Εκτύπωση του άρθρου
Η θέση του Terence Hawkes ότι στον κόσμο των λέξεων που ζούμε ο νους διαμορφώνεται από την αρχή του «verum factum» ισχυροποιεί την άποψη ότι η ποίηση του Γιώργου Κ. Καραβασίλη δεν είναι το ουτοπιστικό διάνθισμα των γεγονότων, αλλά μια τελετουργία-η λειτουργία της εκπλήρωσης των επιθυμιών. Διεργασία που αποδεικνύει τη ζωή τελείως ανώφελη, αφού αντικατοπτρίζει την ίδια της την ματαιότητα. Προσπαθώντας να βρει ένα νόημα διά μέσου των μεθόδων του μύθου και του τελετουργικού, τελικά απογοητεύεται γιατί ανακαλύπτει ότι, όταν οι άνθρωποι καταστρέψουν ένα μύθο, ένας άλλος, το ίδιο κίβδηλος, πρέπει να δημιουργηθεί. Το «αληθές» (verum) και το «πεποιημένο» (factum) ταυτίζονται. Είναι ένας τρόπος εμπειρίας των γεγονότων, ένας τρόπος σκέψης και ζωής και μια ευφάνταστη προβολή της αλήθειας. Έτσι φτάνει στην καρδιά του «πεποιημένου».
Ο Γ.Κ.Κ με τη νέα έκδοση του βιβλίου του επιχειρεί μια συστηματική καταγραφή της μέχρι τώρα ποιητικής προσφοράς του. Γι' αυτό και με το βιβλίο αυτό διαγράφονται εναργέστατα οι ορίζοντες του ποιητή. Ευσύνοπτο βιβλίο, με ορθή, παρά την χρονολογική κατάταξη, διάταξη των μερών που το απαρτίζουν, τα οποία παρουσιάζουν, το καθένα χωριστά, μια ιδιαίτερη άποψη της ποιήσεως του Γ.Κ.Κ. Αποτελείται από τις εξής ενότητες-συλλογές: (α) «Η γραφή και το μαχαίρι» (1970), (β) «Καλλιέργεια του αίματος» (1973), (γ) «Τα ηδυπαθή» (1976), εκδομένα ήδη στις χρονολογίες που σημειώνονται, και τις ανέκδοτες, (δ) «Το φιλέρημα» (1979-1983) και (ε) «Φαγιάντσες» (1982-1984). Ας μη νομισθεί, βέβαια, ότι πρόκειται για εντελώς αυτόνομες ενότητες. Είναι μια προσπάθεια α ταθισευθεί ένα υλικό που απ' τη φύση του αντιστέκεται στην ένταξη σ' οποιαδήποτε ειδολογική ή άλλη κατάταξη, η δε ετικέτα «ερωτικά»-«υπαρξιακά»-«περιθωριακά»-«θανατόφιλα» κλπ. μπορεί να δημιουργήσει ανεπίτρεπτες παρανοήσεις.
Υπάρχουν για τον Γ.Κ.Κ. δύο κόσμοι: ο πρώτος είναι ο καθημερινός, ο άσκοπος, όπου θαύματα δεν μπορούν να συμβούν, ο δεύτερος είναι ο κόσμος του αληθινού θαύματος, η περιοχή των ποιητών, αλλ' όχι των αγγέλων. Κι ανάμεσα στους δύο βρίσκεται ο χώρος του κίβδηλου θαύματος. Ερευνώντας αυτόν τον συνδυαστικό δυϊσμό της ποιητικής του Γ.Κ.Κ. καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι μια δράση ζωής διαπνέει την ποίησή του, παρά τη συχνή μνεία του θανάτου:

Τότε η μνήμη ξαφνικά εκπυρσοκρότησε, ήταν
δικά μου κάποτε εκείνα τα τοπία κι ό,τι κοιτούσα
το 'χα ζήσει, μες στο μαγικό ποτάμι. Η σάρκα
μου ομολογούσε ακήρυχτους θανάτους, έρωτας
δαιμονικός υπεξαιρούσε ως και τα οστά μου.
Μεμιάς στραγγίζονταν χιλιάδες ρίγη μοναξιάς, η
μοίρα μου έβρισκε τον ήλιο της κι ο χρόνος μου
ο καλός με ξανακαταλάβαινε.

(«Κλέη του ποταμού» σελ. 61)

Ο Γ.Κ.Κ. αδιαφορεί για τη συνέχεια και στρέφει την προσοχή του στη συσπείρωση και συνοχή του ποιητικού οράματος. Έτσι η ποιητική του έμπνευση δεν κινείται ποτέ γραμμικά, αλλά επιδιώκει μια κύκλωση της αρχικής του εμπειρίας, την οποία μετουσιώνει ποιητικά, συγκροτώντας τα επάλληλα πεδία στα οποία, δίκην «split levels» διαμορφώνεται.
Ο επαρκής αναγνώστης αντιλαμβάνεται σύντομα την τεχνική δεξιότητα του Γ.Κ.Κ., που εκφράζεται κυρίως με υφολογικές αφαιρέσεις και επεμβάσεις. Σπεύδω να δηλώσω ότι αυτό το ύφος έχει να εξυπηρετήσει μια ουσία εύρωστη. Βρισκόμαστε προ μιας περιπτώσεως ενδιαφέρουσας και ιδιότυπης, όπου ο ποιητής κατορθώνει να διεισδύσει μέσα και πέρα απ' την πραγματικότητα σ' ένα κόσμο των ιδεών, είτε των ιδεών και συναισθημάτων του ίδιου του εαυτού του, είτε των ιδεών που αποτελούν ένα τέλειο υπερβατικό κόσμο, στον οποίο αποβλέπει ο άνθρωπος. Με το σκοπό να προχωρήσει πέρα από την επιφάνεια της πραγματικότητας κάνει συχνά μια συγχώνευση των εικόνων, δημιουργώντας ένα είδος στερεοσκοπικής εντυπώσεως, ώστε να δοθεί μια τρίτη διάσταση στην ποίησή του. (Ας μη ξεχνάμε ότι ο
Pound, τα δοκίμια του οποίου κατά ομολογία του Γ.Κ.Κ.-δες συνέντευξη του στο «Διαβάζω», τεύχος 69/18.5.83 σελ.: 28-29-επηρέασαν την ποίησή του, μίλησε για εισβολή της υπερπραγματικότητας στην πραγματικότητα»).
Μεγάλη έμφαση επίσης δίνει στη μουσικότητα του στίχου (που ο
Valery όρισε ως «hesitation prolongee entre le son et le sens: παρατεταμένη ταλάντευση ανάμεσα στον ήχο και στο νόημα») πετυχαίνοντας μια ευλυγισία χωρίς εξεζητημένη ηχηρότητα με το να αποφεύγει το διθυραμβικό και αδιάλειπτα υψωμένο στη διαπασών τόνο, που δεν εξασκεί-κατά τις τρέχουσες τουλάχιστον αντιλήψεις-καμία γοητεία ή δεν δημιουργεί καμία πειστικότητα. Γι' αυτό η αντίθεσή του στο ψευδολυρισμό των λεκτικών σχημάτων είναι εμφανής και έντονη. Έτσι η αναγκαιότητα της ποίησης για τον Γ.Κ.Κ. αποτελεί την αναγκαιότητα της ενόρασης, του καθαρά απολύτου, σε μια αντιπαράθεση γεγονότων, όπου συναντιόνται οι ακραίες δυνάμεις, εξωθώντας τις συγκινήσεις στο αποκορύφωμα μιας δραματικής έντασης. Το κάθε ποίημα, η κάθε στιχουργική ενότητα δεν είναι μόνο διαδοχή εικόνων χωρίς κραυγαλέα φραστικά πυροτεχνήματα, αλλά και νοηματικό «γίγνεσθαι», που παίρνει ένα σχήμα άπειρο και αέναο συγχρόνως, γίνεται το μαγικό αντικείμενο ερωτικής, θα 'λεγα, απολαύσεως και επιδιώκει μια απελευθέρωση συναισθηματική:

Όταν περνάς στο νυχτικό της πρωινέ νοτιά
Η σάρκα της παίρνει τη ρώμη του τοπίου
Και το μικρό δωμάτιο
Ο ερωδιός
Κρεμά το βλέμμα της στο σύμπαν.

 («Πρωί, κοντά στη θάλασσα»-σελ.: 24)

Άλλοτε πάλι βυθίζεται στην πυκνότητα των προσωκρατικών. Γράφει:
Στον πάπυρο της πεταλούδας
Η απόσταξη των τοπίων

 («Άπνοια»-σελ.: 13)

ή, πάρα κάτω:

Τόπος χλωρός ακμάζει σαν γδύνεσαι

(«Πρόσκαιρον Σώμα»-σελ.
: 46)


Τόσο μόνο. Τίποτε άλλο. Ένας πυρήνας που το χυμώδες περίβλημα του έχει σκόπιμα αφαιρεθεί-η τεχνική του υπαινιγμού με τη μέθοδο της συμπύκνωσης φθάνει  την ποιητική προσπάθεια του Γ.Κ.Κ. από την πρώτη του κι όλας συλλογή σε υψηλό σημείο.
Ο Γ.Κ.Κ. είναι ο ποιητής του πνευματικοποιημένου βιώματος. Ο ίδιος το έχει συνειδητοποιήσει αυτό και αποτυπώνει εναργή συναισθήματα, πάντοτε όμως με πολλαπλή σημασία, διαστέλλοντας το «εγώ» μέχρι να εξαφανισθεί καλύπτοντας το σύμπαν. Βρίσκω μια εκλεκτική συγγένεια στη φράση του Γ.Κ.Κ. «από την αρχή μέχρι το τέλος της δημιουργίας υπάρχει ένα αδιάσπαστο πλέγμα εξαφάνισης της προσωπικότητας» (Δες «Διαβάζω» οπ.π) με την άποψη του Rimbaud «JE est un autre» και του Malarme «Je suis impernonnel». Ο Γ.Κ.Κ. όμως κατέληξε στην παράλληλη ιδέα εντελώς ανεξάρτητα από τους Γάλλους του περασμένου αιώνα και κυρίως του Malarme, ο οποίος διαγράφει από το νου όλες τις εικόνες τις βασισμένες στον αντικειμενικό κόσμο και συνειδητά εμπνέεται τις εικόνες του, ανακαλώντας βαθμιαία ένα αντικείμενο, έτσι ώστε ν' αποκαλύψει μια διάθεση-μια «ψυχική κατάσταση» (etat d' ame). Αντίθετα στον Γ.Κ.Κ., το υποκειμενικό λυρικό «εγώ» του ποιητή είναι ένα fictio artis δραματικό «εγώ» που υλοποιεί το όνειρό του ή ακόμα είναι η persona του ή ο «ανθεαυτός» του πίσω από τον οποίο κρύβεται ή, τέλος, μπορεί να είναι αντίθετο μιας ζωής απ' την οποία ο ποιητής θέλει να γλυτώσει αποκαλύπτοντας τις επιθυμίες του, κυρίως όταν αυτές αντιβαίνουν προς την τρέχουσα αντίληψη για το σωστό και το «καθώς πρέπει»:

Τα χείλη σου γουστάρω να ρουφήξω τ' αλανιάρικα

Τα μάτια σου να πιώ τα καφεσαντανιάρικα

(«Φαγιάντσες», σελ.
:92)

Βρίσκουμε ακόμη, στην ποίηση του Γ.Κ.Κ. συμφιλιωμένες αντίθετες ή αντιμαχόμενες ιδιότητες: το ατομικό με το αντιπροσωπευτικό, την αίσθηση της φρεσκάδας με παλιά οικεία σχήματα μιας έντονης συγκινησιακής καταστάσεως. Στο πεζό ποίημα «Καλύμνου 3, Σαββατόβραδο, 19 Μαρτίου 1955» δεν έχουμε απλά και μόνο την περίπτωση μιας παροχημένης πραγματικότητας που ξαναφέρνει στη μνήμη μια ακόμα παλιότερη πραγματικότητα, αλλά ο ποιητής γυρεύει εδώ έναν ανύπαρκτο παράδεισο και βρίσκει για σύμβολο μια ανάμνηση του παρελθόντος. Παρά την έκτασή του δεν αντέχω στον πειρασμό να μην το μεταφέρω ολόκληρο γιατί πιστεύω ότι είναι, μετά το ποίημα «Τα κομμάτια μου», το καλύτερο ποιητικό επίτευγμα του Γ.Κ.Κ.

Καλύμνου 3 αφήναμε πίσω τις ράγες, έναν ουρανό
κρεμασμένο στις κάπνες, χωρίς διαλείμματα.
Σειρήνες σχολάσματος, κλάξον, θείτσα μου.
Σαββατόβραδο 19. Κορίτσια τις έκτακτες στιγμές
τους, κοπελιές ξεφυλλισμένες. Σκόνη, σινιάλα
με τα μάτια-κάποιο σύννεφο. Ο Θόδωρος ο ταξιτζής
ο Μαρκεζινικός που πέθανε λευχαιμικός.
Μπάμπης σε δυό καρέκλες, «Έθνος εξαιρετικά».
Το ¢45 κάπνιζα τουμπεκί με τη Βέμπο στον Κολωνό»
Καλύμνου 3. Χωρίσαμ¢ ένα δειλινό. Μαύρο πανταλόνι,
καφέ σακάκι. Ψυχραιμία.
Η Ματούλα γέννησε και πέθανε. Ούζο
Και ξεπέρασμα ποδηλάτου. Σαββατόβραδο 19.
Φωνάζουμε τη νύστα απ' το πρωί στο καπελάδικο
με τα σπασμένα φινιστρίνια. Βαλσάκι από ραδιόφωνο
dethola
. Το πιάνο απ' την Κορώνη στο μπαξέ.
Ακούς τη μούχλα των υφαντουργείων; Καλύμνου 3.
Μούγκρισμα τραμ. Στους τοίχους ακόμα
Λευτεριά και άλλα τερπνά. Αν είναι. Ραπτομηχανές
Σίγγερ. Σαββατόβραδο 19. Χορός οι
πουτάνες στα σκαλοπάτια. Μ' ένα ρεμπέτικο καταπίνεις
το εργοστάσιο. Χασαποταβέρνα «Το Μαράκι».
Είχε κι εκείνος μιαν αγάπη και την έχασε.
Μ' ένα κατοστάρι πίνεις φεγγαρόφωτο.
Καλύμνου 3. Τσιγαριά. Πουθενά. Ασφάλεια.
Φουγάρα. Ταβάνι. Κλωστές. Σκαλοπάτι. Φεγγίτες.
Σπάσιμο. Μιστός. Σαββατόβραδο 19.

Καλύμνου 3, Σαββατόβραδο, 19 Μαρτίου 1955

Άφησα τελευταίο το ποίημα που θεωρώ, αν έχει κάποια σημασία η προτίμησή μου, το ψηλότερο επίτευγμα της ποιητικής παραγωγής του Γ.Κ.Κ. Υπάρχουν στιγμές που η ισορροπία του ατόμου καταστρέφεται περνώντας μέσα από τη δοκιμασία της γνώσης, ο κόσμος χάνει την αρμονία του. Οι στιγμές αυτές είναι η αρχή της πληρότητας του ατόμου. Σε μια τέτοια δοκιμασία μας υποβάλει το ποίημα «Τα κομμάτια μου». Το νόημα του ποιήματος σχηματίζεται «υπόγεια» η πνευματική γαλήνη του αναγνώστη διακυβέβεται. Το αίσθημα της αιχμαλωσίας και η εντύπωση ενός κόσμου που έχει ως κύριο χαρακτηριστικό τη φρικίαση που αναδίνει η φθορά γίνεται δια μέσου μιας συσσώρευσης εικόνων τελείως απτικών, που έχουν τη δύναμη να μας κεντρίσουν και γίνονται ένας προβολέας της εποχής αμείλικτος στη φωτεινότητά του. Ο Γ.Κ.Κ. έφτασε στο σημείο εκείνο που η «σοφία» του ατόμου εξανεμίζεται και περπατάει γυμνός, εκδικητικός και άφθαρτος. Έτσι, λυτρωμένος από κάθε πρόληψη, σύνορα του τρόμου-κατάπληξη που δίνει η γνώση να παρουσιάζεται ο ποιητής στα «Κομμάτια μου». Το ασθματικό του τροχάδην γίνεται υπόκρουση, η πορεία του ανακόπτεται από αυτενέργητες ροές συστολής του ανθρώπινου μορίου, αποκαλύπτοντας τους πιο μύχιους κι ανομολόγητους σπασμούς της ψυχής.