

Κάνω την υπόθεση ότι οι ψυχικοί παλμοί που καταλήγουν στην παραγωγή ενός έργου τέχνης ή μιας ποιητικής εγγραφής οφείλονται αφ’ενός σε μία γόνιμη συνάντηση του δημιουργού με τις επικρατούσες τάσεις των χρόνων στους οποίους το έργο παράγεται, και αφ’ετέρου σε μία εξαιρετικά εύφορη, καρπερή, διασταύρωση των παράγωγων του άχρονου παιδικού με τις διαστάσεις της αμφισεξουαλικότητος και του μητρικού μέσα στον καλλιτέχνη ή στον ποιητή. Και αυτά ανεξαρτήτως φύλου. 

Όταν λέω μητρικό δεν αναφέρομαι στο μητρικό πρόσωπο ή στην μητρότητα, αλλά σε μια ψυχική συνθέτουσα, υπεύθυνη για έναν τρόπο λειτουργίας και σχέσεως που αποτελεί θεμέλιο για την ζωή της φαντασίας και της αισθητικής. Θα επανέλθω σ’αυτό.

Όταν αναφέρομαι στο «παιδικό» δεν εννοώ το τι επιζεί από δεδομένα ικανοτήτων και εμπειριών της παιδικής ηλικίας. Αυτά έτσι και αλλιώς υπάρχουν. Αναφέρομαι σε ό,τι –όπως είπε ο Freud– σφραγίζει και διαμορφώνει τα δεδομένα, δηλαδή στην εκτός χρόνου δυναμική των εκβλαστήσεων του ασυνειδήτου.

Κόμβος ώσεων επιθυμίας που καθορίζουν κινήσεις μετατοπίσεων, συμπυκνώσεων, παραμορφώσεων, αλλά αμετάλλακτο στον πυρήνα της δράσεως του, το δυναμικό ασυνείδητο μένει ενεργό σ’ όλη μας την ζωή. Παράγει βλαστάρια όπως τα βρίσκομε στα όνειρα και στις ονειροπολήσεις, στα συμπτώματα, σε επαναλήψεις που συγκροτούν μνήμες αλλά όχι αναμνήσεις, διαποτίζοντας συνεχώς τις πράξεις, τις σχέσεις και τις σκέψεις του ανθρώπου και συνθέτοντας, μέσα στην άγνοια μας, ποικίλλα μορφώματα στην σκηνή της ζωής μας.

Κάθε παιδί ψάχνει, ερευνά, επαναλαμβάνει την αναζήτηση αντικειμένων που επιθυμεί. Θέλει απαντήσεις για όσα χάνονται ή απουσιάζουν. Οι παιδικές θεωρίες για τις αιτίες των πραγμάτων οργανώνουν φαντασιώσεις που καθορίζουν παραγωγές εικόνων, λέξεων, ήχων, στην πορεία εξελίξεως του ατόμου.  Στον καλλιτέχνη όμως ή στον ποιητή, οι κινήσεις του ασυνειδήτου τροφοδοτούν την ναρκισσική επιδίωξη να γίνει δημιουργός έργου μέσω του οποίου προτείνονται παραλλαγές ή νέες όψεις της πραγματικότητος. Το έργο είναι αποτέλεσμα μακρόπνοης προσπάθειας του δημιουργού μέσα σε ταλαντεύσεις πρωτογενών και δευτερογενών διαδικασιών, συνδέσεων και αποσυνδέσεων. Οι ώσεις που πηγάζουν από τις ενορμητικές πηγές, διαπερνώντας τα φράγματα του προσυνειδητού και της λογοκρισίας κινητοποιούν, περιχαράζουν και σηματοδοτούν διαβήματα πλαστικά έργων ικανών να κατατεθούν στον εξωτερικό κόσμο ως απόδειξη μιας γονιμότητος που καλεί την αναγνώρισή της από τους άλλους.   Και όπως πολύ ζωντανά έχει πει ο Χρ. Γιανναράς4 «το έργο σώζει άχρονα την υπαρκτική ετερότητα του καλλιτέχνη». 

Όταν η μετουσιώνουσα εργασία δεν κάμπτεται από τις θύελλες ενός ξέφρενου ενορμητικού που ως πάθος ερωτικό ή αυτοκαταστροφικό σαρώνει τις δυνατότητες παραγωγής, τότε η ολοκλήρωση του έργου τέχνης ανοίγει σε ανασφενδόνηση της επιθυμίας του «πλάθω», «κτίζω», «κοιτάζω», «ψαύω», «ακούω», «επιδεικνύω». Το αστείρευτο ασυνείδητο και τα παράγωγα του τροφοδοτούν  νέα αναπαραστατικά πλέγματα, καινούργιες διευθετήσεις σε μορφές που έρχονται να φωλιάσουν στον εσωτερικό ψυχικό χώρο, πριν να κατατεθούν έπειτα στον εξωτερικό.

 Φωλιάζουν σημαίνει βρίσκουν φωλιά, χώρο υποδοχής. Πιστεύω, ότι η άνθησις των δυνατοτήτων ενός δημιουργού είναι εφικτή όταν οι δυνατότητές του συναντούν την εσωτερίκευση και την ιδιοποίηση του μητρικού, δηλαδή αναπαραστάσεων που αφορούν το «γεννιέμαι» και το «γεννώ». Μ’άλλα λόγια, όταν, ανεξαρτήτως φύλου, οι δυνατότητες του ατόμου διαπλέκονται με τις αρσενικές και θηλυκές διαστάσεις της ψυχικής ζωής προεκτεινόμενες στην μητρική συνθέτουσα, μεταφορικό όρο που χρησιμοποιώ για να αναφερθώ στις ψυχικές εγγραφές των κατηγοριών της «προστασίας», του «κρατώ», του «παρέχω», του «γεννώ».

Το να γεννήσει κανείς έχοντας γεννηθεί «εις εαυτόν» είναι στιγμές  της χρονικότητος του ατόμου που βρίσκονται σε μεγάλη απόσταση η μία από την άλλη. Ωστόσο η εσωτερική τους συμπαράθεση είναι στιγμή δομική και οργανωτική για κάθε καλλιτεχνική παραγωγή ή ποιητική σύνθεση.

Η εσωτερίκευση του γεγονότος της γεννήσεως συνεπάγεται καταρχήν ένταξη στον ψυχισμό της έννοιας του «αγνώστου», γιατί τέτοια υπήρξε η σεξουαλική ένωση των γεννητόρων. Αυτά τα σώματα που ήταν χωρισμένα, που ενώθηκαν και ξαναχωρίσθηκαν, αναπλάθονται στην φαντασία ως εγγραφή ζεύγους του οποίου το σμίξιμό καταλήγει σε μία παραγωγή. Διακινούμενος λοιπόν από την αμφισεξουαλικότητα του ο καλλιτέχνης ή ο ποιητής γεννιέται ο ίδιος ως δημιουργός έργου για το οποίο φιλοδοξεί να είναι μοναδικό. Όπως ένας πατέρας και μια μάννα προσδοκούν για το παιδί τους. Μοναδικό, δηλαδή πέρα  από μιμήσεις και ταυτίσεις. Στην διαδικασία συναρθρώνονται η ιδέα του καινούργιου που θα παραχθεί, η ρήξις με αυτό που προϋπάρχει και η σύνδεση σε μια συνέχεια. Το έργο είναι ιδιοκτησία, αλλά θα παραδοθεί στο κοινό, στους άλλους. Σύνδεση, αποσύνδεση, ξερίζωμα και δέσμευση συνηχούν στην ψυχική εργασία από την οποία αναδύεται το παραγόμενο.

Τα αντικείμενα της παραγωγής απαιτούν συγκεκριμένη μορφοπλασία, η οποία εξαρτάται από τις ικανότητες εκείνου που δίνει την μορφή, απαιτούν όμως και φροντίδα για το στήσιμό τους, ένα «νοιάξιμο» μητρικό το οποίο μεταλλάζει ή συμπορεύεται με την όποια αμφιθυμία ή βία κρύβεται στην μήτρα του παραγωγού, όπως στην μήτρα κάθε μητέρας.

Η αναγνώρισις της αμφιθυμίας ή και της καταστροφικότητος δεν σβήνει την δεκτικότητα του περιέχοντος που προσφέρει η μητρική συνθέτουσα, όταν τα παράγωγα του ασυνειδήτου που σφύζουν στο άχρονο παιδικό της ψυχικής ζωής έρχονται να φωλιάσουν σε χώρο «έσω» που κτίζεται από την αμφισεξουαλικότητα του δημιουργού καθορίζοντας προσδοκίες του "καινούργιου", όπως αυτό εγγράφεται στις ποικίλες εικαστικές ή ποιητικές κατασκευές, αλλά και στις επιστημονικές.

Οι κύκλοι των μετουσιώσεων απορροφούν τις λιβιδινικές επενδύσεις, αλλά οι ώσεις που τις κινούν πηγάζουν πάντα από τα τρίσβαθα της ψυχοσωματικής υπάρξεως. Και το μητρικό, από πηγή άγχους που κατ’αρχήν είναι, λόγω της βιαιότητος των επιθυμιών προσκτήσεως, γίνεται στον δημιουργό χώρος υποδοχής των όσων πλάθει.

Οι παραγωγές είναι προτάσεις και εισφορές, σε αναμονή της ανταπόκρισης του θεατή, του αναγνώστη. Οδηγούν, όπως λέει ο Χρ. Λάζος5, στην διαπίστωση ότι  «το ποίημα, μιλώντας για την δική του ώρα, μιλάει την ίδια στιγμή και για την  ώρα του αναγνώστη…  Η εμπειρία που χαράζει το σώμα του ποιήματος, δεν δίνει το κλειδί της παρά μόνον στην αντίστοιχη εμπειρία του άλλου».

Δίνει το κλειδί; Αμφιβάλλω γι’αυτό, μια και ο ομφαλός κάθε έργου δημιουργίας παραμένει δεμένος με το άγνωστο βάθος της πηγής από την οποία αναδύθηκε. Γι’αυτό και το παραγόμενο συχνά παραμένει για τον καλλιτέχνη ελλειμματικό εν σχέσει με το τι περιμένει να αναβλύσει από την πηγή.

Αντιστοιχίες εμπειρίας ; Ναι. Γιατί πιστεύω ότι κάθε δημιούργημα καλεί τον θεώμενο, τον ακροατή, τον αναγνώστη, να σκεφθεί και να συμπορευθεί στα μονοπάτια μείξεως του ανησυχητικού αγνώστου και του οικείου, εκεί όπου η ανθρώπινη ιδιοφυΐα πλέκει τα νήματα που υφαίνουν τα πολυσήμαντα μορφώματα –φως και σκιές–  που μας προσφέρει.

31ο Συμπόσιο Ποίησης
Πάτρα, Ιούλιος 2011

 

Άννα Ποταμιάνου