Εκτύπωση του άρθρου
ΓΙΑΝΝΑ ΜΠΟΥΚΟΒΑ
 

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα

Journey Towards the Shadow
 
                                                           

    Στην αρχή τού έδωσε μερικές διερευνητικές ερωτήσεις: Έχει δει ποτέ του πολιτείες με τη μορφή πούμα στο χάρτη; Έχει συναντήσει ποτέ στα ταξίδια του γυναίκες που η γλώσσα τους είναι τόσο τραχιά όσο της γάτας; Ή γυναίκες που οι ρώγες τους είναι τόσο σκληρές που τρυπούν το ύφασμα των ρούχων;

    Ο Ούτις σάλιωνε τώρα με ευχαρίστηση το πελώριο τσιγάρο που έστριβε και καθυστερούσε να απαντήσει. Μετά το άναψε και επιδέξια άρχισε να φτιάχνει κυκλάκια καπνού. Έμοιαζαν με άχρηστα μηδενικά πίσω από ανύπαρκτη μονάδα κι ο Γιαν Βαν Άτεν περίμενε πότε θα κάνει ένα  μικρότερο περνώντας το επιδεικτικά μέσα από κάποιο μεγαλύτερο, για να του γυρίσει τη πλάτη και να φύγει, πεπεισμένος ότι ο άνθρωπος αυτός είναι ένας σκέτος απατεώνας. Ωστόσο ο Ούτις απάντησε, ότι δεν έτυχε να δει ποτέ του τίποτα απ όλα αυτά. Υπάρχουν όμως –συνέχισε– στον Ειρηνικό ωκεανό συστάδες νησιών που ονομάζονται  Χαμηλές Νήσοι, γιατί υψώνονται μόλις μια παλάμη επάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, πλημμυρίζουν σε κάθε παλίρροια και δεν υπάρχει τίποτα εκεί –σπίτι, έπιπλο ή ναός, που να μην έχει τη μορφή σχεδίας. Όπως και να ’ναι, οι γυναίκες στα νησιά αυτά είναι μελαμψές και οι ελιές επάνω στο σκούρο δέρμα τους λάμπουν, πιο συγκεκριμένα έχουν ένα ανοιχτό ρόδινο χρώμα, έτσι που νομίζεις ότι τα κορμιά τους σκεπάζονται από αστέρια.

    Αυτό το τελευταίο έφθανε και περίσσευε στον Γιαν Βαν Άτεν για να προσκαλέσει τον άγνωστο να φάνε μαζί. Ο Ούτις αν και πεινασμένος –κάτι που το καταλάβαινες αμέσως– έτρωγε χωρίς να βιάζεται με σοβαρές, μετρημένες κινήσεις και το φαγητό δεν τον εμπόδιζε καθόλου να κουβεντιάζει. Μιλούσε τη γλώσσα με έντονη προφορά αλλά ελεύθερα κι έβρισκε πάντα τις λέξεις που του χρειάζονταν. Ο Γιαν Βαν Άτεν είχε την αίσθηση ότι αυτή ακριβώς η αναζήτηση καθόριζε σε μεγάλο βαθμό την πορεία του λόγου του. Όση ώρα έπιναν τα τέσσερα λίτρα μπύρας που σημάδεψαν την αρχή της φιλίας τους, ο Ούτις πρόλαβε να του διηγηθεί αρκετά από την πλούσια και αντιφατική βιογραφία του κι ανάμεσα στ’ άλλα και την παράξενη διαδικασία ενός παιχνιδιού με τράπουλα που έπαιζαν στο νησί του Βόρνεο. Στη συνέχεια ο Γιαν Βαν Άτεν θα διαπίστωνε, ότι ένα όχι μικρό μέρος από τις ιστορίες τού οδηγού του έχει ως σημείο αναφοράς του αυτό το μαγικό νησί.

    Στη νήσο Βόρνεο έλεγε ο Ούτις τιμούν την τύχη ως πρώτη και μοναδική αιτία κάθε ύπαρξης και κάθε ανυπαρξίας, όλων όσων έγιναν, ή ματαιώθηκαν, όλων όσων άρχισαν ή σταμάτησαν προτού να τελειώσουν. Την λατρεύουν με τη μορφή ακέφαλου αγάλματος, χωρίς χέρια και πόδια και με ακαθόριστο φύλο. Μάλιστα στα πιο παλιά και άγρια χρόνια, οι άνθρωποι εκεί προσέφεραν στην θεά ανθρωποθυσίες, δίνοντας στα θύματά τους τη μορφή τού ειδώλου. Οι εποχές εκείνες, δόξα τω Θεώ, είχανε πια περάσει κι απ την αρχαία πίστη απέμεινε μονάχα η συνήθεια και μαζί μ’ αυτήν και η αγάπη τους για το παιχνίδι με τα χαρτιά. Στο Βόρνεο παίζεται μόνον ένα παιχνίδι με τράπουλα, που οι ντόπιοι το υπερασπίζονται με πάθος ως απόλυτη έκφραση της δικής τους ταυτότητας κι αρνούνται να μάθουν κάποιο άλλο. Έχει κανόνες αρκετά πολύπλοκους και παίζεται από τέσσερις –ο κάθε ένας για τον εαυτό του, χωρίς συμπαίκτη. Οι κάτοικοι του Βόρνεο το μαθαίνουν από μικρά παιδιά, και παίζουν αυτό το παιχνίδι ασταμάτητα (για να ’μαστε ειλικρινείς κανένας στο νησί δεν έχει ιδιαίτερα πολύ δουλειά, λόγω του ήπιου κλίματος, των ψαριών που μαζεύονται κοπαδιαστά στα ρηχά και των άφθονων καρπών στα δένδρα) και  με τον καιρό γίνονται όλοι τους μεγάλοι δεξιοτέχνες. Αλλά αυτή ακριβώς η αφθονία χρόνου μετατράπηκε σταδιακά σε σοβαρό πρόβλημα. Ανεξάρτητα από την θεωρία που υποστηρίζει ότι η πιθανότητα να μοιραστούν τα χαρτιά μιας χεριάς με τον ίδιο ακριβώς τρόπο για δεύτερη φορά, είναι μία στο εκατομμύριο, αν εξαιρέσουμε τις περιπτώσεις πολύ μεγάλης τύχης, ή της προφανούς έλλειψης της, οι κάτοικοι του Βόρνεο έχουν την αίσθηση, ότι επαναλαμβάνουν το ίδιο κουραστικό και χωρίς καμία έκπληξη παιχνίδι. Όπως ακριβώς η πιθανότητα επανάληψης των γεγονότων μίας ημέρας με την ίδια σειρά, πολύ συχνά δεν μας αφήνει να απαλλαγούμε από την αίσθηση ότι οι μέρες μας περνούν απαράλλαχτα και τίποτα το καινούργιο δεν συμβαίνει. Εκτός αυτού λόγω του μικρού πληθυσμού που έχει το νησί, ο κάθε ένας εκεί έχει παίξει άπειρες φορές με τον καθένα, και γνωρίζει καλά την τακτική του -ποιος ρισκάρει, ποιος είναι επιφυλακτικός στο παιχνίδι του, σε ποιον αρέσει να περιμένει υπομονετικά. Έτσι οι παίκτες μένουν χωρίς την έκπληξη από την αντίδραση του αντιπάλου. Προσπαθώντας να λύσουν το πρόβλημα αυτό, προχώρησαν σε κάτι που ίσως μονάχα εκεί μοιάζει να μην στερείται εντελώς από κάθε νόημα –να κάνουν δηλαδή την τύχη ακόμη πιο τυχαία. Από καιρό σε καιρό (όχι πολύ συχνά είναι αλήθεια) οργανώνουν το επονομαζόμενο «Μεγάλο παιχνίδι». Διοργανώνεται πάντοτε ειδικά για έναν και μόνον παίχτη, κάποιες φορές από την κοινότητα, ως έκφραση σεβασμού στο πρόσωπο ενός άξιου πολίτη, άλλες πάλι κι από τον ίδιο τον παίχτη, ο οποίος θα πρέπει να είναι και αρκετά εύπορος για να μπορέσει να ανταποκριθεί στις δαπάνες μιας τέτοιας διοργάνωσης. (η ταξική ανισότητα σ’ αυτήν την περίπτωση είναι αναπόφευκτη). Ένα Μεγάλο παιχνίδι διαρκεί από μερικές ημέρες έως μερικές εβδομάδες, και εκτός του παίχτη παίρνουν μέρος ένας τυφλός, ένας ξένος και μια γυναίκα. Ο τυφλός όπως μπορεί να φανταστεί κανείς παίζει στα τυφλά, εκφράζοντας την απόλυτη τυχαιότητα, ο ξένος μισότυφλα, γιατί δεν γνωρίζει τους κανόνες και η γυναίκα ως γυναίκα, γιατί όπως είναι γνωστό στους κατοίκους του νησιού, οι γυναίκες σκέφτονται διαφορετικά από τους άντρες και ακολουθούν διαφορετική τακτική. (Υπάρχει κι άλλη μια, πιο ολιγάριθμη σχολή, η οποία στη θέση της γυναίκας βάζει έναν έφηβο, στηριζόμενη στο γεγονός ότι ένα αγόρι με αδιαμόρφωτο ακόμα χαρακτήρα παίζει πιο παρορμητικά και πιο απρόβλεπτα από έναν ώριμον άνδρα.) Ο παίκτης –γίνεται λόγος πάντοτε για παίκτη μεγάλης αξίας– εκτός από το μοίρασμα των φύλων πρέπει να έχει υπόψη του κι όλους αυτούς τους παράγοντες, για να μπορέσει να οργανώσει σωστά τη τακτική του. Αλλά τίποτα σ’ αυτό το παιχνίδι δεν είναι δεδομένο (εκτός βέβαια από την τυφλή τύχη του τυφλού). Ο ξένος, αν και κανένας δεν του εξηγεί, μπορεί με την πάροδο του χρόνου ν’ αρχίσει να μαντεύει τους κανόνες, η γυναίκα να αποδειχθεί ότι έχει εντελώς αντρική σκέψη, ή –αντίστοιχα– ότι το παιδί είναι πολύ πιο ώριμο από την ηλικία του. Ο καλός παίκτης πρέπει να λαμβάνει υπόψη του και αυτές τις πιθανότητες. Βέβαια, η τελική νίκη του παίκτη (η νίκη υπολογίζεται από το άθροισμα των πόντων σε διαφορετικές παρτίδες) είναι εξαιρετικά σπάνια και γίνεται αφορμή πάνδημων εορτασμών με γλέντια και χορούς που διαρκούν τρία ολόκληρα μερόνυχτα. Εάν νικητής του παιχνιδιού αναδειχθεί ο τυφλός, οι ευσεβείς κάτοικοι του νησιού τιμούν το γεγονός αυτό ως θρησκευτική εορτή και τη γιορτάζουν επίσης με γλέντια και χορούς που διαρκούν τρία ολόκληρα μερόνυχτα. Οι άλλες δυο περιπτώσεις θεωρούνται κακό σημάδι κι όλοι τους αποφεύγουν να αναλάβουν οποιαδήποτε πρωτοβουλία μέχρι το επόμενο μεγάλο παιχνίδι. Ο Ούτις είχε περάσει μερικούς καταπληκτικούς μήνες στο Βόρνεο, αρχικά στον ρόλο του ξένου σ’ ένα παιχνίδι κι έπειτα επαναπαυμένος στις δάφνες του, γιατί προς μεγάλη έκπληξη όλων από πολύ νωρίς μάντεψε τους κανόνες του παιχνιδιού και μάλιστα μπορεί ακόμα και να ’βγαινε πρώτος στην τελική κατάταξη, εάν δεν ήταν στη μέση η τρελή τύχη του τυφλού, ο οποίος τον νίκησε την τελευταία στιγμή με ελάχιστη μόλις διαφορά. Χάρις σ’ αυτό κέρδισε τον σεβασμό των ανδρών, την ευμένεια όλων των γυναικών (όχι ιδιαίτερα όμορφες αλλά εξαιρετικά επιδεκτικές  μαθήσεως –σύμφωνα με τα δικά του λόγια), την πολύμηνη παραμονή του στο νησί με την ανάληψη όλων του των εξόδων από την κοινότητα, καθώς και τον τίτλο «επίτιμος χάννος στα δεξιά του μεγάλου παίκτη» για τις επόμενες δυο διοργανώσεις. Έκτοτε το νησί αυτό έμεινε για πάντα στην καρδιά του.             

    Η ιστορία αυτή είχε μπερδέψει τον Γιαν Βαν Άτεν απ την αρχή ακόμα, βγαίνοντας όμως απο τη ταβέρνα, διαπίστωσε, ότι όλοι οι ισχυρισμοί των αστρονόμων στηρίζονται στην αλήθεια. Πρώτον, η Γη ήταν στρογγυλή, κάτι που σήμαινε ότι η επιφάνια της σχημάτιζε μια συνεχή, καμπύλη και ελαφρώς ολισθηρή ανηφόρα την οποία έπρεπε να ανέβει και δεύτερον, ότι γύριζε. Όμως άλλο είναι να ισχυρίζεται κάτι τέτοιο ο Κοπέρνικος, χτυπώντας το πόδι του κάτω, κι άλλο να το ζεις στο πετσί σου. Προσπάθησε να ηρεμήσει φέρνοντας στο μυαλό του τις νοσταλγικές αναμνήσεις μιας άλλης γης πιο επίπεδης, πιο τετράγωνης ή τουλάχιστον σε σχήμα ταψιού που το μετακινούν στην πλάτη τους χελώνες, ελέφαντες ή τεράστια πουλιά, αργά, προσεκτικά χωρίς αναταράξεις, όμως κανένα αποτέλεσμα. Η όλη διαδικασία ήταν μονόδρομος, μη αναστρέψιμη. Όπως όταν απ το βράσιμο ενός ενυδρείου φτιάχνεις μια ψαρόσουπα, από την οποία είναι αδύνατο μετά να ξαναφτιάξεις ενυδρείο. Κάποιοι υπολογισμοί, μια στημένη δίκη, ένα χτύπημα του ποδιού με πείσμα στο πάτωμα και κανένας πια δεν θα μπορούσε να σταματήσει τη Γη. Κι ο οποιοσδήποτε, με την ευαισθησία μερικών ποτηριών παραπάνω, ήταν καταδικασμένος, τελεσίδικα και επιστημονικώς αιτιολογημένα, να υπομένει τον ίλιγγο ενός κόσμου που γύριζε. Τουλάχιστον ως το επόμενο πρωί. Δοκίμασε να μοιραστεί αυτές του τις σκέψεις με τον Ούτις, αλλά προς μεγάλη του έκπληξη ένοιωσε να βγαίνουν απ το στόμα του ήχοι εντελώς διαφορετικοί από εκείνους που ήθελε να προφέρει. Περπατούσαν αργά, στηριγμένοι ο ένας στον άλλο, και στην ευγενική αμοιβαιότητα της συναδελφικής τους αντίστασης ενάντια στη γήινη βαρύτητα, υπήρχε κάτι τόσο συγκινητικό, που τα μάτια του Γιαν Βαν Άτεν πλημμύρισαν δάκρυα. Παρόλα τα δάκρια κατάφερε να βρει τον δρόμο για το σπίτι του, ο Ούτις ξάπλωσε κι αμέσως κοιμήθηκε επάνω στο μεγάλο σεντούκι, που κανείς ακόμη δεν είχε μετακινήσει από την είσοδο και με τα τελευταία αποθέματα συνείδησης  που του απέμεναν ψάχνοντας ψηλαφιστά την πόρτα του δωματίου του, ο Γιαν Βαν Άτεν αναρωτήθηκε εάν σε όλο αυτό υπήρχε κάτι το συμβολικό.                                                           

    Ονειρεύτηκε απέραντες πλημμυρισμένες εκτάσεις, που τσαλαβουτούσε ως το γόνατο, το νερό κυλούσε αργά, λίγο διαγώνια της εικόνας, εκεί, που πέρα μακριά σχεδόν στην γραμμή του ορίζοντα βρισκόταν η άκρη της Γης. Ή πιο συγκεκριμένα, εάν κάποιος κοιτούσε λίγο καλύτερα, θα έβλεπε ότι γίνεται λόγος για την επάνω δεξιά της γωνία. Κι όλα αυτά κάτω από έναν ζεστό ουρανό, σκεπασμένο από μικρούλια αχνορόδινα αστέρια.

    Ξύπνησε χωρίς πονοκέφαλο, με μια ανεξήγητη αλλά πολύ ευχάριστη αίσθηση ανακούφισης, που έγινε ακόμα δυνατότερη όταν βρήκε τον Ούτις στον κήπο. Πόσο συγκινητικά επαναλαμβάνονται κάποια πράγματα, σκέφτηκε. Ο έλληνας είχε ανακαλύψει πανευτυχής την οργιαστική, αρωματική βλάστηση, είχε στρίψει τσιγάρο, κάπνιζε, έφτιαχνε δαχτυλιδάκια καπνού και έφτυνε στον τοίχο απέναντί του. Στον Βαν Άτεν δεν έμενε τίποτα άλλο απ το να καθίσει πλάι του και να ακούει τις ιστορίες του. Μόνο που αυτή τη φορά άρχισε να κρατάει και σημειώσεις.

    Σύμφωνα πλέον με την μέθοδο που ο Γιαν Βαν Άτεν είχε καθιερώσει για την ταξινόμηση του υλικού του, το κουβάρι της ζωής του Ούτις ξετυλίχτηκε με τον ακόλουθο τρόπο:

    Ο Ούτις Κοντολέων γεννήθηκε σ’ έναν τόπο, όπου τα περισσότερα πράγματα μπορούσε να τα συναντήσει κανείς από τρεις φορές. Τρεις γειτονιές αποτελούσαν το χωριό του –μια ελληνική, μία βουλγάρικη και μια τούρκικη– κάτι που πολλαπλασίαζε αυτόματα επί τρία κάθε λεπτομέρεια της ζωής του. Έτσι εκεί έβρισκες τρεις πλατείες, από μια γριά φαφούτα μαμή για κάθε μαχαλά, τρία χάνια, τρεις πρόκριτους σε κατάσταση προχωρημένης παχυσαρκίας, τρία νεκροταφεία, τρία αλώνια, τρεις σκουπιδότοπους κ.τ.λ. κ.τ.λ. Το χωριό απλωνόταν σαν νόμισμα με τρεις πλευρές, κρυμμένο στο βάθος του κάμπου, σχεδόν ανεπηρέαστο, αλλά όχι εντελώς, από τους θυελλώδεις τους ανέμους της ιστορίας. Κι επειδή ανάμεσα στους μαχαλάδες, όλη την ώρα κάποιος παζάρευε κάτι με κάποιον, κάποιος καβγάδιζε με κάποιον, κάποιος παντρευόταν με κάποια, κάποια παντρευόταν κάποιον (αν και σπάνια και μετά από μεγάλα δράματα), ο Ούτις, που αναμφισβήτητα διέθετε και ταλέντο, από παιδί ακόμα βρέθηκε να κατέχει και τις τρεις γλώσσες.

    Όσον αφορά στη προέλευση του ονόματός του, που τόσο πολύ είχε εντυπωσιάσει τον Ολλανδό φίλο του, ο Ούτις διηγούταν κάθε φορά και μια άλλη διαφορετική εκδοχή και μάλιστα χωρίς να ενοχλείται απ το γεγονός ότι είχε ξεχάσει τη προηγούμενη. Κι όταν επιτέλους ο Γιαν Βαν Άτεν τον ρώτησε ξεκάθαρα χωρίς περιστροφές, ποια απ όλες αυτές είναι η αληθινή, εκείνος χωρίς να παίξει το μάτι του, απάντησε, πως «ό,τι λέω τη Δευτέρα, είναι αλήθεια για τη Δευτέρα, κι ότι λέω την Τρίτη, είναι αλήθεια για την Τρίτη» και συνέχισε να διηγείται την ιστορία, με την οποία είχε καταπιαστεί εκείνη την στιγμή, χωρίς να χάνει καθόλου τον ειρμό της.            

    Σύμφωνα με τον πρώτο ισχυρισμό τού Ούτις, το όνομά του πριν από όλα το όφειλε στο δύστροπο χαρακτήρα του πατέρα του. Εκείνον τον καιρό στη γειτονιά τους υπήρχαν δυο βιβλία –το ένα ήταν του παπά, το άλλο του δάσκαλου. Από το ένα έπαιρναν τα χριστιανικά ονόματα, από το άλλο τ’ αρχαία. Παρά τη γκρίνια του γέροντα ιερέα, όσο περνούσε ο καιρός το βιβλίο του δασκάλου γινόταν όλο και πιο δημοφιλές κι όλο και περισσότερο ηχηρά, πολυσύνθετα ονόματα έκαναν την εμφάνισή τους ανάμεσα στα παιδιά των χωριανών. Το όνομα συνήθως το πρότεινε ο δάσκαλος, ο υπερήφανος πατέρας το ζύγιζε σε γεύση και βάρος κι αν του άρεσε, το αποδεχόταν, αν όχι, έψαχναν για άλλο. Όμως ο πατέρας του Ούτις άνοιξε το βιβλίο μόνος του και βρήκε στα κουτουρού ένα σύντομο και κατά τη γνώμη του εύηχο όνομα. Ο δάσκαλος ωστόσο έφερνε αντιρρήσεις, ότι αυτό δεν ήταν κανένα όνομα και δεν ονομάτιζε κανέναν, αφού μία φορά μόνο είχε χρησιμοποιηθεί κάποτε και μάλιστα στα ψέματα. Ο πατέρας του, βρήκε αμέσως την ευκαιρία να πεισμώσει κι απάντησε, ότι, πρώτον σε τέτοιο χοντρό και παλιό βιβλίο δε μπορεί να υπάρχουν τυχαία ονόματα και δεύτερον ότι ακόμη και στα ψέματα και για μια μόνο φορά εάν έχει χρησιμοποιηθεί ένα όνομα, τη στιγμή που χρησιμοποιήθηκε κάποιον ονομάτιζε, άρα, είναι όνομα. Θα μπορούσε να του πει και τρίτο και τέταρτο εάν ήθελε, αλλά ο δάσκαλος γρήγορα κουράστηκε και σταμάτησε τη συζήτηση, έτσι ο πατέρας του έφυγε ευχαριστημένος, που κατάφερε να φέρει βόλτα στα λόγια ακόμα τον ίδιο τον δάσκαλο και ο Ούτις απόχτησε το όνομα που έχει.      

    Σύμφωνα με μιαν άλλη εκδοχή αρχικά είχε το όνομα Ονούφριος. Κατά το έθιμο στο χωριό του, το πρώτο αρσενικό παιδί έπαιρνε το όνομα του παππού απ τη μεριά του πατέρα, το δεύτερο –του παππού απ τη μεριά της μάνας του κι από το τρίτο κι έπειτα από κάθε λογής συγγενείς, φίλους ή ακόμα και διάφορους γνωστούς οι οποίοι πρότειναν τα δικά τους ονόματα κι επέμεναν να είναι αυτοί που θα βαφτίσουν το παιδί. Ο Ούτις με την γέννησή του βρέθηκε στην άβολη θέση του τρίτου παιδιού μετά από δυο αδελφάκια μεγαλύτερα που πέθαναν και τα δυο λίγο μετά τη γέννα. Τα οικογενειακά ονόματα είχαν εξαντληθεί κι έλουζαν τον πατέρα του με κάθε είδους προτάσεις, αφού ήταν ανοιχτόκαρδος, γενναιόδωρος κι έπιανε εύκολα φιλίες, κι έτσι βρέθηκαν ένα σωρό που του πρότειναν να δώσει το δικό τους όνομα στο γιο του. Αυτός όμως αποφάσισε να το βαφτίσει Ονούφριο. Το όνομα ήταν σπάνιο και κακόηχο για δυο τουλάχιστον από τις γλώσσες του χωριού, αλλά ο πατέρας του ήταν άνθρωπος συμφεροντολόγος και το μυαλό του έκοβε ξυράφι. Όπως εξήγησε στον παπά (ο οποίος τον προειδοποίησε πως ούτε καν εικόνα του αγίου δεν υπήρχε στο χωριό, να τον παρακαλέσει σε μια ώρα ανάγκης)– δεν του ’χαν μείνει πια άλλα περιθώρια για να ρισκάρει περισσότερο.  Ο Αι Γιώργης, ο Αι Γιάννης κι ο Αι Δημήτρης ήταν τόσο πολύ απασχολημένοι με τους αμέτρητους βαφτισιμιούς τους, που ακόμα και την καλύτερη θέληση να έχουν, θα έστεκε αδύνατον να τους φροντίσουν όλους μαζί. Διαλέγει τον Άγιο ερημίτη, για να προσέχει και να προστατεύει το παιδί του μ’ όλη του την ελεύθερη από κάποιους άλλους φροντίδα.

    Ο μικρός Ούτις-Ονούφριος πέρασε στα γρήγορα κάμποσες παιδικές αρρώστιες, αλλά αυτό δεν προξένησε εντύπωση σε κανέναν. Στα πέντε του αναποδογύρισε έναν τέντζερη με καυτό νερό. Το νερό άργασε την ουρά της γάτας, πιτσίλισε μια δυο σταγόνες, που άφησαν σημάδια στο κορμάκι του αλλά τίποτα πιο σοβαρό. Στα έξι του βρέθηκε κάτω απ τις οπλές ενός αφηνιασμένου αλόγου. Τ’ άλογο σηκώθηκε στα πισινά του πόδια, γκρέμισε τον αναβάτη, πήδηξε πάνω απ το παιδί και το προσπέρασε. Αυτός που καβαλίκευε τ’ άλογο κούτσαινε μετά για όλη του τη ζωή και το παιδί τίποτα. Στα εφτά του σκαρφάλωσε –παρ’ όλες τις νουθεσίες– στη ψηλή καρυδιά που μεγάλωνε μπροστά από την είσοδο του σπιτιού. Ένα κλαρί έσπασε κι όταν το παιδί έπεσε με το κεφάλι προς τα κάτω σ’ ένα καρότσι γιομάτο άχερο παρατημένο πλάι στον κορμό του δένδρου, αυτή ήταν κι η τελευταία φορά που ο Άγιος του έδινε τόση προσοχή. Στο μεταξύ είχε αρχίσει να διαδίδεται σ’ όλο το χωριό, το πόσο καλά κάνει τη δουλειά του ο ταπεινός ερημίτης κι εφτά νεογέννητα το λιγότερο είχαν ήδη το όνομά του. Κάλεσαν μάλιστα και ζωγράφο και μπορούσε πια να δει κανείς στην εκκλησία την εικόνα του Αγίου, ιστορημένη σύμφωνα με τον κανόνα: γυμνό, πετσί και κόκαλο, σκεπασμένο από την κάτασπρη μακριά του γενειάδα, που έφτανε ως τη γη. Έτσι, πολύ γρήγορα, ο Ούτις-Ονούφριος θα έπρεπε να εγκαταλείψει την απατηλή ιδέα, ότι χαίρει κάποιας ιδιαίτερης προστασίας σε σχέση με τους υπόλοιπους. Εκτός αυτού ο πατέρας του με την έμφυτη αυστηρότητά που τον διέκρινε, του απαγόρευσε όχι μόνο να σκαρφαλώνει στα δένδρα, αλλά ούτε καν να διανοηθεί να βγάλει την μύτη του έξω απ τον φράχτη της αυλής, γι αυτό και τα υπόλοιπα παιδικά του χρόνια τα πέρασε μάλλον μοναχικά. Κι όταν πια, μόλις στα δεκάξι του και χωρίς καλά καλά να καταλάβει πώς, παντρεύτηκε, συνειδητοποίησε, ότι ο Άγιος τον είχε εγκαταλείψει οριστικά.

    Σ’ αυτό το σημείο η ιστορία γινόταν κάπως ασαφής και συγκεχυμένη. Ξαφνικά ο Ούτις άρχισε να ξεχνάει λέξεις, που μέχρι τότε χρησιμοποιούσε με άνεση, τις έψαχνε ώρα, και ψάχνοντας για να τις βρει πηδούσε από θέμα σε θέμα, ξεστράτιζε σ’ άλλες ιστορίες και περνούσε μ’ ευκολία σε πιο παλιές ή πιο πρόσφατες στιγμές της ζωής του. Εκείνο που ο Βαν Άτεν, παρόλα αυτά, μπόρεσε να καταλάβει, ήταν ότι είχε όμορφη γυναίκα. Μερικά χρόνια μεγαλύτερή του. Όμορφη και πονηρή σαν λουλούδι που θέλει να γονιμοποιηθεί. Ο μοναδικός λόγος που ο Ούτις ανέφερε για τον γάμο του, ήταν ο πράος χαρακτήρας τού πατέρας του, ο οποίος δε μπόρεσε ν’ αντισταθεί στην τριήμερη ευγλωττία μιας προξενήτρας. (εδώ ο Βαν Άτεν εγκατέλειψε τελείως κάθε προσπάθεια για να κατανοήσει τον χαρακτήρα του πατέρα του. Είχε ακουστά για πολύπλευρες και πολυδαίδαλες προσωπικότητες, αλλά τέτοια αντιφατική φύση σαν τον πατέρα τού Ούτις πρώτη φορά συναντούσε.) Όπως και να ’χει, πολύ σύντομα ο Ούτις βρέθηκε παντρεμένος κι ακόμα πιο γρήγορα απέκτησε παιδί.

    Τη γέννησή του παιδιού του τη βίωσε με τον δικό του τρόπο. Όλο αυτόν τον καιρό  που η κοιλιά της γυναίκας του μεγάλωνε μ’ εκπληκτική ταχύτητα, παρατήρησε, ότι τα βλέμματα των ανθρώπων απέφευγαν να συναντήσουν το δικό του, προτιμώντας να ξεγλιστρούν κάπου δίπλα απ το αριστερό του αυτί και μια διαολεμένα επίμονη παιδική φαγούρα έτρωγε τα ούλα του, κάνοντας τον να μασουλίζει οτιδήποτε εύρισκε μπροστά του –κομμάτια δέρμα, φλοίδες ξύλου ή τις άκρες των ρούχων του, εάν δεν υπήρχε τίποτ’ άλλο πρόχειρο. Δεν τον χώραγε ο τόπος, τα ρούχα του τον στένευαν, ροκάνιζε τα κόκαλα σα σκυλί και τις βέργες σα γίδι κι όλο έβγαινε και περιπλανιόταν έξω απ το χωριό, φεύγοντας κάθε φορά ολοένα μακρύτερα προτού αποφασίσει να επιστρέψει. Κι όταν η γυναίκα του άρχισε να γεννάει, τότε μόνο εξαφανίστηκε η φαγούρα. Τρεις από τους φρονιμίτες του βγήκαν ταυτόχρονα –δυο απ τα δεξιά κι ένας απ’ τ’ αριστερά κι οι τρεις τους στραβά. Το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει απ τον πόνο σχεδόν συμμετρικά, χτυπώντας τον λίγο περισσότερο από τη δεξιά του πλευρά, κι όσο οι γυναίκες τρέχανε εδώ κι εκεί με καθαρές πετσέτες και λεκάνες ζεστό νερό, ο Ούτις έσκουζε στην αυλή χωρίς να του δίνει κανένας σημασία. Κι όταν τον είδαν πια να χτυπάει το κεφάλι του σιωπηλά και ρυθμικά στον τοίχο του σπιτιού, κάποιοι τον άρπαξαν και τον έσυραν –σχεδόν τον κουβαλούσαν– στον τούρκικο μαχαλά και τον κάθισαν σε μια καρέκλα χωρίς να τον αφήνουν απ τα χέρια τους. Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό, υπήρχε μόνο ένα κερί επάνω στο τραπέζι μ’ ένα κοφτό τυραννικό φως που σου θύμιζε ιερά εξέταση και πλάι σ’ αυτό κάποια εργαλεία, που ο Ούτις στη θέα τους και μόνο ήθελε να τρέξει μακριά ή να ξυπνήσει τουλάχιστον από αυτόν τον εφιάλτη. Αλλά εκείνοι τον κρατούσαν με δύναμη και μάλιστα του ’χαν ανοίξει ήδη τα σαγόνια. Πίσω απ το κερί, εμφανίστηκε ένας τούρκος, πολύ ηλικιωμένος και πολύ νευρώδης και τ’ άδειασε αστραπιαία μέσα στο στόμα τρία ποτήρια δυνατή ρακή. Έπειτα για μια στιγμή συλλογίστηκε κάτι και πρόσθεσε ακόμη ένα. Κι ενόσω ο Ούτις πνιγόταν, προσπαθώντας να καταπιεί, εκείνος καταπιάστηκε με το να του βγάζει το πρώτο δόντι…

    Όταν συνήλθε, ο πονοκέφαλος απ το μεθύσι παράβγαινε με τον πόνο από τα βγαλμένα του δόντια, οι τρύπες που υπήρχαν πια στη θέση τους χτυπούσαν σαν τρεις αυτόνομες καρδιές και οι τρεις τους πληγωμένες, τα σαγόνια του είχαν κολλήσει από το αίμα που έτρεξε και δεχόταν συχαρίκια για τα γεννητούρια του γιου του.

    Σύντομα μετά από όλα αυτά ο Ούτις έφυγε για πάντα απ το χωριό. Κι ο λόγος ήταν ο εξής: Το γαϊδούρι κάποιου ανθρώπου που έσερνε ένα κάρο φορτωμένο μαδέρια, έμπηξε τα πόδια ακριβώς μπροστά από την πόρτα του σπιτιού. Κι όση ώρα εκείνος το ’βριζε και το ’σπρωχνε για να ξεκινήσει, ο Ούτις βγήκε έξω και πιάσανε κουβέντα. Τον ρώτησε που πηγαίνει κι εκείνος του απάντησε –πέρα στη θάλασσα. Έπειτα τον ρώτησε τι τα ’θελε όλα αυτά τα ξύλα κι ο άνθρωπος του απάντησε –για κουπιά. Τότε ο Ούτις τον ρώτησε, τι είναι κουπί. Κι αφού το γαϊδούρι δεν το κουνούσε ρούπι, ο άνθρωπος όχι μόνο του εξήγησε, αλλά και του το ζωγράφισε στη σκόνη του δρόμου μαζί με την βάρκα και τα κύματα της θάλασσας.

  Ο Ούτις μιλούσε με συγκίνηση για τον δρόμο του προς την θάλασσα, που από μακριά έμοιαζε μ’ ασημένιο λέπι στον ορίζοντα, κι από κοντά μύριζε γυναίκα. Για τον γέροντα, που αρνήθηκε να του δείξει τον δρόμο, για τα βάτα που πέρασε και το λαχανιασμένο του τρέξιμο κατηφορίζοντας τις απότομες πλαγιές. Ο Γιαν Βαν Άτεν, που ’χε μείνει μ’ ανοιχτό στόμα από την προηγούμενη ιστορία, εξηγούσε την έλξη του για την απεραντοσύνη της θάλασσας με το ξύπνημα του αρχαίου αίματος των θαλασσοπόρων. Ο Ούτις γνώριζε καλά  αυτή την ερμηνεία. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που επέμεναν να εξηγούν ένα μέρος των πράξεών του με το αρχαίο του αίμα. Το άλλο μέρος (το πιο μεγάλο συνήθως ), που δεν μπορούσε να εξηγηθεί με το αρχαίο του αίμα, παρέμενε συνήθως ανεξήγητο.

   Αυτό το «αρχαίο αίμα» ήταν και το πρώτο πράγμα που άκουσε απ τον καπετάνιο Ντεν, όταν πάτησε πάνω στο καράβι του. Η σκούνα έτριζε σε κάθε του βήμα και ο Ούτις είχε την αίσθηση, ότι κουνάει όχι εξ αιτίας του ασήμαντου σχεδόν κυματισμού που υπήρχε στο λιμάνι, αλλά εξ εξαιτίας των ίδιων του των ποδιών. ¨Ήταν ήδη ναύτης, με μικρή μεν αλλά παρόλα αυτά κάποια πείρα, είχε βρεθεί στο μεγαλύτερο λιμάνι που είχε δει ως τότε, ανάμεσα σε πλοία που τα ονόματά τους ξεχείλιζαν θηλυκότητα όπως, «Η Βασίλισσα των Ινδιών» ή «Η Θεία Πρόνοια», και αποφάσισε να ψάξει δουλειά ακριβώς εκεί. Ο καπετάνιος τον ρώτησε γιατί, και ο Ούτις μουρμούρισε, ότι ένιωθε κάτι δυνατό να τον τραβάει  στο όνομα του πλοίου. Τότε ο Ντεν είπε, δίνοντας έμφαση στο θαυμαστικό: «Το Αρχαίο αίμα!».

    Η σκούνα ονομαζόταν «Επτά επί Θήβαις» κι ο καπετάν Ντεν γνώριζε καλά τους τραγικούς. Είχε αποκτήσει μια όχι κακή μόρφωση, προτού το δικό του αίμα των θαλασσοπόρων χωρίς καμία εξήγηση να τον σπρώξει στα καράβια. Έτρεφε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις αρχαίες τραγωδίες –αυτές τις λεπτοδουλεμένες παγίδες της μοίρας, από τις οποίες ακόμα κι αν (μια στα χίλια) κατάφερνες να τους ξεφύγεις, κρατώντας το τυράκι ανάμεσα στα δόντια, στο τέλος θα σου βγει βουτηγμένο στο δηλητήριο. Οι ήρωές τους δεν είχαν καμία πιθανότητα κι ο Ντεν δε σταματούσε να θαυμάζει τη μαθηματική ακρίβεια, με την οποία θεοί, συμπτώσεις κι ανθρώπινα λάθη εξασφάλιζαν το τελικό και καθ’ όλα καταστροφικό αποτέλεσμα. Οι παρατηρήσεις του, όχι μόνον επάνω στις τραγωδίες, αλλά και πάνω στα αναρίθμητα παραδείγματα της ζωής τον οδήγησαν στο συμπέρασμα, ότι τίποτα δεν ήταν ικανό να αποτρέψει τα επερχόμενα Γιατί, αν μπορούσε, τότε όλοι αυτοί οι κρετίνοι, που αναβάλλουν  οτιδήποτε σχετίζεται με τον αριθμό δεκατρία και αποφεύγουν τους δρόμους που διασχίζουν μαύρες γάτες, θα έπρεπε να κάνουν ζωή χαρισάμενη κι ελεύθερη από κάθε είδους δυστυχία, κάτι που διόλου δε συνέβαινε. Έτσι, το να βαφτίζεις ένα πλοίο με το όνομα μιας τραγωδίας, δεν είχε τίποτα το επικίνδυνο. Πιο πιθανό θα ήταν (και μάλιστα κοιτώντας το εντελώς στατιστικά, έχοντας υπόψιν την αποτυχία όλων των προσπαθειών προς την αντίθετη κατεύθυνση) ότι αυτό θα μπορούσε να βοηθήσει ακόμα και με κάτι το καλό.  Υπήρχε όμως κι άλλη μια πιο απλή και συνηθισμένη αιτία, από κάθε άποψη, για να διαλέξει αυτό το όνομα –η παλιά σκούνα που αγόρασε  για μια σχεδόν ασήμαντη τιμή, είχε επτά πανιά.

    Κατάφερε να συγκεντρώσει (αν και δεν του πήρε λίγο χρόνο) ένα ετερόκλητο τσούρμο, συσπειρωμένο όμως με τον έναν ή τον άλλον τρόπο γύρω από την ίδια αντίληψη του πεπρωμένου, είχε κάμποσους πιστούς πελάτες κι όποια κι αν ήταν η αιτία, γεγονός είναι, ότι η σκούνα που έτριζε ολόκληρη, παρέδιδε το φορτίο της στην ώρα του, απέφευγε βράχια και υφάλους και ξεγλιστρούσε από τις καταιγίδες με ελαφρές επανορθώσιμες  αβαρίες. Ο καπετάν Ντεν δε είχε προκαταλήψεις σε τέτοιο βαθμό, που σε μερικά απ τα ταξίδια έπαιρνε μαζί και την γυναίκα του –μία ψηλή, ξερακιανή  κυρία που έπινε το τσάι της στο κατάστρωμα, συντροφιά με λεπτά, αλλά πολύ βαριά πούρα που τα μύριζες παντού. Περνούσαν την ώρα τους παίζοντας ατέλειωτες παρτίδες μπριτζ για δύο, στις οποίες κάθε παιχνίδι που έχανε ο καπετάνιος συνοδευόταν από το εκρηκτικό ξέσπασμα του θυμού του και την πολύωρη κακοδιαθεσία του και κάθε παρτίδα που κέρδιζε η κυρία Ντεν από τη στωική της αδιαφορία. Οι ναύτες ούτε κι αυτοί οι ίδιοι μπορούσαν να καταλάβουν αν τους εκνεύριζε η παρουσία της. Η εμφάνισή της κυρίας Ντεν, συνοδευόταν πάντοτε από μια τεράστια κι άσκοπη φασίνα, τους έκανε διαρκώς παρατηρήσεις για την καθαριότητά και το λεξιλόγιό τους, κι έδειχνε ιδιαίτερη αυστηρότητα στο μάγειρα, φροντίζοντας με την αγορά κατάλληλων προμηθειών κι απίθανη εφευρετικότητα να εξασφαλίζει  ένα επιδόρπιο μετά από κάθε γεύμα. Το τσούρμο ένιωθε ταυτόχρονα καταπίεση και θαλπωρή, κάτι το οποίο γενικευόταν στην ευχάριστη αίσθηση, ότι βρίσκονται σπίτι τους.

    Σ’ εκείνο το ταξίδι όμως η κυρία Ντεν δεν ήταν παρούσα κι ο καπετάνιος αφιέρωσε όλη την ελεύθερη από το μπριτζ ενέργεια του στην επιμόρφωση του Ούτις. (Ο οποίος σύμφωνα μ’ αυτήν τουλάχιστον την εκδοχή της ιστορίας του, τότε δεν ονομαζόταν ακόμα έτσι. Το όνομα Ονούφριος δεν άρεσε καθόλου στον καπετάνιο, και στο άκουσμά του έπνιξε ευγενικά την αηδία που ζωγραφιζόταν στο πρόσωπό του κάτω από ένα χασμουρητό, αρνήθηκε να το χρησιμοποιεί και φώναζε τον νεοφερμένο «παιδί».) Διασκεδάζοντας με την παρουσία κάποιου με τόσο αρχαίο αίμα, ο Ντεν αποφάσισε να του δώσει, ορισμένες γνώσεις, υποχρεωτικές, όπως νόμιζε, για τη δική του περίπτωση. Έτσι προτού ακόμα να φτάσουν στον ισημερινό, ο Ούτις έλαβε πληθώρα σύντομων και χαοτικών, αλλά εύκολων για απομνημόνευση μαθημάτων επάνω στην μυθολογία, την ιστορία και την αρχαία λογοτεχνία. Έμαθε και κάποιες λέξεις στα αρχαία, μία από τις οποίες του έκανε δουλειά.                                                

    Την νύχτα που περνούσαν τον ισημερινό ο Ούτις ξύπνησε με την καταθλιπτική αίσθηση ότι είναι νεκρός. Κρύωνε απίστευτα, δεν μπορούσε να κουνηθεί κι η αίσθηση αυτή έγινε μεγαλύτερη όταν διαπίστωσε, ότι βρισκόταν ξαπλωμένος μέσα σ’ ένα φέρετρο. Τριγύρω του υπήρχαν 15 υπερφυσικές οντότητες και παρόλη την φρίκη που ένοιωθε, δε μπορούσε να μην τον κυριεύσει ο θαυμασμός για το πόσο κοντά στην αλήθεια βρίσκεται η ιδέα που έχουν οι άνθρωποι για τα φαντάσματα. Είχαν λευκές μορφές λες κι ήταν σκεπασμένα με σεντόνια, έκαναν υπερβολικά απότομες και κοφτές κινήσεις για φαντάσματα και ξεσπούσαν σε τρανταχτά γέλια. Μια έντονη μυρωδιά από ρούμι πλανιόταν στον αέρα κι αυτή ακριβώς η μυρωδιά, που τόσο έντονα τού έφερνε στο νου το παλιό πειρατικό τραγούδι, άγνωστο γιατί, έπειθε τον παγωμένο από το κρύο και τον φόβο Ούτις για την αλήθεια όλων όσων συνέβαιναν μπροστά στα μάτια του. Αν κι είχε πια διαπιστώσει ότι το κρύο σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στα μουσκεμένα του ρούχα, απ την στιγμή που μέτρησε τα φαντάσματα, δεν του απέμεινε τίποτα άλλο, εκτός από το ν’ αποδεχτεί με μια γαλήνια απελπισία, ότι ο νεκρός στο σεντούκι δεν ήταν άλλος απ αυτόν τον ίδιο. Τότε ένα από αυτά γύρισε και τον ρώτησε με αναπάντεχα άπταιστη για φάντασμα εγγλέζικη προφορά (και μάλιστα εντελώς φλεγματικά, κάτι που έκανε την ερώτηση ακόμα πιο μακάβρια): «Who are you?». Παράλυτος εντελώς από τον φόβο του απάντησε με την πρώτη λέξη που το αρχαίο του αίμα ή το χθεσινό μάθημα αρχαίων ελληνικών κατάφερε να του  βάλλει στο κεφάλι: «Ούτις». Η απάντησή του έγινε δεκτή απ το φάντασμα με το τρανταχτό γέλιο του καπετάνιου, τόσο δυνατά, που το ’πιασε λόξυγγας, τα σκοινιά που του έδεναν τα χέρια και τα πόδια κόπηκαν, η μπουκάλα με το ρούμι έφτασε και στο δικό του στόμα κι ο Ούτις πέρασε τον ισημερινό με ένα ολοκαίνουργιο όνομα.                                                          

    Επάνω στην ανέλπιστα ανθεκτική σκούνα ο Ούτις πέρασε επτά ολόκληρα χρόνια (σ’ αυτό το σημείο ο Βαν Άτεν συνοφρυώθηκε, ενοχλημένος από την υπερβολική επανάληψη του αριθμού 7 στην ιστορία), έως τον θάνατο του καπετάν Ντεν. Ο Γιαν Βαν Άτεν ο οποίος ήδη αναρωτιόταν εάν οι άνθρωποι με κάποια (αν και όχι επαρκή) κλασσική παιδεία ήταν εκείνοι που τραβούσαν τον Ούτις ή εάν συνέβαινε το αντίθετο, απ την αρχή ακόμα είχε νιώσει ένα έντονο αίσθημα συγγένειας με έναν τέτοιον λάτρη των Τραγωδιών όπως ήταν ο καπετάνιος, γι αυτό κι έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την τύχη αυτού του ανθρώπου. Το τέλος του καπετάνιου ούτε επιβεβαίωνε, ούτε και έθετε σε αμφισβήτηση τις απόψεις του. Ο Ντεν πέθανε στην στεριά, από πνιγμό σε ένα οικογενειακό τραπέζι, μαζί με τις αμέτρητες θείες και τ’ ανίψια του, τραπέζι το οποίο –λόγω του προαισθήματος για την πλήξη που θα του προκαλούσε– ανέβαλε επανειλημμένα από καιρό. Μετά τον θάνατό του πραγματοποιήθηκε και το τελευταίο μεγάλο, λεπτομερές συμμάζεμα της σκούνας υπό την καθοδήγηση της κυρίας Ντεν. Οι ναύτες δούλεψαν αγόγγυστα και μάλιστα με ενθουσιασμό τιμώντας έτσι το νεκρό τους καπετάνιο. Αλλά αυτό ακριβώς το συμμάζεμα ήταν εκείνο που έδωσε στην σκούνα όψη πιο εμφανίσιμη κι όσο παράξενο κι αν ακούγεται, κατάφερε μάλιστα να βρει αγοραστή. Ο καινούργιος ιδιοκτήτης, τής άλλαξε αμέσως όνομα και την βάφτισε «Η ωραία Μαριάννα», σύντομα μετά απ αυτό βυθίστηκε σ’ ένα από τα πρώτα της ταξίδια, σε μια θάλασσα ήρεμη σχετικά οπού έπνεε ένα ελαφρύ νοτιοανατολικό αεράκι. Περιττό είναι να αναφέρουμε, πως ούτε ο Ούτις ούτε κάποιος άλλος από το έμπειρο πλήρωμά της βρισκόταν επάνω στην κουβέρτα. εκείνη την ημέρα. Όλοι τους είχαν αρνηθεί κατηγορηματικά να πατήσουν το πόδι τους στο πλοίο μετά την αλλαγή του ονόματός του.

    Αυτή ήταν εν συντομία η ιστορία του Ούτις, την οποία σχεδόν εξαντλούσε η ιστορία του ονόματός του. Τα υπόλοιπα αφορούσαν ταξίδια, νησιά και παραξενιές. Γενικώς, όπως είχε διαπιστώσει ο Βαν Άτεν, ο Ούτις ήταν ικανός να μιλάει για τα πάντα και για τους πάντες, ελάχιστα όμως για τον εαυτό του. Αλλά μετά τον θάνατο τού Ντεν, ακόμα κι αυτό το όνομά του, έχασε μεγάλο μέρος από την λάμψη του. Χωρίς τη συνοδεία των τρανταχτών γέλιων τού καπετάνιου, έμενε στερημένο θάλεγες από κάποιο λόγο ύπαρξης, γινόταν κάτι άχρωμο, κάτι εντελώς συνηθισμένο μέσα στη χρηστική δισύλλαβη συντομία του. Ο Ούτις συνέχισε να το χρησιμοποιεί, αλλά σπάνια πια τον ονόμαζαν μ’ αυτό. Και επειδή από καιρό πια είχε γίνει άβολο να τον φωνάζουν «ε, παιδί», τον φώναζαν ή με το εύκολο «γκρέκο» ή με κάποιο παρατσούκλι που του κολλούσαν τυχαία εξ αιτίας κάποιας ασήμαντης αφορμής.

    Στην ακαθόριστη ηλικία ανάμεσα στα 30 και τα 50, ένα βράδυ, βρέθηκε και πάλι στην γνωστή του τρισυπόστατη κατάσταση –άφραγκος, άνεργος και άστεγος. Στο δρόμο που περνούσε δίπλα απ τη θάλασσα παρακολουθούσε με ενδιαφέρον, αλλά και έκδηλο θαυμασμό, με ποιον τρόπο μια τσιγγάνα κατάφερε να πουλήσει σ’ ένα νεαρό το λουλούδι που υπήρχε μέσα σε ένα όνειρο. Ο νεαρός είχε όλη την ώρα την ελαφρώς ξαφνιασμένη έκφραση κάποιου, που μόλις σκόνταψε αλλά δεν πρόλαβε να πέσει και στον Ούτις φάνηκε πως ήταν η κατάλληλη στιγμή για να χρησιμοποιήσει και πάλι το μισοξεχασμένο του αρχαίο όνομα. Κι τότε αυτό, προκάλεσε το αναμενόμενο αποτέλεσμα…

 
 
Μετάφραση από τα βουλγαρικά: Δημήτρης Άλλος