Εκτύπωση του άρθρου

 

 

 

 

 

 

 

ΒΙΚΤΩΡ ΙΒΑΝΟΒΙΤΣ

© Poeticanet 

 

 

 

Ιουλιανού του Παραβάτου βίος και πολιτεία
(Το «ιστορικό μυθιστόρημα» του Καβάφη)

 

 

1.  Προκατάρκτικά κaι «συμφραστικά»

 

Είναι γνωστον τοις πάσι ο αυτοχαρακτηρισμός του Καβάφη: Εγώ είμαι ποιητής ιστορικός — τον οποίον υπερθεμάτιζε κιόλας: «Ποτέ μου δεν θα μπορούσα να γράψω μυθιστόρημα ή θέατρον αλλ' αισθάνομαι μέσα μου 125 φωνές να με λέγουν ότι θα μπορούσα να γράψω ιστορίαν» (Λεχωνίτης 1977: 19-20).

            Από την πρώτη στιγμή, η τοποθέτησή του ελήφθη τοις μετρητοίς, και εξακολουθεί να λαμβάνεται μέχρι σήμερα, αφού ουδέποτε η καβαφολογική Vulgata μπήκε στον κόπο να την αναστοχαστεί. Θα έλεγε κανείς ότι καθ’ ημάς αγνοείται ή προσπερνάται αβασάνιστα η «προθεσιακή φενάκη» (intentional fallacy), με αποτέλεσμα να θεωρούνται αδιάσειστα πειστικοί οι δεδηλωμένοι στόχοι, επιδιώξεις και σκοποί των συγγραφέων, ασχέτως του εάν και κατά πόσον η υλοποίησή τους αποδεικνύεται (ή όχι) εφικτή.

            Εις ό,τι με αφορά, τέτοιες ομφαλοσκοπικές αποτιμήσεις με βρίσκουν μάλλον δύσπιστο, για τον απλούστατο λόγον ότι η Τέχνη κρίνεται εκ του αποτελέσματος, ενώ με ευσεβείς πόθους είναι στρωμένοι οι δρόμοι προς την Κόλαση.

            Ως εκ τούτου, πριν από καθετί προτίθεμαι να ελέγξω εκ του σύνεγγυς μέχρι πού η κατεύθυνση στην οποίαν ο Αλεξανδρινός προσπαθεί να τραβήξει την προσοχή μας όντως ανταποκρίνεται στην ποιητική του έφεση και πράξη.
 

            1.1.- Πώς λοιπόν να ερμηνεύσουμε την έμφαση με την οποίαν ο Καβάφης διεκδικεί τον τίτλο του «ποιητή ιστορικού»;

            Θα το πω ευθέως: κάτι τέτοιο απηχεί μίαν υπερτιμημένη ιδέα της Ιστορίας, ως «μητρός πάσης αληθείας». Στην πραγματικότητα όμως, παρόμοιος φετιχισμός έχει να κάνει όχι με την ιστορική αλήθεια (ό,τι και να σημαίνει αυτό), αλλά με την «ιστορική φενάκη» (historical fallacy): μια λογική και επιστημολογική πλάνη, την οποίαν, ήδη από την  εποχή του Καβάφη, είχε επισημάνει ο  Αμερικανός φιλόσόφος John Dewey (1859-1952). Απλουστεύοντας κάπως το σκεπτικό του, θα έλεγα ότι πρόκειται για την σφαλερή τάση να θεωρούμε ορισμένα αποτελέσματα ως ενυπάρχοντα στην διαδικασία που μας οδήγησε  σ’ αυτά.

            Η νέα φενάκη, εξίσου διαδεδομένη και εξίσου απατηλή όσο και η προθεσιακή, προεξοφλεί πως η αρτιότητά του Καβάφη ως «ιστορικού» συνεπάγεται και την αξία του ως ποιητή. Με άλλα λόγια ότι, για το αισθητικό αποτέλεσμα εγγυώνται (και δη εκ προοιμίου) επιστημονικές παράμετροι.

            Προκειμένου μάλιστα για τα λεγόμενα «ιστορικά» ποιήματά του[1], η «ιστορική φενάκη» επικαλύπτεται αυτόχρημα με την πρόσληψή αυτών. Η συμφυής (κατά τον Karl Popper) «πενία του ιστορικισμού» ευθύνεται για την απόλυτη ακαταλληλότητα των κριτηρίων με τα οποία σεβαστή μερίδα αναγνωστων πλησιάζει την εν λόγω περιοχή του καβαφικού έργου. Συγκεκριμένα, τα ποιήματα αυτά κρίνονται με βάση την φερεγγυότητα των πηγών απ’ όπου αντλούν, τον έλεγχο και την διασταύρωσή των δεδομένων, την «αντικειμενική» (τουτέστιν αυστηρώς ουδέτερη) στάση του συγγραφέως απέναντι στα εικονιζόμενα πρόσωπα και γεγονότα.

            Τα σχετικά ζητούμενα, που πιο πολύ θα ήρμοζαν σε ιστοριογράφο, φαίνεται να τα συμμεριζόταν και ο ίδιος ο  ποιητής. Τουλάχιστον αυτό συνάγεται απ’ την σχολαστικότητα με την οποίαν ο Καβάφης επαληθεύει ασήμαντα πραγματολογικά στοιχεία[2], ή ομολογεί αποτυχία στην σύνθεση ορισμένων ποιημάτων ένεκα της μη πρόσβασης σε ορισμένα βιβλιογραφικά βοηθήματα.[3]

            Τα παραπάνω ωστόσο ισχύουν μόνον μέχρις  ενός σημείου, πέραν του οποίου θα δούμε τον Καβάφη να παίρνει και τις αποστάσεις του από τις εμμονικές απαιτήσεις για εναρμόνιση της ποιητικής πράξεως με την υποτιθέμενη «νομοτέλεια» της Ιστορίας. Το κάνει μάλιστα σχετικοποιώντας πρωτίστως και κυρίως την δεύτερη παράμετρο. Αυτό δηλώνει κατ’ αρχάς ο ισχυρισμός του ότι ο «σωστός»  ιστορικός, εκτός επιστημοσύνης, πρέπει να διαθέτει και «προσόντα» λογοτέχνη. Πολλώ μάλλον εάν ληφθεί υπ’ όψιν το ότι, με την πάροδο του χρόνου, το τεκμήριο της Ιστορίας ξεθωριάζει ακριβώς ως τεκμήριο: «Υπάρχουν αλήθεια και ψεύδος άραγε; ή υπάρχουν μόνο νέον και παλαιόν και το ψεύδος είναι απλώς το γήρας της αληθείας;» (Καβάφης 1983α: σημ. 3ον). Εν τοιαύτη περιπτώσει, ο ποιητικός παράγων καλείται ακριβώς να αποκαταστήσει την αλήθεια που παραποίησε ο παράγων χρόνος.

            Το πιο αποφασιστικό όμως βήμα σ’ αυτή την κατεύθυνση αποτελεί η ιδιάζουσα «αντικειμενικότητα» του Καβάφη: ο Αλεξανδρινός απορρίπτει μεν την μεροληψία της μίας και μoναδικής απόψεως, την αντικαθιστά δε με πολλαπλές προοπτικές· έκαστη των οποίων, από μόνη της, εξακολουθεί να είναι μίας κατευθύνσεως: ο Καβάφης δεν προσβλέπει στην σύνθεση ή σύγκλιση των αντιθέτων, αλλά μάλον στην διαδραστική παράταξή τους. Η δική του είναι, θα έλεγε κανείς, μια αμεροληψία των ίσων αποστάσεων, και εξ αυτού ικανή να αντιπαραβάλει αμφότερες τις όψεις του νομίσματος, εντάσσοντάς τες σε ένα συμφραστικό πλαίσιο διαλόγου. Στάση και ενέργεια οι οποίες - ας το πούμε ευθύς εξ αρχής - ταιριάζουν πιο πολύ σε μυθ-ιστοριογράφο παρά σε επίδοξον «ιστορικό».

            Διότι, όπως ενδελεχώς το απέδειξαν σχετικές έρευνες, με προεξέχουσες αυτές του Μιχαήλ Μπαχτίν (π.χ. 1982: 111 και ακ.), ο συγκεκριμένος «διάλογος», «διαλογισμός» ή «διαλογικότητα» αποτελεί το θεμέλιο της θεωρίας του μυθιστορήματος. Εξάλλου η ίδια διαλογικότητα, ιδωμένη υπό το πρίσμα της φαινομενολογίας, αναδεικνύεται δι’ «ειδητικής αναγωγής»[4] πεμπτουσία του μυθιστορηματικού. Με την σειρά του, το τελευταίο αποτελεί την πρωτογενή αισθητική κατηγορία η οποία, δευτερογενώς, πραγματώνεται στο μυθιστόρημα ως λογοτεχνικό είδος.

            Σε τούτο το σημείο, και με κάθε επιφύλαξη, θεωρώ σκόπιμο να καταθέσω και την δική μου ιδέα σχετικά με την ιδιόρρυθμη λειτουργία της φαινομενολογικής ανάλυσης εστιασμένης στον Καβάφη. Θέση  μου είναι, λοιπόν, ότι η συγκεκριμένη διεργασία επιτελείται σε στενή συνάρτηση προς την, κατ’ εξοχήν καβαφική καθ’ότι  και κατ’ εξοχήν ειρωνική, «μέθοδο» του εν μέρει ... εν μέρει. Το δε πεδίο εφαρμογής αυτής καθίσταται η, καβαφικής επίσης επινοήσεως, «θεωρία» της αληθείας που, καθώς γηράσκει, μεταλλάσσεται σε ψεύδος. Ως εκ τούτου, η  «ειδητική αναγωγή» μπορεί κατά περίπτωσιν να απορρίψει την τάδε διάσταση ή έκφανση του φαινομένου, που έχει εξασθενίσει και καταστεί εν μέρει επουσιώδης, και να κατοχυρώσει την δείνα - ή και την  ίδια - ως ουσιαστική, ενόσω διατηρείται εν μέρει ισχυρή και έγκυρη.

            Η συγκεκριμένη «μέθοδος» μας επιτρέπει, αν δεν μας προτρέπει κιόλας, να ανιχνεύσουμε στην ποίηση του Αλεξανδρινού την δυνητική παρουσία ενός μυθιστορήματος, και δη ιστορικού.           

            1.2.- Προτού όμως περάσουμε στα «διά ταύτα», ας εξετάσουμε από κοντά δυο σύντομα κειμενικά δείγματα όπου το εν μέρει ... εν μέρει παρατίθεται ολογράφως, άρα διευκολύνεται η εξαγωγή κάποιας συνοπτικής εικόνας των σχετικών μηχανισμών.

            1.2.1.- Το πρώτο είναι ένα κομμάτι αρκούντως αντιπροσωπευτικό για την  ιστορική θεματολογία στο έργο του Καβάφη, καθ’ ότι πραγματεύεται έναν ελάσσονα πλην υπαρκτό χαρακτήρα της ελληνιστικής Αρχαιότητας. Ο λόγος για τον Καισαρίωνα (47-30 π.Χ.), υιό της Κλεοπάτρας και του Ιουλίου Καίσαρος, ο οποίος, σε υλικία μόλις 17 ετών, θανατώθηκε κατόπιν εντολής του Οκταβιανού.

            Αυτό όμως που ενδιαφέρει πρωτίστως εδώ δεν είναι η τραγική μοίρα του αδικοχαμένου πριγκιπόπουλου, αλλά δομικής φύσεως θέματα, με χαρακτηριστικά που, εμμέσως πλην σαφώς, παραπέμπουν σε ένα δυνητικό «ιστορικό μυθιστόρημα» αλά Καβάφη.

            Αρχίζοντας από το σχετικό incipit:

                                Εν μέρει για να εξακριβώσω μια εποχή,
                                εν μέρει και την ώρα να περάσω,
                                την νύχτα χθες πήρα μια συλλογή
                                επιγραφών των
 Πτολεμαίων να διαβάσω.
                                                                                                [«Καισαρίων»]

— το οποίο, κατά την αντίληψή μου, απαντά στο λανθάνον ερώτημα πώς και γιατί να ανατρέξει κανείς σε ένα είδος λόγου που ισορροπεί μεταξύ πραγματικότητας και μυθοπλασίας.

            Εκ πρώτης όψεως, το τετράστιχο μας λέει ότι η ανάγνωση αυτού στόχον έχει (ή τουλάχιστον θα ’πρεπε να έχει) τον συγκερασμό «του τερπνού μετά του ωφελίμου».[5] Το μεν ωφέλιμον, υποτίθεται, συναρτάται προς μια στοχαστική δραστηριότητα («να εξακριβώσω») με αντικείμενο τον ιστορικό χρόνο («μια εποχή»)· το δε τερπνόν αποβλέπει στην διαχείριση του ιδιωτικού χρόνου («την ώρα να περάσω»).

            Μια δεύτερη όμως ματιά, επί του συνόλου του ποιήματος, ανατρέπει άρδην το πανόραμα. Τι εξακρίβωση χωράει  πια εδώ, αφού η όποια αλήθεια της εποχής δεν έχει απλώς περιέλθει σε «γήρας», αλλά επικαλύφθηκε εξ ολοκλήρου από το κατ’ εξοχήν ιστορικό «ψεύδος» (Οι άφθονοι έπαινοι κι οι κολακείες / εις όλους μοιάζουν). Τους μάταιους, μέχρι παραλόγου, κόπους του ωφελίμου έρχεται ωστόσο να αντισταθμίσει αυτό που ο Κικέρωνας αποκαλούσε otium cum dignitate. Πρόκειται για την ευγενικότερη ίσως υπόσταση του τερπνού· μια φαινομενική απραξία που, κατ’ ουσίαν, είναι εξόχως επιδεκτική δημιουργικής παρέμβασης:

                                Α, νά, ήρθες συ με την αόριστη
                                γοητεία σου. Στην ιστορία λίγες
                                γραμμές μονάχα βρίσκονται για σένα,
                                κι έτσι πιο ελεύθερα σ’ έπλασα μες στον νου μου.
                                Σ’ έπλασα ωραίο κι αισθηματικό.
                                Η τέχνη μου στο πρόσωπό σου δίνει
                                μιαν ονειρώδη συμπαθητική εμορφιά.

                                                                                                [αυτόθι].

Η τέχνη του ποιητή εμπλέκεται λοιπόν ενεργά, αν όχι μεν στον στίβο της Ιστορίας αυτής καθ’ εαυτής,, τουλάχιστον στην εξ-ιστόρησή της ως αφηγήματος, υπό την έννοιαν ότι, όπως αναφέραμε και προηγουμένως (πρβ. άνωθι: 1.1), αναπληρώνει τα κενά και ανασκευάζει κατά το ορθότερον τις ατέλειές της.

            Παρόμοια προσόντα θα είχε κατά νουν ο Αριστοτέλης ανακηρύσσοντας την Ποίηση φιλοσοφικότερη της Ιστορίας. Και σίγουρα αυτά επιθυμούσε ο Καβάφης, ως ποιητής ιστορικός, για το «ιστορικό μυθιστόρημά» του.

            1.2.2.-   Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό δείγμα της (ούτως ειπείν) αμερόληπτης μερικότητας του Αλεξανδρινού είναι εκείνο το οποίο φέρει τον τίτλο «Τα επικίνδυνα».

            Όπως το «Καισαρίων», και αυτό εντάσσεται στην ευρύτερη σφαίρα των «ιστορικών» ποιημάτων. Ενώ όμως το προηγούμενο έρεπε μάλλον προς την υποκατηγορία των «ιστοριογενών», το ανά χείρας φαίνεται ταξινομήσιμο εν μέρει ως «ιστορικοφανές» και εν μέρει ως «ψευδοϊστορικό».[6]

            Διφορούμενο το οποίο καθρεφτίζεται εις, και καθρεφτίζει την εξίσου επαμφοτερίζουσα θέση και φύση του εικονιζομένου χαρακτήρος· θέση και φύση που αφ’ ενός «λέγονται»  εξιστορούνται (telling) από μίαν απρόσωπη κι αταύτιστη φωνή στους κόλπους της «εκφοράς» (énonciation), και αφ’ ετέρου (επι)δεικνύονται (showing) από τον ίδιο τον ήρωα εντός του «εκφερομένου» (énoncé) και με την ιδιότητα του υποκειμένου αυτού.[7] Καίτοι  φανταστικό πρόσωπο, ο τελευταιος και όνομα έχει και στοιχεία ταυτότητος (Μυρτίας, Σύρος σπουδαστής), ενώ διάγει τον βίον του εν μέσω υπαρκτού χωρο-χρονικού περιγύρου (στην Αλεξάνδρεια· επί βασιλείας / αυγούστου Κώνσταντος και αυγούστου Κωνσταντίου)[8], πλην όμως το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμά του δεν παύει να είναι το εν μέρει Εθνικός, κι εν μέρει χριστιανίζων. Εννοεί δε και να ελίσσεται αναλόγως, σε συνάρτηση προς τις εναλλαγές εγκυρότητας («αληθείας» / «ψεύδους», θα έλεγε ο ποιητής) ανάμεσα στους δύο άξονες της πνευματικής του συγκρότησης:

                                  Δυναμωμένος με θεωρία και μελέτη,
                                  εγώ τα πάθη μου δεν θα φοβούμαι σα δειλός.

                                  Το σώμα μου στες ηδονές θα δώσω,
                                  στες απολαύσεις τες ονειρεμένες

                                  [...] γιατί όταν θέλω —
                                  και θα ’χω θέλησι, δυναμωμένος
                                  ως θα ’μαι με θεωρία και μελέτη —
                                  στες κρίσιμες στιγμές θα ξαναβρίσκω
                                  το πνεύμα μου, σαν πριν, ασκητικό
.
                                                                                [«Τα επικίνδυνα»].                         
            Ενθυμούμενοι τον Georg Lukács, θα ταξινομούσαμε τον συγκεκριμένο χαρακτήρα στο είδος των «προβληματικών ατόμων». Η τυπολογική αυτή κατηγορία παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στους κόλπους του μυθιστορήματος, όπου αντικαθιστά τον επικό ήρωα, αφού, με την σειρά του, το  μυθιστόρημα ως είδος έχει υποκαταστήσει το ηρωικό έπος, σε καιρούς που έχουν απωλέσει την διάσταση της «(καθ)ολικότητας» [Totalität] (πρβ. Lukács 1977: κεφ. 3 και 4).
 

2.  Μυθ-ιστορείν και μυθ-ιστόρημα: [Α] ο  Μύθος

Έχοντας εποπτεύσει τους γενικότερους όρους υπό τους οποίους το στοιχείο του μυθιστορηματικού εισέρχεται και δραστηριοποιείται στην ποίηση, ας δούμε τώρα πώς συμβαίνει αυτό, ειδικότερα, στο λανθάνον «μυθιστόρημα» του Καβάφη.

            2.1.- Αναφέρομαι σε έναν αριθμό ποιημάτων γύρω από έναν κεντρικό χαρακτήρα: τον Φλάβιο Κλαύδιο Ιουλιανό (331/2 - 363), Ρωμαίο αυτοκράτορα της Ανατολής (361 - 363), ο οποίος, συνεπεία της άπόπειράς του να επαναφέρει τον πολυθεϊσμό ως επίσημη θρησκεία του Κράτους, στιγματίστηκε από τους αντιπάλους του Χριστιανούς ως ‘Παραβάτης’ (στην ανατολική παράδοση) ή ‘Αποστάτης’ (στην δυτική).

            Η προσωπικότητα του Ιουλιανού, αλλά και η σημαδιακή εκείνη εκατονταετία κατά την οποίαν ελάμβανε χώρα η μετάβαση από την κλασική στην χριστιανική εποχή, άσκησαν ακαταμάχητη γοητεία επί σειράς λογοτεχνών, μεταξύ των οποίων αρκετων νεωτεριστών του 19ου αιώνα, που ίσως προαισθάνονταν πως ο επερχόμενος 20ός θα έφερνε κοσμολογικές αλλάγές ισοβαρείς εκείνων της ύστερης Αρχαιότητας.[9]             

            2.2.- Το κατά Καβάφην «ιουλιανό» corpus αποτελείται από δώδεκα ποιήματα, γραμμένα κυρίως μεταξύ 1920-1928. Με δύο εξαιρέσεις: «Ο Ιουλιανός εν τοις μυστηρίοις» (του 1896) και «Εις τα περίχωρα της Αντιοχείας» (1932-33), τελευταίο που ο ο ποιητής συνέθεσε και δημοσίευσε εν ζωή· επίσης εξαιρείται το αχρονολόγητο και θεωρούμενο ατελές «Πρώτα ο Ματθαίος, πρώτα ο Λουκάς» (πρβ. Δοϊρανλη όπ. πάρ.: 77). Τα μισά εξ αυτών ανήκουν στον καβαφικό κανόνα, ένα στα αποκηρυγμένα και τα υπόλοιπα πέντε στα λεγόμενα ατελή.

            Παραθέτω εν συνεχεία τους σχετικούς τίτλους, ταξινομημένους κατακορύφως σε τρεις στήλες, υπό τα λήμματα των αντιστοίχων περιοχών του καβαφικού έργου, και διατεταγμένους οριζοντίως, κατά χρονολογική σειρά (της βιογραφίας τού ήρωα):

 


Καβαφικός κανόνας                        Αποκηρυγμένα                   Ατελή


                                                                                              1. Η διάσωσις του                                                                                                                Ιουλιανού

2. Ο ιουλιανός εν Νικομηδεία

                                                         3. Ο Ιουλιανός εν τοις
                                                              μυστηρίοις

                                                                                         4. Ο επίσκοπος Πηγάσιος
                                                                                                (Ο ναός της Αθηνάς)

                                                                                          5. Hunc deorum templis

6. Ο Ιουλιανός ορών ολιγορίαν                                 

7. Ουκ έγνως

8. Εις τα περίχωρα της Αντιοχείας

9. Ο Ιουλιανός και οι Αντιοχείς             

                                                                                         10. Αθανάσιος

11. Μεγάλη συνοδεία εξ ιερέων
       και λαϊκών

                                                                                        12. Πρώτα ο Ματθαίος,                                                                                                    πρώτα ο Λουκάς         


                 2.3.- Εν πολλοίς, τα ανωτέρω επικαλύπτονται με την βιoγραφία του Ιουλιανού και επιδέχονται μια συγκεκριμένη περιοδοποίηση. Εντος εκάστης βιο-θεματικής ενότητας, αλλά και εντός των σχετικών υποδιαιρέσεων, μπορούμε, ή και οφείλουμε να διακρίνουμε, αφ’ ενός μεν ορισμένα γεγονότα ή συμβάντα, αφ’ ετέρου δε την ερμηνεία τους, ή το συμπέρασμα που συνάγεται εξ αυτών. Ας ονομάσουμε την πρώτη παράμετρο μύθο και την δεύτερη, επιμύθιο.

            Πιο αναλυτικά:

A.- Παιδικά χρόνια του Ιουλιανού (1). Μύθος: σφαγή της οικογενείας του Μεγάλου Κωνσταντίνου, διά χειρός στασιαστών λεγεωναρίων[10] — διάσωση του πρωταγωνιστή, σε ηλικία έξι ετών, από Χριστιανούς ιερείς. Επιμύθιο: αναδρομική αγνωμοσύνη του αυτοκράτορα Ιουλιανού («[...] ἄραγε ὁ πολὺς φιλόσοφος / Αὔγουστος καὶ σ’ αὐτὸ νὰ ἐξέφραζε / το ’’λήθη δὲ ἔστω τοῦ σκότους ἐκείνου’’;»).

Β.-  Εφηβεία και νεότητα του ήρωα (2, 3, 4, 5): Μύθος: διαμονή του στην Νικομήδεια — ταξίδι στην Αθήνα και μύηση στα Ελευσίνια Μυστήρια — περιήγηση της Τρωάδος και επίσκεψη σε ναό της Αθηνάς, όπου συναντά τον κρυπτο-εθνικό επίσκοπο Πηγάσιο — με επίσημη ιδιότητα του Καίσαρος στέλνεται σε αποστολή στην Γαλατία, όπου χαίρει θερμής υποδοχής. Επιμύθιο: έπειτα από παλινδρομήσεις και παλινωδίες, ο Ιουλιανός προσχωρεί κρυφίως στην θρησκεία των Ελλήνων και κατόπιν, δειλά-δειλά, αρχίζει και να εκδηλώνεται.

Γ.- Βασιλεία και θάνατος του αυτοκράτορα (6, 7, 8, 9, 10, 11). Μύθος: ενέργειές του με στόχο την θρησκευτική μεταρρύθμιση —συνεπεία αυτών τεταμένες έως συγκρουσιακές σχέσεις με τους Χριστιανούς —  πυρκαϊά (εμπρησμός ;) του τεμένους του Απόλλωνα  — διωγμός του Αθανασίου, πατριάρχη Αλεξανδρείας — περσική εκστρατεία και θάνατος του Ιουλιανού στο πεδίο της μάχης (που αναφέρεται μάλλον παρεμπιπτόντως: «Οἱ μοναχοί, ἐνῶ προσεύχονταν ἐκεῖνος [ο Αθανάσιος Β.Ι.] / εἶχαν συναισθανθεῖ τί ἐγίνονταν / στὴν Μεσοποταμία [...] / τὸ κάθαρμα ὁ Ἰουλιανός εἶχεν ἐκπνεύσει»)  — πανηγυρισμοί των Χριστιανών στο άκουσμα της ειδήσεως. Επιμύθιο: το επισφαλές της θέσεως ενός Eθνικού (καίτοι εστεμμένου) εν μέσω Χριστιανών (καίτοι υπηκόων του).

Δ.- Δίκην επιλόγου (12). Μύθος: Ενώ έτρεχε ο «πρῶτος χρόνος τοῦ Θεοδοσίου», ένας νεαρός Αλεξανδρινός, σε αναμονή (ερωτικής, πιθανότατα) επισκέψεως «αγαπημένου φίλου», ξεφυλλίζει ένα βιβλίο και κάνει μερικές σκέψεις για το ιουλιανό διάταγμά Περί παιδείας. Επιμύθιο: το, κατά Καβάφην, «γήρας της αληθείας» φέρνει και τον κατευνασμό των παλαιών παθών: μετά παρέλευσιν δεκαπενταετίας από τον θάνατο του Παραβάτου, η όλη υστεροφημία του συνοψίζεται σε ένα ειρωνικό μειδίαμα.

            2.4.- Το βιογραφικό αυτό σενάριο συμπιέζεται όμως αισθητά  αφ’ης στιγμής λάβουμε υπ’ όψιν ότι μόνον έξι κομμάτια (2, 6, 7, 8, 9 και 11) έχει ενσωματώσει ο ποιητής στον «κανόνα» του, ενώ τα υπόλοιπα έξι (1, 3, 4, 5, 10 και 12) τα προσπέρνά, δίκην «παραλειπομένων».

            Τα πρώτα είναι οι απαραίτητες ψηφίδες ενός «μινιμαλιστικού» παζλ: στο κεντρο αυτού, ο Ιουλιανός στην Αντιόχεια, την τελευταία χρονιά της Βασιλείας του· ένθεν και ένθεν: ένα εισαγωγικό στιγμιότυπο (ο νεαρός ήρωας στην Νικομήδεια) και μία έξοδος, λίγο μετά τον θάνατό του («Μεγάλη συνοδεία εξ ιερέων και λαϊκών»). Η δεύτερη ομάδα άπαρτίζεται από ανεκδοτολογίκού τύπου παραλλαγές με αφετηρία επεισόδια του «κανόνα». Συγκεκριμένα, πρόκειται για ποιήματα τα οποία, ναι μεν άρτια και συμβατά με το «ιουλιανό» λιμπρέτο, εντούτοις ο ποιητής τα έκρινε απορριπτέα επειδή υπερβαίνουν το αυστηρώς λιτό σχήμα που είχε κατά νουν.[11]

            Ας δούμε τώρα εκ του σύνεγγυς ένα δείγμα τέτοιας διάδρασης, στους κόλπους της θεματικής ομάδας Β, η οποία περιλαμβάνει ένα μόνο «κανονικό» επεισόδιο (το 2: «Ο Ιουλιανός εν Νικομηδεία»), ενώ άλλα τέσσερα «παραλειπόμενα» κινούνται στην τροχιά του προαναφερθέντος.

            Στο επίπεδο του «μύθου» ακούμε κατ’ αρχάς την φωνή του Μαρδονίου, παιδαγωγού του πρίγκιπα, να επικρίνει την άφρονα συμπεριφορά του, αλλά και να τονίζει, δίκην «επιμυθίου», την ανάγκη ο νεαρός να τηρεί τα προσχήματα («Παρέγινε [...] ἡ ἱστορία αὐτή, / καὶ πρέπει ἐξ ἅπαντος νὰ παύσει ὁ θόρυβός της»). Κατά συνέπεια, παριστάμεθα και σε μεταστροφή του ήρωα επί τα βελτίω:

                               Ὁ Ἰουλιανὸς πηγαίνει πάλιν ἀναγνώστης
                                στὴν ἐκκλησία τῆς Νικομηδείας,
                                ὅπου μεγαλοφώνως καὶ μετ’ εὐλαβείας
                                πολλῆς τὲς ἱερὲς Γραφὲς διαβάζει,
                                καὶ τὴν χριστιανικὴ του εὐσέβεια ὁ λαὸς θαυμάζει.
                                                                               
[«Ο Ιουλιανός εν Νικομηδεία»[.

            Τα δε «παραλειπόμενα» αναδιπλασιάζουν τρόπον τινά τα παραπάνω, αφού εκεί ο Ιουλιανός υποτροπιάζει σε ανάλογα ολισθήματα. Εξάλλου, η έκβαση των συγκεκριμένων επεισοδίων παραλλάσσει μέχρις ανατροπής κάθε ενδεδειγμένη «πολιτική ορθότητα». Έτσι λοιπόν, από σκοπιάς του προαναφερθέντος (καβαφικής κοπής) «μινιμαλισμού», συντρέχουν αρκετοί λόγοι ώστε τα σχετικά «παραλειπόμενα» αυτόχρημα να παραλειφθούν.

            2.5.- Η λανθάνουσα περιοδοποίηση του βιο-θεματικού υλικού, καθώς και η, λανθάνουσα επίσης, ταξινόμηση των σχετικών επεισοδίων, έχουν αντίκρισμα στο όλο σχήμα και στην δομή του καβαφικού «μυθιστορήματος».

            Προτού όμως αναφερθούμε σ’ αυτές τις παραμέτρους, ας μη μας διαφύγει το γεγονός ότι οι ίδιες, αλλά και τα κλιμάκιά τους σχετίζονται με κάποιες επιλογές του μυθ-ιστοριογράφου· επιλογές που δεν θα δίσταζα να τις χαρακτηρίσω επιστημολογικής φύσεως.

            Συγκεκριμένα, η προβολή σε πρώτο πλάνο του «κανόνα» και ο συνακόλουθος παραγκωνισμός των «παραλειπομένων», η πριμοδότηση της στοχαστικής ματιάς εις βάρος υης άγρας ανεκδότων[12] — σαφώς υποδηλώνουν την αποστασιοποίηση του συγγραφέως από την καθεστηκυία «ιστορία των γεγονότων» και την προσέγγισή του σε εκείνη που σήμερα αποκαλούμε «μακράς διαρκείας» (histoire de la longue durée). Ειδικότερα δε, καθώς το βασικό περιεχόμενο του 4ου αιώνα, που απασχολούσε τον Αλεξανδρινό, υπήρξε ο ανταγωνισμός των δύο θρησκειών οι οποίες διεκδικούσαν τις ψυχές και τα πνεύματα των ανθρώπων, το δράμα του Ιουλιανού βρίσκει την θέση του στον χώρο της «ιστορίας των νοοτροπιών» (histoire des mentalités).

            Από την άλλη, η «μακρά διάρκεια» και τα παρακλάδια της (π.χ. οι νοοτροπίες) συνάδουν περιπου με μίαν εικόνα ακινησίας, όπως εκείνη των μεγάλων ποτάμών σε πεδιάδες, όπου η ροή τους σχεδόν δεν διακρίνεται.

            Υπό παρόμοιο καθεστώς τελούν οσα επεισόδια ο ποιητής ενέταξε στον «κανόνα», και τα οποία μετά βίας προδίδουν οιανδήποτε ανέλιξη. Μεταξύ άλλων επειδή, ανάμεσα στα ευρύτερα «κεφάλαια» της πλοκής, αλλά και στα επί μέρους στιγμιότυπα που τα απαρτίζουν, ο Καβάφης έχει αφήσει, ή και δημιουργήσει (μινιμαλισμού ένεκεν) κενά και διαλείμματα διόλου αμελητέα.

            Για παράδειγμα, η βιο-θεματική ενότητα Β έχει συρρικνωθεί σε ένα μόνον επεισόδιο (2), όπου ένας έφηβος επιπλήττεται για την «άστοχη [...] και κινδυνώδη» συμπεριφορά του. Από το κείμενο μαθαίνουμε ότι ο εν  λόγω χαρακτήρας ονομάζεται  Ιουλιανός· τίποτα όμως, πέραν αυτού, δεν μας διαπιστεύει να υποθέσουμε πως ο ίδιος είναι το εξάχρονο παιδί που σώθηκε από σφαγή προ δεκαπενταετίας· ούτε μπορούμε, τυπικά, να τον ταυτίσουμε με τον Ρωμαίον αυτοκράτορα ο οποίος σε άλλα δεκαπέντε χρόνια, προσπάθησε να επιβάλει εκ νέου τον πολυθεϊσμό, ερχόμενος σε σύγκρουση με τους Χριστιανούς.

            Ανάλογη αναστολή της νομοτέλειας του γίγνεσθαι,  μεσω απαλοιφής προηγουμένων, ενδιαμέσων ή μεταγενεστέρων φάσεων υφίσταται επίσης σε μικρογραφική κλίμακα. Ας δούμε λ.χ. από κοντά ένα επεισόδιο το οποίο διαθέτει φαινομενικά ένα σαφέστατο χρονικό στίγμα («Ἦταν ὁ πρῶτος χρόνος τοῦ Θεοδοσίου»). Ωστόσο, σε μια δεύτερη ματιά διαπιστώνουμε ότι ισχύει μόνον κατά το ήμισυ: για τον προορισμό, όχι και για την αφετηρία. Ναι μεν λοιπόν μαθαίνουμε ότι «[ε]ἶχαν περάσει δέκα πέντε χρόνια», αλλά αγνοούμε από τι και από πότε· έτσι λοιπόν,  η εικονική ακρίβειά της «στιγμής» καθιστά έτι πιο αόριστη την «τοποθεσία».[13]

            2.6.- Tο «ιουλιανό» σενάριο εμφανίζεται επομένως ως ένα corpus, ούτως ειπείν, «θραυσματικό»: ασυνεχές και με διαλείμματα, φτιαγμένο από επεισόδια αυτόνομα ή πολύ χαλαρά συνδεδεμένα μεταξύ τους. Χαρακτηριστικά τα οποία εκπορεύονται ωστόσο (όπως εύσκολα θα υποψιαστεί κανείς) από την αρχή του «μινιμαλισμού», της άκρας, δηλαδή, λιτότητας που διέπει την  καβαφική γραφή, τόσο εν γένει όσο και ειδικότερα, στο δυνητικό του «μυθιστόρημα». Με όρους παλαιότερης αισθητικής, θα λέγαμε ότι αποτελεί την «εσωτερική συγκρότηση» (innere Form) του λανθάνοντος έργου.

            Διακρίνουμε όμως και ένα δεύτερο κλιμάκιο, το οποίο (επανα)συνδέει  τα σχεδόν «αδέσποτα» συστατικά του corpus σε μίαν αλυσίδα από συνεκτικά συμβεβηκότα. Είναι  η αντιστρόφως ανάλογη «εξωτερική συγκρότηση» (aussere Form) η οποία,  κατα πάσα πιθανότητα, εδώ ταυτίζεται με την γνωστή τοις πάσι, ήδη υπάρχουσα «ιστορία των γεγονότων». Το παράδοξο είναι ότι, ενώ ο Καβάφης ως «ποιητής ιστορικός» δίδει κυρίως σημασία στην ιστορία της «μακράς διαρκείας» και ειδικότερα των νοοτροπιών, από την άλλη πρεπει να υπολογίζει και στην κατεστημένη αλληλουχία γεγονότων προκειμένου να γεφυρώσει τα όποια χάσματα ο ίδιος έχει αφήσει (ή και εσκεμμένα εισαγάγει) στο μυθιστορηματικό λιμπρέτο. Η δε «εξωτερική συγκρότησή» του δεν είναι παρά ακριβώς εκείνο που δηλώνει η ίδια η ονομασία αυτή: ένα σχήμα μόνον εμμέσως σχετικό προς το αφηγηματικό λιμπρέτο, πλην όμως άνευ του οποίου το ίδιο το λιμπρέτο δεν υφίσταται σε αφηγηματική διάστασή.             

3.  Μυθ-ιστορείν και μυθ-ιστόρημα: [Β] το  Ε π ιμ ύ θ ι ο                                                

Σκοπός του ανά χείρας είναι, ας το θυμηθούμε, η επισκόπηση του τρόπου κατά τον οποίον ο Καβάφης, δεδηλωμένος «ποιητής ιστορικός», αναδεικνύεται και ιστορικός μυθ-ιστοριογράφος (και δη ενάντια σε ρητές προθέσεις και διαθέσεις του). Η ποίησή του, θα ’λεγε κανείς, μοιάζει με φυτώριο διαφόρων ειδών του ιστορείν, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει το μυθ-ιστόρημα του Παραβάτου Ιουλιανού.

           Στο επίπεδο όμως του μύθου, δηλαδή του ανεκδοτολογικού υλικού που το απαρτίζει, για λόγους που  ήδη έχουμε αναλύσει, η διάδραση ανάμεσα στα διάφορα μορφικά κλιμάκιά του οδηγεί κατ’αρχήν και κατ’ αρχάς στην εικόνα ενός σχεδόν αποδομημένου ή και αδόμητου συνόλου. Προκειμένου το θραυσματικό αυτό corpus να αποβεί ένα «πολυεδρικό»[14] και, ως εκ τουτου, μυθιστορηματικό οικοδόμημα, παρίσταται επιτακτικά η ανάγκη κάποιου έξωθεν παράγοντος που να προσδώσει ενότητα και συνοχή στα διάσπαρτα στοιχεία.

            3.1. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και εκεί όπου τα τεκταινόμενα οδηγούνται προς μίαν έκβαση ή ένα συμπέρασμα: εννοώ την περιοχή του επιμυθίου. Κι εκεί λοιπόν, όπως στην επικράτεια του μύθου, μια βασική συνθήκη της μυθιστορηματικότητας υπονομεύεται εκ των ένδον και αποκαθίσταται εκ των έξω.

            Μέχρις εδώ όμως οι ομοιότητες· περαιτέρω η κατάσταση διαμορφώνεται αντίσρόφως ανάλογα. Στην σφαίρα του επιμυθίου ο κίνδυνος δεν είναι η άναρχη πολλαπλότητα ικανή να προκαλέσει απώλεια αφηγηματικού ειρμού, αλλά η επιβολή μιας μονοδιάστατης ερμηνείας. Και όντως, το καβαφικό αφήγημα συχνά αφήνει την εντύπωση ότι οι πράξεις και οι ιδέες του αυτοκράτορα κρίνονται αποκλειστικά από σκοπιάς των Χριστιανών. Κάτι που, προφανώς, αντιβαίνει προς την συνθήκη της πολυφωνίας ― ακρογωνιαίο λίθο του μυθ-ιστορείν.

            Προκειμένου λοιπόν να αποσοβήσει την επαπειλούμενη εξασθένιση αυτού, ο μυθ-ιστόριογράφος υποδύεται και πάλι τον ιστορικό, εστιάζοντας ειδικά στην δεοντολογία του κλάδου. Συγκεκριμένα δε, στην sui generis «αμεροληψία» του εν μέρει ... εν μέρει.

            3.2.- Παρατηρώντας εκ του σύνεγγυς πώς πραγματώνεται κειμενικά το εν λόγω σχήμα (π.χ. στο δημοφιλές «Καισαρίων»· πρβ. άνωθι: 1.2.1.) διαπιστώνει κανείς ότι το ήπιο αυτό δίλημμα - που σχεδόν αποτελει ένα δίδυμο - συνοδεύεί βοηθητικά ένα πρωτοπρόσωπο «υποκείμενο της εκφοράς» (sujet de l’ énonciation)· με την σειρά του, αυτό έχει να διαχειριστεί μία δι-πολική στοχαστική κατάσταση, που το ένα της σκέλος άπτεται του ατομικού και το άλλο ακουμπάει την συλλογικότητα. Η προκείμενη διάζευξη ― εάν περί διαξεύξεως πρόκειται ― είναι ιδιαζόντως ανάλαφρη, πλην όμως αρκετή για να φέρει σε διάδραση τις δύο συνιστώσες της, εξομοιώνοντας την υπερατομική διάρκεια («εν μέρει για να εξακριβώσω μιά εποχή») με μιαν ιδιωτική αφορμή, μάλλον ασήμαντή («εν μέρει και την ώρα να περάσω»). Όπως και να ’χουν τα πράγματα, το ουσιώδες είναι ότι η Ιστορία συνομιλεί εδώ με την βιογραφία, αλλά και αντιστρόφως, και μάλιστα με τους αυτούς περίπου όρους.

            Σε ανάλογες προδιαγραφές ανταποκρίνεται το επιμύθιο, το οποίο, όπως ο μύθος, ή και ακόμη πιο επιτακτικά, χρείαν έχει μίας συγκεκριμένης ταυτότητας. Αντλώντας δε την σχετικήν ορολογία πάντα απο καβαφικές δεξαμενές, θα χαρακτήριζα το υποκείμενο της εκφοράς εν μέρει «χριστιανίζον», ενώ το αντίπαλο (τρόπον τινά) δέος αυτού, τουτέστιν το υποκείμενο του εκφερομένου, θα το περιέγραφα ως εν  μέρει Εθνικό (πρβ. «Τα επικίνδυνα»· και άνωθι: 1.2.2.)

            Εκ των προαναφερθέντων, σθεναρότερη φανταζει η (όχι απλώς εν μέρει) χριστιανίζουσα ταυτότητα. Πρωτίστως από γνωσιολογικής απόψεως: καθ’ ότι, δηλαδή, είναι χρονικά πιο πρόσφατη και, ως εκ τούτου, εγκυρότερη οιουδήποτε προγενεστέρου συστήματος αξιών.[15] Αλλά και σε αφηγηματική προοπτική: ο ίδιος (έστω εν μέρει) χριστιανίζων τόνος, που διακρίνεται και στην φωνή της Ιστορίας, έχει υποκείμενο εκφοράς πάντοτε προσωποιημένο (καίτοι σπανίως ονομαστικά).

            Απεναντίας, ο βιογραφικός λόγος, με τον οποίο συνδιαλέγεται ο ιστορικός, είναι επώνυμος μεν, α-σθενής δε.[16] Επώνυμος επειδή εκπορεύεται από τον κεντρικό χαρακτήρα του μυθιστορηματικού λιμρέτου, στον οποίο, λογικά, θα αναλογούσε ο ρόλος υποκειμένου του εκφερομένου. Α-σθενής διότι, στην πραγματικότητα, ο αυτοκράτορας καταλαμβάνει θέση «αντικειμένου» (όχι υποκειμένου) του ανωτέρω. Πιο απλά, ναι μεν περί Ιουλιανού γίνεται λόγος, του ιδίου, ωστόσο, «λόγος δεν του πέφτει» εις ό,τι αφορά την εξιστόρηση του βίου και της πολιτείας του.

            3.3.- Αλλά ακόμη και όταν, κατ’ εξαίρεσιν, ο λόγος του ήρωα υποπίπτει στην αντίληψή του παραλήπτη, αυτό συμβαίνει υπό μορφήν «εκφερομένης εκφοράς» (énonciation énoncée), μέσω παραθεμάτων σε ευθύ ή πλάγιο λόγο, που το επιμύθιο και οι φορείς του χειραγωγούν κατά βούλησιν.

            Ενδεικτικα είναι λ.χ. τα υπ’ αρ. 6 και 9 επεισόδια του «μυθιστορήματος», τα οποία, από πλευράς μύθου, παραπέμπουν στις πολιτικο-θρησκευτικές μεταρρυθμίσεις του Ιουλιανού, στην απόπειρά του, όχι μόνο διάσωσης και προώθησης της λατρείας των Εθνικών, αλλά και δόμησης αυτής εν είδει εκκλησίας, με την θεολογία και την ηθική της, ακολουθώντας μάλιστα και ορισμένα χριστιανικά πρότυπα.

            Οι Αντιοχείς, φέρ’ ειπείν, επικρίνουν σφόδρα όσα επί του προκειμένου πρεσβεύει (ή νομίζουν εκείνοι πως πρεσβεύει) ο αυτοκράτορας· δηλαδή:                            
                                Τὲς περὶ τῶν ψευδῶν θεῶν ἀερολογίες του,
                                τὲς ἀνιαρὲς περιαυτολογίες ·
                                τὴν παιδαριώδη του θεατροφοβία ·
                                τὴν ἄχαρι σεμνοτυφία του· τὰ γελοῖα του γένεια.

                                                                  [«Ὁ Ἰουλιανὸς καὶ οἱ Ἀντιοχεῖς»][17]

— τα οποία εκλαμβάνουν ως κινδύνους για τον οικείο τρόπο ζωής, τον  «π ε ρ ι λ ά λ η τ ο [ς]  βίο[ς] τῆς Ἀντιοχείας,  / [τον] ἐνήδονο[ς], [τον] ἀπόλυτα καλαίσθητο[ς]». Έναντι της συγκεκριμένης απειλής, θα επιλέξουν - ασχέτως αν ορθώς ή εσφαλμένα - ένα μη χείρον βέλτιστον:

                                Ἆ βέβαια προτιμούσανε τὸ Χῖ,
                                ἆ βέβαια προτιμούσανε τὸ Κάππα· ἑκατὸ φορές.

                                                                                                (αυτόθι).

Με άλλα λόγια θα συστρατευθούν με τους δυο πολέμιους του Παραβάτη, οι οποίοι είναι, στο μεν ιδεολογικό πεδίο ο Χ-ριστός, στο δε πολιτικό, ο άσπονδος συγγενής του, αυτοκράτωρ Κ-ωνστάντιος.

            Το παράδοξο είναι ότι οι διαθέσεις και προθέσεις του Ιουλιανού αντιμετωπίζονται λίαν επιφυλακτικά και από την παράταξη των Εθνικών. Σε εκφερόμενη πάντα εκφορά, μία ανώνυμη πλην διακριτή φωνή από τις τάξεις αυτών ανακεφαλαιώνει τα παράπονά του για την χλιαρή, εκ μέρους τους υποδοχή των δικών του προτάσεων για παλινόρθωση και αναδιοργάνωση της παραδοσιακής θρησκείας:

                                «Ὁρῶν οὖν πολλὴν μὲν ὀλιγωρίαν οὖσαν
                                ἡμῖν πρὸς τοὺς θεοὺς»
[...]

                                                                [«Ο Ιουλιανός, ορών ολιγωρίαν»].

            Η ίδια φωνή εξηγεί γιατί, εν προκειμένω, οι Εθνικοί τηρούν τις αποστάσεις τους:

                        [...] Μὰ δὲν μποροῦσαν κιόλας
                                νὰ παίζουν σὰν κι αὐτόνα (τὸν Χριστιανομαθημένο)
                                μὲ σύστημα καινούριας ἐκκλησίας,
                               
 ἀστεῖον καὶ στὴν σύλληψι καὶ στὴν ἐφαρμογή.                                                                                                                [αυτόθι].              

Επιφανειακά, οι σχετικές ενστάσεις αφορούν το αφερέγγυο («και στην σύλληψη και στην εφαρμογή») του μεταρρυθμιστικού εγχειρήματος· βαθύτερα όμως λανθάνει η δυσπιστία των Ελλήνων (γιατί «Ἕλληνες ἦσαν ἐπὶ τέλους») απέναντι στον «Χριστιανομαθημένο» και, ως εκ τούτου, άμοιρο της υψίστης ελληνικής αρετής, που είναι η αίσθηση του μέτρου. Εξ ου,  εν είδει συμπεράσματος  (ως και αρμόζει σε επιμύθιο) η αυστηρή σύστασή τους προς αυτόν:  «Μηδέν άγαν, Αύγουστε» [αυτόθι].

            Δέσμια της γνωστής «προθεσιακής φενάκης», η εν Ελλάδι καβαφολογία επιμένει να ανιχνεύει σε παρόμοια επεισόδια, πέραν της εκφοράς  του εκφερομένου, με τα οικεία υποκείμενά τους, και έναν τρίτο «τελεστή λόγου»[18], ανώτερο τη τάξει, μέσω του οποίου υλοποιούνται χαρακτηριστικές αρμοδιότητες του εμπειρικού συγγραφέως. Ειδικότερα, η κριτική  Vulgata προσπαθεί να μας πείσει ότι, στα δυο ποιήματα που μόλις διατρέξαμε, οι συγκεκριμένες αρμοδιότητες και ο συγκεκριμένος «τελεστής» τους μάς μεταβιβάζουν μίαν εικόνα του ήρωα μονομερώς αρνητική, ασχέτως από πού την βλέπει (ή την βλέπουμε εμείς). Έτσι, ακόμη και ένας εις βάθος γνώστης του καβαφικού έργου όπως ο Γ. Π. Σαββίδης διατείνεται ότι, για τον Αλεξανδρινό, ο Ιουλιανός «δεν είναι μονάχα Αντίχριστος αλλά και Ανθέλλην» (apud Δοϊρανλή, όπ. παρ.: 145).

            Εις ό, τι με αφορά, παρ’ ότι η θεωρητική παιδεία μου έλαβε χώρα εν πολλοίς στην επικράτεια του close reading, ενώ στα νιάτα μου με είχαν πείσει οι θέσεις του Roland Barthes περί «θανάτου του συγγραφέως», σήμερα είμαι έτοιμος να αποδεχθώ τον ρυθμιστικό ρόλο που έχει να παίξει ως  έξωθεν παράμετρος ο Ποιητής  (ό,τι και να σημαίνει κάτι τέτοιο) στην εγκατάσταση ή την αποκατάσταση της μυθιστορηματικής πολυφωνίας στο επίπεδο του επιμυθίου.

            Στο διά ταύτα. Τόσο οι έκλυτοι Αντιοχείς όσο και οι επιφυλακτικοί Εθνικοί — οι μεν χριστιανίζοντες από ιδιοτέλεια, οι δε σόφρονες ίσως από ατολμία — έχουν σχεδόν εξοβελίσει τον Ιουλιανό σε ένα limbo ανυπαρξίας. Ο δε Καβάφης τον επαναφέρει στο «μυθιστόρημά» του, υπό την ιδιότητα του «προβληματικού ήρωα» (αλά Lukács), με χαρακτηριστικό γνώρισμα την «απόλυτη αρνητικότητα του ιδανικού του» (όπ. παρ.)

            Για τον κατ’ εξοχήν «προβληματικόν Ιουλιανό, ο Καβάφης λοιπόν έχει στήσει ένα πλαίσιο διλημματικό και (ούτως ειπείν) αφαιρετικό: «Παραβάτης» και «Χριστιανομαθημένος» — που σημαίνει ούτε Χριστιανός ούτε Εθνικός — που σημαίνει εν μέρει ... το ένα εν μέρει  το άλλο, σε τραγική όμως εκδοχή.

            3.4.- Το status του «αντικειμένου» του εκφερομένου - δηλαδή του χαρακτήρα μιας αφήγησης - είναι συνάρτηση του τύπου «θέασής» του (vision) από το σχετικό «υποκείμενο».

            Όταν το τελευταίο — κοινώς ο αφηγητής — γνωρίζει πιο καλά το ξετύλιγμα της πλοκής, απ’ ό,τι ο πρώτος — δηλαδή ο ήρωας — ο μεν βλέπει τον δε «εξ όπισθεν» (visionpar derrière”). Μπορεί όμως και οι δύο να είναι εξίσου ενήμεροι επί του προκειμένου· η αμοιβαία θέασή τους θα ανήκει τότε στην κατηγορία του «ομού μετά» (visionavec”). Τέλος, ο αφηγητής μπορεί να γνωρίζει λιγότερα από τον ήρωα και, συνεπώς, να τον βλέπει «έξωθεν» (visiondu dehors”).[19]

            Όπως ανάφερα και προηγουμένως (πρβ. άνωθι, 3.1.), στην επικράτεια του επιμυθίου, ο Ιουλιανός ως dramatis persona κρίνεται απο τους Χριστιανούς. Αν και με ανώνυμους φορείς, η προοπτική τους βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση απέναντι στον ήρωα ο οποίος, επομένως, θεάται «εξ όπισθεν».

            Ωστόσο, το οπτικό αυτό πεδίο δεν είναι απόλυτα ομοιόμορφο. Εντός αυτού παρατηρούνται και ορισμένες «διαθλάσεις» που, εν πολλοίς, επηρεάζονται απ’ τον παράγοντα της αποστάσεως. Πρόκειται, δηλαδή, για εκ του σύνεγγυς ή εκ του μακρόθεν εποπτεία. Η μια ευνοεί διαδράσεις μεταξύ θεατού και θεαθέντος· η άλλη, ανάμεσα σε διάφορες «γωνίες λήψεως».

            3.4.1.- Ας ρίξουμε τώρα μια ματιά σε ορισμένα χαρακτηριστικά δείγματα θεώρησης του ήρωα από πίσω και από κοντά. Ένα εξ αυτών π.χ. είναι το υπ’ αρ. 7 επεισόδιο όπου, επιπλέον, η διάδρασή του με τον αφηγητή πραγματώνεται κυριολεκτικά υπό μορφήν διαλόγου:

                                Γιὰ τὲς θρησκευτικὲς μας δοξασίες -
                                ὁ κοῦφος Ἰουλιανὸς εἶπεν «Ἀνέγνων, ἔγνων,
                                κατέγνων». Τάχατες μᾶς ἐκμηδένισε
                                μὲ τὸ «κατέγνων» του, ὁ γελοιωδέστατος.
                                Τέτοιες ξυπνάδες ὅμως πέρασι δὲν ἔχουνε σ’ ἐμᾶς
                                τοὺς Χριστιανούς. «Ἀνέγνως, ἀλλ’ οὐκ ἔγνως ∙ εἰ γὰρ ἔγνως,
                                οὐκ ἂν κατέγνως» ἀπαντήσαμεν ἀμέσως.

                                                                                                [«Οὐκ ἔγνως»].               

 Ο λόγος του αυτοκράτορα, ναι μεν ιεραρχικά  δευτερογενής (εκφερόμενη εκφορά»), έχει την στιβαρότητα του (ας πούμε) «ρωμαϊκού λακωνίζειν» (αλά veni, vidi, vici)· απ’ εναντίας, ο αντι-λογος των Χριστιανών, καίτοι λειτουργικά επικρατέστερος αφήνει την εντύπωση του «πλατειάσματος», τόσο ως ρήση (τρεις φράσεις έναντι τριών λέξεων) όσο και ως αφήγηση.

            Εδώ χωράει μία ακόμη, αρκούντως ουσιαστική, παρατήρηση: όταν στην εν λόγω θέαση εμπλέκονται ο Ιουλιανός και οι Χριστιανοί, όταν οι μεν βλέπουν τον δε «εξ όπισθεν» πλην εκ του σύνεγγυς, τότε το υποκείμενο του εκφερομένου θα διάκειται αρνητικά απέναντι στο σχετικό αντικείμενο.[20] Αρκεί όμως να ανασταλούν, έστω και για λίγο, τα αδιέξοδα του επιμυθίου, για να αντιμετωπίσει ο αφηγητής τον ήρωα, αν όχι με συμπάθεια τουλάχιστον ακριβοδίκαια, στο πνεύμα του εν μέρει ... εν μέρει. Έτσι ο παιδαγωγός Μαρδόνιος (επεισ. 2), καίτοι δεν είναι Χριστιανός, λαμβάνει ωστόσο υπ’ όψιν τα χριστιανικά φρονήματα, ούτως ώστε να προφυλάσσει τον απερίσκεπτο έφηβο από καχυποψίες και μισαλλοδοξία.[21] Παρομοίως πλην αντιστρόφως ανάλογα, οι μύστες των Αθηνών (3) συνεκτιμούν τα κατάλοιπα χριστιανικής παιδείας του Ιουλιανού, προκειμένου να διώξουν τους φόβους του και να τον επαναφέρουν στην μυητική τελετή.[22]

            3.4.2.- Εξάλλου, όπως παρεμπιπτόντως ανέφερα και παραπάνω, η από μακριά και από πίσω θέαση είναι επιρρεπής σε αμαλγάματα και επιμειξίες εντός του αυτού οπτικού πεδίου.

            Ενδεικτικό επί του προκειμένου είναι το πρώτο επεισόδιο του ανα χείρας. Το ανεκδοτολογικό υλικό (που συνοψίζεται στον τίτλο: «Ἡ διάσωσις τοῦ Ἰουλιανοῦ») καλύπτει την μισή περίπου έκταση του ποιήματος (8 από 17 στίχους). Στο υπόλοιπο μισό, ένα υποκείμενο εκφοράς (που παίζει ρόλο αφηγητή και σχολιαστή) επιτελεί δραστηριότητες αξιολόγησης - εκ του μακρόθεν - μίας ιστορικής  πηγής του μύθου, αλλά και εκτίμησης - εκ του σύνεγγυς - της νυν ηθικής στάσης του ήρωα απέναντι στους τότε διασώστες του. Εντύπωσή μου είναι μάλιστα ότι η πρώτη κρίση[23] «καμουφλάρει» βασικά τον πραγματικό στόχο του επιμυθίου, που είναι να παρουσιάσει τον Ιουλιανό ως αγνώμονα.[24] Έχω όμως και μίαν άλλην εντύπωση η οποία, ναι μεν δύσκολα τεκμηριώνεται, ωστόσο μας γεννά την υπόνοια πως ένας έξωθεν παράγων κάνει χρήση των «προνομίων» που του αναλογούν εντός του επιμυθίου  (πρβ. άνωθι: 3.3.) Ο «ποιητής» λοιπόν — γιατί κάποια ιδιότητα οφείλουμε να του προσδώσουμε ― μάλλον θα αντιμετώπιζε με κατανόηση την ανθρώπινη ανάγκη για προστασία της ψυχής από τραυματικές μνήμες. Διότι αυτό — και επ’ ουδενί αχαριστία ― δηλώνει το «λήθη δὲ ἔστω τοῦ σκότους ἐκείνου». Κατά το  ‘ιδιο σενάριο, αμφότεροι οι ανωτέρω «τελεστές λόγου», σε αμοιβαία θέαση «ομού μετά», γνωρίζουν οπωσδήποτε περισσότερα από το υποκείμενο της εκφοράς, άρα το βλέπουν και οι δύο «εξ όπιθεν».[25]

            Άλλη περίπτωση άξια προσοχής είναι ο «περσπεκτιβισμός» επ’ αφορμή την εκ του μακρόθεν θέαση του αντικειμένου από το υποκείμενο της εκφοράς. Συγκεκριμένα, θα εντοπίσουμε το φαινόμενο σε ένα παραλειπόμενο (το υπ. αρ. 4), όπου ο αφηγητής δεν ξέρει σχεδόν τίποτα για τους παρευρισκόμενους σε ναό της Αθηνάς «Χριστιανὸ[ς] ἐπίσκοπο[ς] Πηγάσιο[ς]» και «Χριστιανὸ[ς] ἡγεμονίσκο[ς] Ἰουλιανό[ς]». Τους βλέπει επομένως «εξωθεν», καίτοι και για τον μεν και για τον δε έχει επιφυλάξει το επίθετο «ψεύτης». Το οποίον όμως ουδόλως τεκμηριώνεται· απεναντίας, παραμένει μετέωρο έως αυθαίρετο, άρα και δεν θεμελιώβει μίαν «εξ όπισθεν» θέαση αυτών. Οι δε ήρωες, με την σειρά τους, θεωρούν αλλήλους «ομού μετά», πλην από μίαν ανοίκεια σκοπιά: όχι βάσει όσω εκατέροθεν γνωρίζουν, αλλά εκείνων που αγνοούν ο ένας για τον άλλον (και προσπαθούν να εκμαιεύσουν):

                                ὅμως συνομιλούσανε διστακτικῶς,
                                μὲ ὑπαινιγμούς, μὲ λόγια διφορούμενα,
                                μὲ φράσεις πλήρεις προφυλάξεως,
                                 δὲν ἦσαν βέβαιοι ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλον
                                καὶ συνεπῶς φοβοῦνταν νὰ μὴ ἐκτεθοῦν
                                                                               
[«Ὁ ἐπίσκοπος Πηγάσιος»].

            Τέλος, ειδική αναφορά αξίζει να γίνει εδώ, για παρομοίους λόγους, στο «Hunc deorum templis».[26] Αφετηρία του κειμένου είναι ένα περιστατικό που έλαβε χώρα κατά την θητεία του Ιουλιανού στην Εσπερία (πρβ. Δοϊρανλή όπ. παρ.: 132 και ακ.) Οι πανηγυρισμοί κι οι επευφημίες με τις οποίες τον υποδέχθηκαν στην Βιέννη  της νοτίου Γαλατίας δεν απηχούσαν μόνον τον ενθουσιασμό για τις λαμπρές του νίκες επί των βαρβάρων, αλλά και τις ελπίδες μερίδας του λαού ότι ο νεαρός Καίσαρας θα αναβίωνε την παλαιά θρησκεία.

            Από πλευράς επιμυθίου, το ενδιαφέρον μας επικεντρώνεται στο υποκείμενο της εκφοράς, την στάση και την θέση του απέναντι στο σχετικό αντικείμενο, αλλά και στο αντικείμενο του εκφερομένου. Στάση και θέση οι οποίες δίδουν κι εδώ λογαριασμό για την παράμετρο του «περσπεκτιβισμού» στην δόμηση του επεισοδίου. Κατ’ αρχάς, όσα ο αφηγητής έχει να πει για τους δρώντες χαρακτήρες ουδόλως στοιχειοθετούν μία σαφή θέασή αυτών: τους βλέπει - και τον βλέπουν - όχι απλώς εκ του μακρόθεν, αλλά και «έξωθεν». Έτσι, το κομβικό σημείο του επεισοδίου ολισθαίνει από την κεντρική σε μία δευτερεύουσα παρουσία, η οποία όμως «κλέβει την παράσταση» με έναν χρησμό που «βγήκε αληθινός». Ασχέτως μάλιστα, ή και αδιάφορα απ’ τα θρησκευτικά φρονήματά της τελέστριάς του.

            Όμως για όλα αυτά θα γίνει λόγος πιο αναλυτικά στην επόμενη παράγραφο.

4.  Μυθ-ιστορείν και μυθ-ιστόρημα: [Γ] ο Διάλογος (ή περί tertium datur)

Στην επικράτεια της αφήγησης, τέτοιες μεταβολές προοπτικής συνάδουν με την διαβόητη διαλογικότητα. Η οποία - όπως έχει κατά κόρον τονιστεί (αρχής γενομένης από τον Μπαχτίν) αποτελεί τον άξονα του μυθιστορηματικού. Πολλώ δε μάλλον όταν η αισθητική αυτή κατηγορία πραγματώνεται στο sui generis καβαφική μυθιστορία περί Ιουλιανού του Παραβάτη.

            4.1.- Σε θεωρητικό αλά Μπαχτίν ιδίωμα, το σημασιολογικό πεδίο του διαλόγου περιγράφεται ως αχανές· ωστόσο τα κατ’ εξοχήν συνώνυμά του είναι δύο: ‘πολυφωνία’ και ‘πολυγλωσσία’: παράμετροι οι οποίες «ενσωματώνονται στην σφαίρα του μυθιστορήματος δίκην συστατικών  του, δημιουργώντας ένα αρμονικό από αισθητικής απόψεως σύνολο. Αυτό άλλωστε και διακρίνει το μυθιστόρημα ως είδος» (πρβ. Μπαχτίν, όπ. παρ.: 156).

            Πρέπει επίσης να ληφθεί υπ’ όψιν ότι,  στην επικράτεια του διαλόγου, ‘συνώνυμο’ δεν θα πει μία λέξη η οποία αντι— ή υποκαθιστά μιαν άλλη, σε κάποια συμφραζόμενα ή σε όλα. Εδώ η συνωνυμία έχει μία λειτουργική διάσταση, υπό  την έννοιαν ότι, σε ορισμένες συνθήκες, υπηρετεί ορισμένους στόχους και σκοπούς.

            Το ερώτημα, εν κατακλείδι, είναι λοιπον  γιατί και πότε ο αφηγηματικός διάλογος διαστέλλεται πολύγλωσσικά, γιατί και πότε ο τόνος του ανέρχεται σε πολυφωνία ;

            Μια απάντηση αρκετά τεκμηριωμένη θα ήταν ‘οτι αυτό λαμβάνει ΄χώρα όσες φορές στο κείμενο επέρχονται είτε αμαλγάματα ή μεταλλάξεις προοπτικής, αλλά και φορέων λόγου (φαινόμενα που εξετάσαμε λεπτομερώς στην προηγούμενη παράγραφο).

            Νομίζω εντούτοις πως λίγες ακόμη επισημάνσεις θα βοηθούσαν στην δρομολόγηση καινούριας αναλυτικής κατεύθυνσης. Ο λόγος για ένα επεισόδιο που ήδη έχουμε θίξει παραπάνω, το Hunc deorum templis (πρβ. 3.4.2.), όπου η διαφαινόμενη «συνωνυμία» αφορά ένα άκουσμα που πάει να γίνει θέαση, μέσα από, θα έλεγε κανείς,  ένα είδος «μετάγλωττισμού» μίας ηχητικής αλληλουχίας σε κώδικα του οπτικού. Παρόμοια ρευστότητα του αισθητηρίου κατά κανόνα ανιχνεύεται στην Ποίηση (ας θυμηθούμε, για παράδειγμα, τις διαβόητες «συναισθησίες» του Συμβολισμού). Εκεί λοιπόν, αλλά και όταν μεταβιβάζονται στην σφαίρα της αφήγησης, ανάλογες διεργασίες αλληλοσυμπληρώνονται, δημιουργώντας την (κατά Μπαχτίν) αρμονική πολυφωνία του συνόλου. Ενδέχεται όμως και και να αποβούν πομποί παραφωνίας και να εγείρουν προσκόμματα η μία στην άλλη.           

            Είναι ό,τι συμβαίνει στο ανά χείρας, και μάλιστα εις τριπλούν:

1ον: Για τον αφηγητή, το άκουσμα του χρησμού («ὁ ἔνδοξος / Καῖσαρ [...] ἦταν προορισμένος / νὰ ὑπηρετήσει τὰ τεμένη τῶν [...] θεῶν») αναπληρώνει - δηλαδή αναιρεί - την άμεση θεώρηση του Καίσαρος, καίτοι περί εκείνου «ο λόγος [...] που βγήκε αληθινός». Σε γλώσσα «τεχνική», τα ανωτέρω διατυπώνονται ως εξής: για το αντικείμενο του εκφερομένου, το υποκείμενο της εκφοράς γνωρίζει μόνον ό,τι κι όσα του μεταφέρει μια «εκφερόμενη εκφορά».

2ον: Έναντι της σχεδόν μηδενικής οπτικής επαφής με τον χαρακτήρα, ο αφηγητής, από θέση υποκειμένου εκφοράς, προβαίνει σε κάτι σαν («εξωθεν») εποπτεία του υποκειμένου του εκφερομένου, όπου, αντί των όποιων θετικών στοιχείων, προσφεύγει σε εικασίες και υποθέσεις («Γερόντισσα τυφλή ἤσουν κρυφή ἐθνική; / ἤ ἤσουν χριστιανή;»). Με αντίκτυπο έως και κωμικό, όταν ο αδαής αφηγητής θα την χαρακτηρίσει εκ προοιμίου - και για παν ενδεχόμενο -  φαύλη.

3ον: Τέλος, οι μαντικές της ικανότητες εξασφαλίζουν στην «τυφλή γερόντισσα» μια τέτοια διορατικότητα που εντός της χωρούν τόσο το νυν του Καίσαρος, όσο και το αβίωτο ακόμη αύριο του αυτοκράτορα. Κατά συνέπεια, στο ολιγόστιχο και φαινομενικώς άσημο αυτό παραλειπόμενο λανθάνει η περιεκτικότατη σύνοψη (ο Gide θα την έλεγε mise en abyme) του όλου καβαφικού «μυθιστορήματος».

            4.2.- Τα παραπάνω απαντούν στο ερώτημα για τις συνθήκες υπό τις οποίες η αφηγηματική διαλογικότητα εξειδικεύεται ως πολυγλωσσία και/ή ως πολυφωνία. Απάντηση η οποία εντούτοις φωτίζει μόνο μία, ή το πολύ δύο, ξεχωριστές πλην ομολογουμέμως αλληλένδετες, πτυχές του όλου θέματος: το πηγαινέλα μεταξύ του ακουστικού και του οπτικού σημειακού συστήματος, παράλληλα με την αμφίταλάντευση της προσληψης ανάμεσα σε μίαν ποιητικών προδιαγραφών ανάγνωση και μιαν άλλη, αφήγηματικού τύπου. Πέραν όμως αυτών των επιμέρους  περιπτώσεων, ο διάλογος, ως πρώτο κίνητρο, θα υπεισέρχεται σε πλείστα όσα κλιμάκια του μυθιστορείν: λίγο-πολύ σε όλες τις οπτικές γωνίες εκ των οποίων έχουμε εξετάσει τα «ιουλιανά» επεισόδια. Η «ειδητική αναγωγή» τους  που υπολογίζει και το «γήρας» της αλήθειας — η αξιολόγηση γεγονότων και προσώπων υπό το πρίσμα του εν μέρει ... εν μέρει — αλλά και τα τεχνάσματα του ποιητή (σε επίπεδο τόσο του μύθου όσο και του επιμυθίου), με στόχο την αποφυγή τυχόν «μονολογικών» ερμηνειών του βίου και της πολιτείας του ήρωά του: όλα αυτά και πολλά άλλα ενδέχεται (και ενδείκνυται) να θεωρούνται εκφάνσεις και διαστάσεις της διαλογικότητας.

            Οδεύοντας προς το τέλος του το ανά χείρας θα ήθελα να σταθώ και στην διαλογική επεξεργασία του θεματικού υλικού. Το βασικό εργαλείο αυτής, με το οποίο ενίοτε ταυτίζεται, είναι η ιδιάζουσα χρήση που κάνει ο Καβάφης, της «μυθικής μεθόδου» (mythical method).

            Ο όρος και η έννοια ανήκουν στον T.S. Eliot, ο οποίος, σε δοκίμιό του για τον Joyce, σχολιάζει επαινετικά την έμπνευση του Ιρλανδού να αναδείξει την πορεία του άσημου αντι-ήρωά του διά συστηματικής παραβολής της με περιπέ­τειες του ομηρικού Οδυσσέα. Καθ’ ημάς, πρώτος μίλησε για την εν λόγω «μέθοδο» ο Σεφέρης, και δη με αναφορά στις εκλεκτικές συγγένειες μεταξύ Έλιοτ και Καβάφη (πρβ. οπ. παρ.) Η ιδέα έγινε κοινός τόπος της μεταγενέστερης «καβαφολογίας» και απέκτησε την πάγια σημασία του παραλληλισμού δυο «ετεροχρονισμένων» εικόνων της αυτής πόλεως, με τρόπον ώστε το σύγχρονο άστυ να αντλεί από΄την αίγλη και την σαγήνη της αρχαίας Αλε­ξάνδρειας (πρβ. Κeeley 1979: passim). Το προσδοκώμενο αποτέλεσμα είναι κατ’ εξοχήν ποιητικό, αφού ανέκαθεν η εξιδανίκευση του υπαρκτού εθεωρείτο ύψιστη αποστολή της Ποίησης.

            Πώς όμως λειτουργεί — ή μάλλον πώς μπορεί να λειτουργήσει η «μυθική μέθοδος» μη έχοντας τι να εξιδανικεύσει, όταν κανένα πάγιο σώμα δεν λούζει το είδωλό του στα μαγικά νερά της ; Αυτό συμβαίνει σε αρκετά «ιστορικά» ποιήματα· ιδίως δε στο corpus των «ιουλιανών». Ερήμην νεωτέρου σημείου αναφοράς, η αρχαία Αλεξάνδρεια απολλύει κάθε ποιητική ιδιότητα. Τόσο το καλύτερο, θα έλεγε ο Μπαχτίν (ο οποίος - όπως ο Gombrowicz, αλλά για λόγους διαφορετικούς - δεν ήταν ένθερμος εραστής της Ποιήσεως). Για τον Ρώσο θεωρητικό, ο ποιητικός λόγος βρίσκεται στους αντίποδες του μυθιστορηματικού, αφού περνά για «ενιαία και μοναδική διαλεκτο», αποβαινοντας έτσι ένα χαρακτηριστικό «ου­τοπικό φιλοσόφημα»· στηρίζεται δε στις προδιαγραφές του ποιητικού ύφους, που ανταποκρίνονται αποκλειστικά σε «μία γλώσσα άμεσα προθεσιακή, απ’ της οποίας την σκοπιά οι υπόλοιπες θεω­ρούνται σκέτα αντικείμενα, επ' ουδενί ισότιμες μ’ αυτήν» (Μπαχτίν, όπ. παρ.: 157).

            Κατά συνέπεια, ο ποιητής θα εξοβελίσει κάθε ποιητική μύθολογία από το «ιστορικό αφήγημά» του, κάνοντας χώρο για το αμεσότερο μυθ-ιστορείν. Η δε αντιπαραβολή δεν θα αφορά πια δυο χρονικές περιόδους, αλλά δύο ρητορικό-ιδεολογικά κλιμάκια που, ελλείψει πλέον καταλλήλου όρου, συνήθως τα αποκαλούμε «λόγους» (discours). Πρόκειται, αφ’ ενός, για τον χριστιανικό, σε ανωδική πορεία, και αφ’ ετέρου για τον διάττοντα «εθνικό» — λόγο της παλαιάς θρησκείας, που ο Παραβάτης πάσχιζε να «αναστηλώσει».

            4.3- Η μεταξύ τους διαλογική διάδραση συχνάκις αποβαίνει έως και συγκρουσιακή. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να γίνει και αλλιώς, αφού ο συγκεκριμένος «διάλογος» λαμβάνει χώρα ανάμεσα σε... μονολόγους.

            Αυταρχικός όπως ο κάθε λόγος πίστεως, φορέας μιας νεόκοπης αλήθειας η οποία, εξ αυτού, φανταζε και ισχυρότερη, αναμενόμενο ήταν ο Χριστιανισμός να καταστεί η παθογόνος εστία (και αιτία) φθοράς του κλασικού πολιτισμού. Από την άλλη, ο λόγος του Ιουλιανού δεν είναι λιγότερο μονοδιάστατος, αφού στοχεύει σε ένα «σύστημα καινούριας ἐκκλησίας» (Ὁ Ἰουλιανός, ὁρῶν ὀλιγωρίαν) το οποίο απαξιούν έως και οι «Εθνικοί», που θα περίμενε κανείς να είναι οι πλέον ένθερμοι υποστηρικτές τέτοιων ρυθμίσεων και μεταρρυθμίσεων. Κάθε άλλο όμως: «Ἕλληνες ἦσαν ἐπὶ τέλους» (αυτόθι) και τους απωθούσε ο βολονταρισμός, η αλαζονική υπερβολή με την οποίαν ένας «χριστιανομαθημένος» πήγαινε να επιβάλει έναν Χριστιανισμό απ’ την ανάδοδη.

            Η αλήθεια είναι ωστόσο ότι αυτή η επιβολή ουδόλως δεν επέφερε διωγμούς κατά των Χριστιανών (όπως στις προ του Κωνσταντίνου εποχές). Απεναντίας, ευθύς εξ αρχής ο Ιουλιανός κήρυξε καθεστώς πλήρους ανεξιθρησκείας, που ευνόησε ακόμη και τα θύματα ενδοχριστιανικών ερίδων (νεστοριανούς κυνηγημένους από ορθοδόξους, ορθόδοξους από νεστοριανούς κλπ. κλπ.) Υπέρ των «Εθνικών» άσκησε μόνον κάποιες πολιτικές «θετικών διακρίσεων» (όπως οι σύγχονες δημοκρατίες απέναντι σε αποκλεισμένες μειονοτήτες και άλλες ευπαθείς ομάδες)· κυρίως δε μέτρα αποκατάστασης αδικημένων, αποζημίωσης των λεηλατημένων ναών, αναστήλωσης των βανδαλισμένων κ.ο.κ. Ωστόσο, ακόμη και οι ελάχιστες αυτές επανορθώσεις εξόργισαν κάποιους φανατικούς, οι οποίοι, πλέον από θέση ισχύος, δρούσαν όλο και πιο επιθετικά.

            Ο μόνος περιορισμός εις βάρος τους υπήρξε το αυτοκρατορικό διάταγμα που απηγόρευε σε Χριστιανούς ρήτορες να διδάσκουν ειδωλολάτρες συγγραφείς και κοσμική φιλολογία, εξαναγκάζοντάς τους να στραφούν σε έργα και πονήματα ομοδόξων. Σε δεκαπέντε όμως χρόνια από τα «πρῶτα ὁ Ματθαῖος, πρῶτα ὁ Λουκᾶς» (πρβ. ομότιτλο ποίημα), ο αντίκτυπός τους ήταν μόλις ένα χαμόγελο. Παρ’ όλα αυτά, πίσω απ’  «τὰ ἐλαφρὰ τοῦ Ἰουλιανοῦ» (αυτόθι) κρυβόταν ένα ρήγμα το οποίο, υπό μορφήν θρησκευτικού apartheid, διέτρεχε απ’ άκρου εις άκρον το σώμα ολόκληρης της κοινωνίας.

            Ο σπαραγμός, βεβαίως, προκάλεσε πρωτίστως βαθύτατην οδύνη. Το βλέπουμε σε ένα δείγμα έξω απ’ τον κύκλο των «ιουλιανών» αλλά αποκαλυπτικό του εν λόγω κλίματος. Νεαρός «Εθνικός» σε κηδεία πολυαγαπημένου φίλου, Χριστιανού το θρήσκευμα, κυριεύεται από μιαν αίσθηση αλλοτριότητας, νιώθει τον εκλιπόντα πλέον ξένο, κι αναρωτιέται αναδρομικά μήπως τού ήταν πάντα ξένος. Ανάλογη δε κι η αντίδρασή του: «Πετάχθηκα έξω απ’ το φρικτό τους σπίτι, / έφυγα γρήγορα πριν αρπαχθεί, πριν αλλοιωθεί / απ’ την χριστιανοσύνη τους η θύμηση του Μύρη» (Μύρης· Αλεξάνδρεια του 340 μ.Χ.)

            Το ίδιο χάσμα έγινε επίσης αιτία για μίση, για σφοδρές εκκρήξεις βίας, όπως ο εμπρησμός ναού, στον απόηχο της απαίτησης του Ιουλιανού για απομάκρυνση της σωρού Χριστιανού οσιομάρτυρα από ένα τέμενος του Απόλλωνος.

            Τέτοιος κατακερματισμός των κοινοτήτων σε αντίμαχόμενες παρατάξεις, αλλά κι ο στεγανός διαχωρισμός τους, σηματοδοτούν το τέλος του ελληνιστικού συγκρητισμού, του οικουμενισμού της ύστερης Αρχαιότητας. Το apartheid που ο Ιουλιανός είχε δρομολογήσει στην υποτιθέμενα ακίνδυνη περιοχή της παιδείας θα επεκταθεί και θα εμπεδωθεί μετά τον θάνατό του και την οριστική επικράτησης των Χριστιανών:

                                Οἱ ἐθνικοί, οἱ πρὶν τοσοῦτον ὑπερφίαλοι,
                                 συνεσταλμένοι τώρα καὶ δειλοὶ μὲ βίαν
                                ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὴν συνοδείαν.
                                Μακρὰν ἡμῶν, μακρὰν ἡμῶν νὰ μένουν πάντα
(                              ὅσο τὴν πλάνη τους δὲν ἀπαρνοῦνται.

                                [...]
                                Εἶναι μιὰ ἐτήσια ἑορτὴ Χριστιανική.
                                Μὰ σήμερα τελεῖται, ἰδού, πιὸ ἐπιφανῶς.
                                Λυτρώθηκε τὸ κράτος ἐπὶ τέλους.
                                Ὁ μιαρότατος, ὁ ἀποτρόπαιος
                                Ἰουλιανὸς δὲν βασιλεύει πιά.

                                                [«Μεγάλη συνο­δεία εξ ιερέων και λαϊκών»].

                4.4.- Εκτός των δύο αυτών στεντόρειων λόγων που διαπλέκονται, αλλά και συμπλέκονται δριμύτατα, στο ιουλιανό αφήγημα ακούγεται ένας ακόμη, τον οποίον ανεπιφύλακτα θα χαρακτήριζα διαλογικό. Είτε τον αναγάγουμε - όπως ο Καβάφης - σε κάποιον μετριοπαθή παγανι­σμό, ή σε ό,τι σήμερα αποκαλούμε αγνωστικισμό ή «ελεύθερο στοχα­σμό», βασικό γνώρισμα αυτού είναι ότι εδρεύει στο μεσοδιάστημα και επικε­ντρώνεται στις αποχρώσεις, άρα αποπειράται να συμφιλιώσει τα αντίθετα, «μἑ τἡν ποικίλη δρᾶσι τῶν στοχαστικῶν προσαρμογῶν», με πολυτρόπους ελιγμούς ανάμεσα σε ανταγωνιστικά άκρα. Εκ των οποίων εξάλλου εκπορεύονται και δυνάμεις που απειλούν να τον σιγήσουν, να καταργήσουν κάθε ενδεχόμενη διέξοδο από κατεστημένα διλήμματα.

            Σπανίως η εμβόλιμη αυτή φωνή έχει επώνυμο φορέα· ου­σιαστικά μόνον έναν και μόνον άπαξ: τον Μαρδόνιο στο Ὁ Ἰουλιανός ἐν Νικομηδείᾳ. Τις υπόλοιπες φορές η παρουσία της είναι διάχυτη: συνδέεται θεματικά με απροσδιόριστες ομάδες (πρβ. Ὁ Ἰουλιανός, ὁρῶν ὀλιγωρίαν: «οι φιλοί του»)· διαφαίνεται σε ρηματικούς και αντωνυμικούς τύπους τρίτου πληθυντι­κού· κυρίως όμως διαμορφώνεται στην σφαίρα της ανάγνωσης, μέσα από την συνύφανση των εικονιζoμένων φωνών και «θεάσεων».

            H ανάδυσή του «μεσολαβητικού» αυτού παράγοντος αλληλοσυναρτάται προς την παρουσία των δυνάμεων έλξης και απώθησης που διατρέχουν τον ενδιάμεσο χώρο· εκεί, κατά κανόνα, έκαστη εξ αυτών προσκρούει σε κάποιο είδος «αντιπάλου δέους» (που ο Μπαχτίν περιγράφει ως Gegenrede ή ‘αντίλογο’ της ιδίας). Εξάλλου όμως, το όλο αυτό πλέγμα μοιάζει να αναιρείται από την αρχή του «εξαιρουμένου τρίτου» (tertium non datur).[27] Παρά ταύτα, το λογικό αδιέξοδο διευθετείται δι’ αναλογίας με τις φυσικο-μαθηματικές επιστήμες: η «τρίτη φωνή» προσομοιάζει χτυπητά σε μία συνισταμένη που προκύπτει από την άθροιση δύο (δι)ανυσμάτων. Στην δε περίπτωση που μας απασχολεί, παρόμοιο status θα  μπορούσε κάλλιστα να αποδοθεί σε οποιονδήποτε λόγο που ακούγεται στο «ιουλιανό μυθιστόρημα», καθώς επίσης  και στον αντίστοιχο αντίλογό του ― ανάλογα, βεβαίως, με τον εκάστοτε επικρατέστερο συσχετισμό δυνάμεων.

          Από αφηγηματικής απόψεως, το «ανυπόστατο» πλην υπαρκτό tertium datur ενεργοποιείται ως αντίδοτο στην μονολογική ολίσθηση του αυτοκρατορικού λόγου. Η «τρίτη φωνή», καίτοι σύμφωνή κατ’ αρχήν με τις βλέψεις του Ιουλιανού, ποσώς δεν συμμερίζεται τις μεθόδους του. Τις κρίνει δε και «[ἄ]στοχ[ες]» και «κινδυνώδ[εις]»· εναλλακτικά, λοιπόν, προτείνει στον πρωταγωνιστή ένα είδος προτατευτικής προσποίησης — και εισακούεται κιόλας (πρβ. επεισ. 2 και 4). Υπ’ όψιν όμως: η συγκεκριμένη τακτική, ναι μεν τρόπον τινά αποτελέι υποκατάστατο της διαλογικότητας, συνιστά εντούτοις ένα διαστροφικό μέσο, απ’ αυτά που, εφ’ όσον ταυτίζονται με τους σκοπούς - ή μάλλον τους σφετερίζονται -, οδηγουν μοιραία στον εκφυλισμό και των πλέον ευγενικών υποθέσεων.

            Φέρ’ ειπείν οι Εθνικοί (επεισ. 6), παρ’ ότι «φίλοι του», δεν θα αργήσουν να αντιληφθούν το εξεζητημένο, πλαστό (και σε τελική ανάλυση «ἀστεῖον») του αυτοκρατορικού σχεδίου για «σύστημα καινούριας ἐκκλησίας». Επίσης, προς τον Χριστιανισμό στρέφονται έως και οι ηδονιστές Αντιοχείς (επεισ. 9), βλέποντάς εκεί ένα μη χείρον, προτιμητέον «ἑκατὸ φορές» έναντι του νεο-πουριτανισμού του  Παραβάτου.

       4.5.- Τα τρία κλιμάκια λόγου που έχουμε εξετάσει προηγουμένως (μονολογικά και σε αντιπαράθεση τα πρώτα δύο διαλογικό το τρίτο): η διαπλοκή, οι μεταξύ τους αλληλεπιδράσεις, οι μεταλλαγές και μεταμορφώσεις που επιβάλ­λουν το ένα στο άλλο — συναποτελούν την πολυφωνία του καβαφικού «μυ­θιστορήματος». Σ’ αυτό το πλαίσιο, οι επιλο­γές του ποιητή κατευθύνονται ακριβώς προς την ελαστική εκείνη τρίτη θέση η οποία αναδύεται στο μεσοδιάτημα, μεταξύ των δύο  αυταρχικών τάσεων. Κατάσταση που αποδεικνύει ότι, όπως θα έλεγε ο Μπαχτίν, ο διάλογος εισδύει έως «τα απειροελάχιστα μόρια» του κειμένου.

       Στο συγκεκριμένο context μειώνεται αισθητά το ειδικό βάρος του ήρωα, υπό την έννοιαν ότι, σταδιακά, ο καβαφικός Ιουλιανός μεταβάλλεται από δραστικόν παράγοντα σε «πράξη ομιλίας» (acte de parole / speech act): όπως ανέφερα και προηγουμένως, οι ενέργειες του μας μεταβιβάζονται μέσα από διηγήσεις τρίτων, ενώ τα λεγόμενά του αποδίδονται σε πλάγιο και ελεύθερο πλάγιο λόγο· με άλλα λόγια παρατίθενται, σχολιάζονται, ερμηνεύονται και παρερμηνεύονται στο πλαίσο εκείνο που ο Μπαχτίν αποκαλεί чужое слово (κυριολ. ‘ξένη λέξη’, ‘ξένος λόγος’, ή ακόμη, κατά το φιλοοφικότερον, ‘αλλότρια εκφορά’).

       Πολλώ μάλλον όταν ο οιοσδήποτε λόγος καθώς οδεύει προς οιοδήποτε αντικείμενο, την συναντά μοιραία καθ’ οδόν, εντός του αυτού αντικειμένου (πρβ. Μπαχτίν 1970: 272).      

5. Δείγματα και παραδείγματα

Εν κατακλείδι, ας εξετάσουμε αναλυτικότερα και εκ του σύνεγγυς μερικά δείγματα διαλογικής στρατηγικής σε δύο παραδειγματικά επεισόδια του «ιουλιανού μυθιστορήματος».

            5.1.- Κατ’ αρχάς ας εστιάσουμε στους πρώτους είκοσι δύο στίχους του ποιήματος «Εἰς τὰ περίχωρα τῆς Ἀντιοχείας» (επεισ. 8), όπου η διάδραση λόγου και αντικειμένου ή αντιλόγου αυτού συνοδεύεται από την, μερική τουλάχιστον,  σίγαση της φωνής του αφηγηματικού χαρακτήρα: εξέλιξη η οποία, παραδόξως, ευνοεί την πολυφωνία της αφήγησης.

Σαστίσαμε στὴν Ἀντιόχειαν ὅταν μάθαμε
τὰ νέα καμώματα τοῦ Ἰουλιανοῦ.

Ὁ Ἀπόλλων ἐξηγήθηκε μὲ λόγου του, στὴν Δάφνη!
Χρησμὸ δὲν ἤθελε νὰ δώσει (σκοτισθήκαμε!),
σκοπὸ δὲν τὄχε νὰ μιλήσει μαντικῶς, ἄν πρῶτα
δὲν καθαρίζονταν τὸ ἐν Δάφνῃ τέμενός του.
ὸν ἐνοχλοῦσαν, δήλωσεν, οἱ γειτονεύοντες νεκροί.

Στὴν Δάφνη βρίσκονταν τάφοι πολλοί.-
Ἕνας ἀπ’ τοὺς ἐκεῖ ἐνταφιασμένους
ἦταν ὁ θαυμαστός, τῆς ἐκκλησίας μας δόξα,
ὁ ἅγιος, ὁ καλλίνικος μάρτυς Βαβύλας.

Αὐτόν αἰνίττονταν, αὐτόν φοβοῦνταν ὁ ψευτοθεός.
Ὅσο τὸν ἔνοιωθε κοντά δὲν κόταε
νὰ βγάλει τοὺς χρησμούς του· τσιμουδιά.
(Τοὺς τρέμουνε τοὺς μάρτυράς μας οἱ ψευτοθεοί).

Ἀνασκουμπώθηκεν ὁ ἀνόσιος Ἰουλιανός,
νεύριασε και ξεφώνιζε: «Σηκῶστε, μεταφέρτε τον,
βγάλτε τον τοῦτον τὸν Βαβύλα ἀμέσως.
Ἀκοῦς ἐκεί; Ὁ Ἀπόλλων ἐνοχλεῖται.

Σηκῶστε τον, ἁρπάξτε τον εὐθύς.
Ξεθάψτε τον, πάρτε τον ὅπου θέτε.
Βγάλτε τον, διῶξτε τον. Παίζουμε τώρα;
Ὁ Ἀπόλλων εἶπε νὰ καθαρισθεῖ τὸ τέμενος.»

            Εδώ, λοιπόν, έχουμε να κάνουμε με τρεις λόγους εγκιβωτισμένους ο ένας μέσα στον άλλον, θυμίζοντας πρώιμες φάσεις του μυθιστορηματικού είδους, όπως τα περιπετειώδη «ρομάντζα» της ελληνιστικής και ύστερης ρωμαϊκής εποχής, τα παραμύθια της Χαλιμάς, οι ιπποτικές μυθιστορίες του Μεσαίωνα... — έργα τα οποία αντλούν από ένα δομικό μοντέλο με ποικίλες ονομασίες («συρταρωτό αφήγημα», «κινέζικη κασετίνα», «ρώσικη Ματριόσκα κ.λπ.), αλλά που, κατ’ ουσίαν, είναι ένα και το αυτό. Υπ’ όψιν όμως: το βασικότερο στο εν λόγω μοντέλο δεν είναι η συγκρότησή του ούτε τα εξ ων συνετέθη (τουτέστιν οι προαναφερθέντες λόγοι / αντίλογοι και οι αφηγηματικοί φορείς αυτών: Χριστιανοί, Ιουλιανός, Απόλλων) αλλά μάλλον οι μεταξύ τους συσχετισμοί.[28]  

            Στο «ιουλιανό μυθιστόρημα», ο πρώτος εξ αυτών συνιστά μίαν «αλλότρια εκφορά» για τον δεύτερο, ο οποίος, με την σει­ρά του, παίζει παρόμοιο ρόλο έναντι του επομένου. Και οι τρεις έχουν από κοινού την ΔΑΦΝΗ για αντικείμενο· για τον μεν Απόλλωνα και τον εστεμμένο θιασώτη του το τέμενος είναι εξ υπαρχής καθαγιασμένο τέμενος, για τους δε Χριστια­νούς είχε αποκτήσει «προστιθέμενη αξία», αφ’ ης στιγμής εκεί ενταφιάστηκε ο οσιομάρτυρας Βαβυλας. Ας διευκρινίσουμε επίσης ότι για έκαστο των τριών λόγών, ο εκάστοτε πλησιέστερος, προς τον οποίον οδεύει ευθέως, συνιστά «άμεσο αντικείμενο» του πρώτου. Η  ΔΑΦΝΗ, για παράδειγμα, αποκτά τέτοιου είδους αμεσότητα μόνον στο μέτρο που ανάγεται στον λόγο του Απόλλωνος (και/ή αντιστρόφως). Απεναντίας, δύο λόγοι οι οποίοι δεν γειτνιάζουν εξ επαφής αλλά που ο ομιλούν ο ένας περί του άλλου, λειτουργούν εκατέροθεν ως «έμμεσα αντικείμενα».[29]

            Προκειμένου να διευκολύνω την παρατήρηση των ανωτέρω συναρτήσεων, προτείνω το εξής σχεδιά­γραμμα:

ΥΠΟΜΝΗΜΑ

1. Α Δ  Χριστιανικός λόγος περί αντικειμένου (Βαβύλα)
    Α — Β Προς Ιουλιανόν («τὰ νέα καμώματα»)
    Β — Γ Περί Ιουλιανού προς Απόλλωνα («σκοτισθήκαμε!»)
    Γ — Δ Περί Ιουλιανού περί Απόλλωνος προς αντικείμενον
                                                   («Τοὺς τρέμουνε [...] οἱ ψευτοθεοί»)

2. Δ’ - Γ’ λόγος Ιουλιανού περί αντικειμένου (ΔΑΦΝΗΣ) 
    Α’ - Β’  Προς Απόλλωνα («ἐξηγήθηκε μὲ λόγου του»)
    Β’ - Γ’  Περί Απόλλωνος προς αντικείμενον («Χρησμὸ δὲν ἤθελε  νὰ δώσει»)            Α’ - Δ’   Προς Χριστιανούς περί αντικειμένου («μεταφέρτε τον»)           
        

3. Δ”- Β λόγος Απόλλωνος περί αντικειμένου (τεμένους)
    Α”- Β” Προς αντικείμενον («σκοπὸ δὲν τὄχε νὰ μιλήσει μαντικῶς»)         
    Α”-Γ
 Προς Ιουλιανόν περί Απόλλωνος προς αντικείμενον («δεν καθαρίζονταν»)      Γ”- Δ” Περί Ιουλιανού προς Χριστιανούς περί αντικειμένου («ἐνοχλεῖται»).    
               

            Εν είδει συνισταμένης με προέλευση το άθροισμα των επί μέρους (δι)ανυσμάτων που απεικονίζονται στο σχεδιάγραμμα και περιγράφονται στο υπόμνημα, ο κάθε λόγος, καθώς οδεύει προς το αντικείμενό του και/ή ομιλεί περί αυτού, διασχίζει απαραιτήτως τον διακειμενικό περίγυρό το τελευταίουυ και, στην πορεία, υφίσταται το όλο παιγνίδι των δυνάμεων δράσεως, επιδράσεως και αντιδράσε­ως που εκπέμπει η «αλλότρια εκφορά» και οι οποίες περιβάλλουν το συγκεκριμένο αντικεί­μενο, δημιουργώντας την πολυφωνική άλω του.

            5.2.- Έχοντας αφουγκραστεί τις φωνές (τους λόγους) που έρχονται σε διαλογική διάδραση στον χώρο του «ιουλιανού» αφηγήματος ως συνόλου· και αφού ελέγξαμε το βάσιμο των γενικοτέρων εκείνων παρατηρήσεων σε ένα συγκεκριμένο κειμενικό δείγμα (πρβ. άνωθι: 5.1) — σκόπιμο φαίνεται να επιθεωρήσουμε τώρα ανάλογες εισκοπήσεις και σε κλίμακα (ούτως ειπείν) του ελαχίστου, τουτέστιν των σχημάτων λόγου και άλλων λεπτών αποχρώσεων ύφους. Εκεί λοιπόν ενδέχεται να ανιχνεύσουμε νέα δεδομένα σχετικά με το πώς και κατά πόσον η αλληλεπίδραση οικείας και «αλλότριας» εκφοράς συνεπιφέρει χαρακτηριστικές (παρ)αλλαγές στην άρθρωση του διαλόγου και την εναρμόνιση της πολυφωνίας.

            Επειδή όμως παρόμοια προσέγγιση εστιάζει σε λεπτομέρειες οι οποίες καταντούν σχεδόν αναπόφευκτα ανιαρές, θα περιοριστώ και πάλι στην δειγματοληπτικήν εποπτεία ενός επί μέρους επεισοδίου («Οὐκ ἔγνως»), το οποίο έχω άλλωστε πλησιάσει και σε άλλο σημείο του ανά χείρας, από διαφορετική, βεβαίως, σκοπιά (πρβ. άνωθι: 3.4.1).

            Εκεί, την προσοχή μας είλκυε πρωτίστως η λεκτική φειδώ της διατύπωσης η οποία καθιστά το «ιουλιανό» απόφθεγμα (Ἀνέγνων, ἔγνων, κατέγνων), εκτός από λειτουργικά δράστικό, και αισθητικά κομψό. Κατά συνέπεια, ο χριστιανικός αντίλογος (Ἀνέγνως, ἀλλ’ οὐκ ἔγνως∙ εἰ γὰρ ἔγνως, οὐκ ἂν κατέγνως) φαντάζει συγκριτικά ασθενέστερος, ένεκα μακρηγορίας. Δεν είναι ωστόσο άσκοπο να να επαβέλθουμε και να «αποδώσουμε δικαιοσύνη» και στον συγκεκριμένο αντίλογο, και δη σε διαλογικό πλαίσιο. Παρατηρώντας εκ του σύνεγγυς την ανταπάντηση των Χριστιανών στην απαξιωτική τοποθέτηση του αυτοκράτορα απέναντι της θρησκείας τους, διαπιστώνουμε ότι επιστρατεύει τους αυτούς όρους με την προηγούμενη, με αποτέλεσμα οι αντίπαλοι του Ιουλιανού όχι μόνον na αναχαιτίσουν την επιθετικήν ορμή της εκφοράς του, αλλά την αναστρέψουν κιόλας υπέρ των ιδίων, όπως στις πολεμικές τέχνες της Άπω Ανατο­λής.

            Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο μας περιμένει όμως μια απροσδόκητη ανακάλυψη. Παρόμοια στρατηγική (ας την πούμε) του αντιστικτικού διαλογισμού, ταιριάζει και λειτουργεί όχι μόνο στο συγκρουσιακό context του καβαφικού «μυθιστορήματος», αλλά και στο πεδίο του λυρισμού. Έχω κατά νουν, συγκεκριμένα, ένα πολύ γνωστό κομμάτι, από τα πλέον δημοφιλή του Αλεξανδρινου· φέρει τον τίτλο «Ἡ πόλις» (και προηγείται του «ιουλιανού» κύκλου κατά μία με δύο δεκαετίες):

                Εἶπες˚ «Θὰ πάγω σ' ἄλλη γῆ, θὰ πάγω σ' ἄλλη θάλασσα.
                Μιὰ πόλις ἄλλη θὰ βρεθεῖ καλλίτερη ἀπ' αὐτή.
                Κάθε προσπάθειά μου μιὰ καταδίκη εἶναι γραφτῆ˚
                κ' εἲν' ἡ καρδιά μου -σὰν νεκρός- θαμένη.
                Ὁ νοῦς μου ὡς πότε μὲς στὸν μαρασμὸν αὐτὸν θὰ μένει.
                Ὅπου τὸ μάτι μου γυρίσω, ὅπου κι ἂν δῶ
                ἐρείπια μαῦρα τῆς ζωῆς μου βλέπω ἐδῶ,
                ποῦ τόσα χρόνια πέρασα καὶ ρήμαξα καὶ χάλασα.»

                Καινούργιους τόπους δὲν θὰ βρεῖς, δὲν θάβρεις ἄλλες θάλασσες.
                Ἡ πόλις θὰ σὲ ἀκολουθεῖ. Στοὺς δρόμους θὰ γυρνᾷς
                τοὺς ἴδιους. Καὶ στὲς γειτονιὲς τὲς ἴδιες θὰ γερνᾷς ˚
                καὶ μὲς στὰ ἴδια σπίτια αὐτὰ θ' ἀσπρίζεις.
                Πάντα στὴν πόλι αὐτὴ θὰ φθάνεις. Γιὰ τὰ ἀλλοῦ -μὴ ἐλπίζεις-
                δὲν ἔχει πλοῖο γιὰ σέ, δὲν ἔχει ὁδό.
                Ἔτσι ποῦ τὴ ζωή σου ρήμαξες ἐδῶ
                στὴν κώχη τούτη τὴν μικρή, σ' ὅλην τὴν γῆ τὴν χάλασες.

            Το κείμενο φέρει εμφανή την σφραγίδα της εσωστρέφειας και άλλα γνωρίσματα του λυρικού είδους: ο λόγος και ο αντίλογος ηχούν εντός ενός ενιαίου χώρου — κατά πάσα πιθανότητα εσώψυχου· οι «ατάκες» που ακούμε δεν εκπορεύονται απο δύο εναλλασσόμενες φωνές, αλλά απο μία και την αυτή, η οποία απλώς παραλλάσσει τον τόνο και μεταβάλλει την θέση της· τέλος, το όλο σκεπτικό, το «επιμύθιο» του κειμένου, δεν σύνάγεται εδώ από έναν αφηγηματικό «μύθο», αλλά από την μουσική υφή του, όπου κομβική θέση κατέχει η ρίμα θάλασσα / χάλασα και ο αντίλαλός της θάλασσες / χάλασες. Κάτι τέτοιο ποσώς δεν αναιρεί, αλλ’ απεναντίας, προβάλλει ανάγλυφα την διαλογικότητα του ποιήματος, το γεγονός ότι, για παράδειγμα, η ορμή για απόδραση και η ματαίωσή της στηρίζονται στα ίδια ρητορι­κά «επιχειρήματα, τα οποία, εκατέρωθεν, αλληλοτροφοδοτούνται.*

            Τούτων λεχθέντων, στο τέλος της μακράς αυτής διαδρομής διθκαιούμεθα, νομίζω,  να συμπεράνουμε ότι η διαλογικότητα αποτελεί ένα σταθερό και μόνιμο χαρακτηριστικό του όλου καβαφικού έργου.

           Η «μυθιστορηματική» προσέγγιση του ποιητή σε μίαν αμφιλεγόμενη μορφή της ύστερης αρχαιότητας έπαιξε τον ρόλο των  χημικών εκείνων ουσιών που εμφανίζουν τις λανθάνουσες εικόνες σε μία φωτογραφική ταινία.

Βιβλιογραφικές παραπομπές

Benveniste, Émile (1970): « L'appareil formel de l'énonciation », στο περιοδικό Langages, τευχ. 17 (12-18). 

Δοϊρανλή, Άννα (2016): Από την Ιστορία στην  Ποίηση: Ο κατά Καβάφην Ιουλιανός. (Διπλωματική μεταπτυχιακή έργασία). Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, GRI-2017-18526.pdf.

Καβάφης, Κωνσταντίνος Π. (1980): Ποιήματα (2 τόμοι). Φιλολογική επιμελεια Γ. Π. Σαββίδη. Ίκαρος, Αθήνα.

- » - (1983α): Ανέκδοτα σημειώματα ποιητικής και ηθικής. Επιμ. Γ. Π. Σαββίδη. Ερμής Αθήνα.

- » - (1983β): Αποκηρυγμένα ποιήματα και μεταφράσεις (1886-1898). Φιλολογική επιμέλεια  Γ. Π. Σαββίδη. Ίκαρος, Αθήνα.

- » - (1993): Κρυμμένα ποιήματα (1877;-1923). Φιλολογική Επιμέλεια Γ. Π. Σαββίδη. Ίκαρος, Αθήνα.

- » - (2006): Ατελή ποιήματα (1918 – 1932). Φιλολογική έκδοση και σχόλια Renata Lavagnini. Ίκαρος, Αθήνα.

Keeley, Edmuhd (1979): H καβαφική Αλεξάνδρεια. Εξέλιξη ενός μύθου (ελλ. μετ.), Ίκα­ρος, Αθήνα (πρωτ. Cavafy’s Alexandria. A Myth in Progress).

Λεχωνίτης Γ. (1977): Καβαφικά αυτοσχόλια. Αθήνα.

Lukacs. Georg (1977): Teoria romanului (‘Θεωρία του μυθιστορήματος’, ρουμ. μετ.), Univers, Βουκουρτέστι (πρωτ. Theorie des Romans, 1916).

Μπαχτίν, Μιχαήλ (1970): Problemele poeticii lui Dostoievski (‘Προβλήματα ποιητικής του Ντοστογιέφσκι’, ρουμ. μετ.) Univers, Βουκουρέστι (πρωτ. Проблемы поэтики Достоевского 1929, 1963).

- » - (1982): Probleme de literatură și estetică (‘Θέματα λογο­τεχνίας και αισθητικής’, ρουμ. μετ.) Univers, Βουκουρέστι (πρωτ. Вопросы литературы и эстетики, 1975).    «Discursul în roman» [‘Ο λόγος του μυθιστορήματος’] (σελ 111-291).

Σεφέρης, Γιώργος (1984): Ο Καβάφης του Σεφέρη. Επιμέλεια Γ.Π. Σαββίδη. Ερμής, Αθήνα.

Todorov, Tzvetan (1966): « Les catégories du récit littéraire », στο περιοδικό Communications, τευχ. 8 (125-151)

 


[1] Η τυπολογική αυτή κατηγορία απαντά σε ταξινόμηση του 1927, η οποία έγινε από τον ίδιον τον ποιητή, ή καθ’ υπόδειξίν του: «Ἰδοῦ, ἁπλᾶ, τὸ σχεδιάγραμμα ποὺ βγαίνει ἴσαμε τώρα ἀπὸ τὸ ἔργο του. Ἔχει τρεῖς περιοχὲς – τὴν φιλοσοφικὴ (ἤ τῆς σκέψης), τὴν ἱστορική, καὶ τὴν ἡδονικὴ (ἤ αἰσθησιακή)» (apud Δοϊρανλή 2016: 18-19). Με την διευκρίνιση: «Ἡ ἱστορικὴ περιοχὴ κάποτε προσεγγίζει τόσο στὴν ἡδονικὴ (ἤ αἰσθησιακή) ποὺ εἶναι δύσκολο νὰ κατατάξει κανεὶς ὡρισμένα ποιήματά τους» (αυτόθι). Θα παρατηρήσω ότι ανάλογη ή και εκτενέστερη είναι επίσης η όσμοση ανάμεσα στα «ιστορικά» και τα «φιλοσοφικά».

[2] Φέρ’ ειπείν εάν υπήρχαν σάπφειροι και αμέθυστοι στην Αίγυπτο, ώστε μ’ αυτά τα πετράδια να στολιστούν τα παιδιά της Κλεοπάτρας στην τελετή του ενθρονισμού τους (πρβ. «Αλεξανδρινοί βασιλείς»:  Ο Καισαρίων στέκονταν πιο εμπροστά [...] η ζώνη του διπλή σειρά σαπφείρων κι αμεθύστων).

[3] «Δύο μου ποιήματα εναυάγησαν, γιατὶ δεν βρήκα Γρηγόριο Ναζιανζηνό στην Αλεξάνδρεια» (apud Δοίρανλή: 22· βλ. εν γένει μέρος Α’, κεφ. 1-2).

[4] «Ειδητική αναγωγή» είναι η επικρατέστερη απόδοση στα ελληνικά της eidetische Reduktion, έννοιας-κλειδί στην Φαινομενολογία του Husserl. Μερικοί όμως καθ’ ύλην αρμόδιοι προτείνουν εναλλακτικά το «ειδητική απαγωγή», κατά το «απ-αγωγή εις το άτοπον» = reductio ad absurdum.

[5] «Μεταφραζοντας» το κλασικό ρητό σε καβαφικό ιδίωμα, θα έχοθμε, βεβαίως. εν μέρει τερπνον ... εν μέρει ωφέλιμον.

[6] Οι «καβαφολόγοι» αναλύουν την ομάδα των «ιστορικών» ποιημάτων του Αλεξανδρινού σε τρεις υποκατηγορίες: ιστοριογενή, ιδτορικοφανή και ψευδοϊστορικά (βλ. σχετικά Δοϊρανλή 2016: 26-27).

[7] Η θεωρία της εκφοράς / εκφερομένου, και η διερεύνηση της  διακρίσεως αυτών αποτελούν εκτενές κεφάλαιο της Γενικής Γλωσσολογίας, όπου εξέχουσα είναι η συμβολή του Émile Benveniste (πρβ. φέρ’ ειπείν, 1970: passim). Οι δε ιδέες περί των αφηγηματικών «τρόπων» (modes), και συγκρεκιμένα των telling και showing, είναι αγγλο-σαξονικής προελεύσεως, αλλά έχουν ενσωματωθεί στην ολοκληρωμένη αφηγηματολογία του Tzvetan Todorov (πρβ. 1966: passim).

[8] Υπ’ όψιν όμως: πολλές φορές, τονίζει ο Σεφέρης (1983, 294), τέτοια στοιχεία «χρησιμεύ[ουν] μόνο για να δώσ[ουν] την “υπόθεση” στο ποίημα».

[9] Μια ελάχιστη λίστα θα περιελάμβανε φέρ’ ειπείν το Julian the Apostate. A Dramatic Ρoem (1822), του Ιρλανδού ρομαντικού Sir Aubrey (Hunt) de Vere (1788-1846)· αλλά και μεταγενέστερα αριστουργήματα όπως η μνημειώδης τραγωδία - σε δέκα πράξεις - Kejser og Galilæer (Αυτοκράτωρ και Γαλιλαίος, 1873), του Νορβηγού Henrik Ibsen (1828-1906) ή το φιλοσοφικο-θεολογικό αφήγημα Смерть богов. Юлиан Отступник (Ο θάνατος των θεών. Ιουλιανός ο Παραβάτης, 1895), του Ρώσου Δημήτρη Σ. Μερεζκόφσκι (1865-1941).

[10] Ορισμένοι ιστορικοί διατυπώνουν την υπόνοια ότι η αποτρόπαιη δολοφονία διεπράχθη κατόπιν προτροπής ή και εντολής του Κωνσταντίου του Β, ενός εκ των διαδόχων του Κωνσταντίνου. Ο Καβάφης, αλλά και ο ήρωάς του, δεν τοποθετούνται επί του προκειμένου.

[11] Αυτός άλλωστε είναι, κατ’ εμέ, ο μόνος λόγος που μπορεί να αιτιολογήσει την καταχώρησή τους ως παραλειπομένων. Επ’ ουσενί δεν στέκει εν προικειμένω η «ατέλεια» που τους προσάπτει η «καβαφολογική» Vulgata. Η εξέτασή τους καθ’ εκάστων μας γεννά μάλιστα εντυπώσεις εκ διαμέτρου αντίθετες. Εις ό,τι με αφορά, μεταξύ αρκετών άλλων με γοητεύει, φέρ’ ειπείν, το κομψοτέχνημα «Πρώτα ο Ματθαίος, πρώτα ο Λουκάς», όπου διακρίνω αποήχους από το «Καισαρίων»: ειδικά δε τον λεπτό λυρισμό, κράμα ειρωνείας και μελαγχολίας, που αντλεί ο ευαίσθητος αναγνώστης από την βιωματική επαφή του με τα κείμενα.

[12] Σημαδιακός εν προκειμένω είναι ο παραγκωνισμός της σκηνής (υπ’ αρ. 10 η οποία, από πλευράς μύθου, αναπαριστά την φυγή του Αθανασίου, πατριάρχη Αλεξανδρείας, υπό διωγμόν από τον αυτοκράτορα. Το υπερφορτισμένο αυτό επεισόδιο (έως και μεταφυσικά: πρβ. ενόραση θανάτου του Ιουλιανού) ουδόλως συνάδει με παρεμφερή στιγμιότυπα - ενσωματωμένα στον «κανόνα» -, όπου η αναμέτρηση των δύο πλευρών δεν υπερβαίνει το πεδίο της ιδεδολογίας. Κατά συνέπεια, ορθώς ο Καβάφης το παραμέρισε.

[13] Για ένα terminus post quem - σε χώρο ή σε χρόνο, ή και σε χοροχρόνο - πρέπει απαραιτήτως να ανατρέξουμε σε ένα επεισόδιο που ανήκει στον «κανόνα», και όπου αναφέρεται ότι «[ὁ] μιαρότατος, ὁ ἀποτρόπαιος / Ἰουλιανὸς δὲν βασιλεύει πιά»  («Μεγάλη συνοδεία εξ ιερέων και λαϊκών»). Tο ανά χείρας κείμενο (12) θα μπορούσε μάλιστα να εκληφθεί ως παρακολούθημα εκείνου, εάν, θέσει «παραλειπόμενο», δεν εκαθίστατο και φύσει άδηλο.

[14] Τουτέστιν «πολυφωνικό», σε στατική όμως προοπτική ― όπως, συμμετρικά, το  «πολυφωνικό» μπορεί να εκληφθεί ως «πολυεδρικό», σε δυναμική προοπτική.

[15] Σύμφωνα με μίαν, καβαφική επίσης, επισήμανση (πρβ. άνωθι: 1.1.),  οι αλήθειες «γηράσκουν», αποβαίνοντας αυτόχρημα «ψευδείς».

[16] Εξ ού ο  κίνδυνος εποικισμού του επιμυθίου από έναν ιστορικό λόγο — όχι πλέον «χριστιανίζοντα», αλλά μονοδιάστατα χριστιανικό.

[17] Παρεμπιπτόντως, συγκρίνοντας τις λοιδορίες των Αντιοχέων με γραπτά του Ιουλιανού με τα οποία σχετίζονται διακειμενικά, διαπιστώνουμε ότι - για να το πούμε σε «τεχνική» γλώσσα - το εκφερόμενό τους, καθώς εκφέρει την δική του εκφορά, την στρεβλώνει βάναυσα.

[18] Γαλλιστί και σε «τεχνικό» ιδίωμα opérateur discursif.

[19] Την θεωρία των τριών τύπων «θέασης» έχει αναπτύξει ενδελεχώς o Tzvetan Todorov, ήδη το 1966, στην κλασική πλέον μελέτη του περί των Κατηγοριών της λογοτεχνικής αφήγησης (όπ. παρ.: passim).

[20] Απόδειξη το πλούιο ρεπερτόριο από ύβρεις, με τις οποίες «λούζουν» τον Παραβάτη οι αντίπαλοί του. Τρεις, φέρ’ ειπείν, περιλαμβάνει μόνον το ανωτέρω οκτάστιχο: κούφος, γελοιωδέστατος, και το σαρκαστικό εξυπνάδες. Ο πλήρης κατάλογος θα κάλυπτε ολόκληρες σελίδες.

[21] Πρβ. «Ὁ Γάλλος δείχνει ἀνησυχία / μεγάλην. Ὁ Κωνστάντιος ἔχει κάποιαν ὑποψία. [...] Παρέγινε — λέγει ὁ Μαρδόνιος — ἡ ἱστορία αὐτή, / καὶ πρέπει ἐξ ἅπαντος νὰ παύσει ὁ θόρυβός της». [«Ὁ Ἰουλιανός ἐν Νικομηδείᾳ»].

[22] Πρβ. «Φοβοῦμαι, φίλοι μου, θέλω νὰ φύγω. / Δὲν βλέπετε πῶς χάθηκαν ἀμέσως / οἱ δαίμονες σὰν μ’ εἴδανε νὰ κάνω / τὸ σχῆμα τοῦ σταυροῦ [...] ; [...]Τῆς ἔνδοξης Ἑλλάδος μας ἐμπρός σου / οἱ μεγαλείτεροι θεοὶ φανῆκαν. / Κι’ ἂν φύγανε, νὰ μὴ νομίζῃς διόλου / ποὺ φοβηθῆκαν μιὰ χειρονομία. / Μονάχα σὰν σὲ εἴδανε νὰ κάνῃς / τὸ ποταπότατον, ἀγροῖκον σχῆμα / συχάθηκεν ἡ εὐγενής των φύσις, / και φύγανε»  [«Ὁ Ἰουλιανὸς ἐν τοῖς Mυστηρίοις»].

[23] «Πλὴν ἐπιβάλλεται νὰ ποῦμεν ὅτι / εἶναι χριστιανικῆς πηγῆς πληροφορία. / Μὰ διόλου ἀπίθανον νὰ εἶν’ ἀληθινόν. / Τίποτε τὸ παράδοξον ἱστορικῶς / δὲν παρουσιάζει: τοῦ Χριστοῦ ἱερεῖς / διασώζοντες ἀθῶα Χριστιανόπαιδα».

[24] Το επιχειρεί δε με δύο τρόπους: αφ’ ενός διά μίας ειρωνικής νύξεως ad personam («ὁ πολὺς φιλόσοφος  / Αὔγουστος») και αφ’ ετέρου μέσα από ένα ρητορικό, εξίσου ειρωνικό, ερώτημα, το οποίο περιλαμβάνει και ένα παράθεμα σε εκφερόμενη εκφορά: («ἄραγε [...] καὶ σ’ αὐτὸ νὰ ἐξέφραζε / τὸ ‘λήθη δὲ ἔστω τοῦ σκότους ἐκείνου’».

[25] Κάτι που, βεβαίως,  αναστρέφει και την προοπτική και τους ιεραρχικούς συσχετισμούς μεταξύ αφηγητή και ήρωα της αφήγησης.

[26] Δυο ελάχιστες (σχολαστικές) παρατηρήσεις πριν από την αναλυτική προσέγγιση και στο περιθώριο αυτής. 1η: το templis συνιστά lapsus calami· το σωστό θα ήταν templa, όπως διαβάζουμε στον Αμμιανό Μαρκελλίνο (Rerum Gestarum): hunc deorum templa reparaturum. 2η: ο Καβάφης ενσωματώνει την φράση στο ποίημά του, σε μετάφραση αρκούντως, έως υπερβολικά ελεύθερη: ο Ιουλιανός αναμένεται, μας λέει, «να υπηρετήσει τὰ τεμένη τῶν [...] θεῶν» ― όπου το  [να] ὑπηρετήσει υποκαθιστά ατελώς την κυριολεξία «[θα] αναστηλώσει» (reparaturum).

[27] Σύμφωνα με αυτήν, σε μια δυαδική πρόταση, μόνο δύο αντιφατικές επιλογές είναι δυνατές.

[28] Κάτι που, παρεμπιπτόντως, επιβεβαιώνει την βασική αρχή του δομισμού, κατά την οποίαν A totality does not consist of things but of relationships (Hjelmslev).

[29] Δύο απαραίτητες επισημάνσεις. 1η: Η σχέση «οδεύω προς» θα πει ‘αφηγούμαι’, ‘εξιστορώ’, ενώ «ομιλώ περί...» σημαίνει ‘σχολιάζω’. 2η: Επ’ ουδενί λόγω οι επιθετικοί προσδιορισμοί «άμεσο» και «έμμεσο» συνάδουν με την σημασία του «αντικειμένου» στην γραμματική.


Ημ/νία δημοσίευσης: 3 Νοεμβρίου 2025