Εκτύπωση του άρθρου
Γιώργος Μαρκόπουλος, «Εκδρομή στην άλλη γλώσσα», Νεφέλη 1994

ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΤΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ


(συγκεντρωτική έκδοση των συλλογών «Η γραφή και το μαχαίρι», «Καλλιέργεια του αίματος», «Τα ηδυπαθή», «Τα μυστικά δωμάτια του πύργου», «Το φιλέρημα», «Φαγιάντσες») Γνώση, Αθήνα 1984


Ο Γιώργος Κ. Καραβασίλης, από την πρώτη ήδη υπό τον τίτλο Η γραφή και το μαχαίρι (1970) ποιητική συλλογή του, δείχνει να θέλει να ορίσει στην τέχνη του κάποιες δικές μου σταθερές, ή έστω να χαράξει την προσωπική «ιδεολογία» του, την οποία άλλωστε θα μας αποκαλύψει ο ίδιος αρκετά χρόνια μετά, στο ποίημα «Η Κένα» της συλλογής του Φαγιάντσες. Μάλιστα δε, προς τούτο, αυτός ακολουθεί το δρόμο εκείνο ο οποίος επιδιώκει την όλο και σε μεγαλύτερο βαθμό συνύπαρξη του παραδοσιακού «κλασικού», με το σύγχρονο, ενώ ταυτοχρόνως όσον αφορά τις θεματικές επιλογές του, παραμένει λάτρης της φύσης, του έρωτα και του γυναικείου προπάντων σώματος («Άπνοια», «Ακούω το κριθάρι της γης», «Πριν και μετά το πάθος», «Ρέμβη», «Το κορμάκι στο μώλο»):


Δεν είχε όνομα το κορμάκι στο μώλο
Μόλις το γλίστραγα στην αγκαλιά της θάλασσας.
Έτσι δειλό σαν σύννεφο της αγωνίας και της προσμονής
Κρεμάστηκε στο χέρι μου ζητώντας τη σκιά του.
Κι όσο το μάλωνα με τα χάδια μου
Τόσο ξεγράφονταν μες στο σκοτάδι
Τόσο σβηνόταν στην απέραντη ανωνυμία της πλατείας.

Μείναμε όσο κρατάει ένα φιλί
Να ξεκλειδώνουμε στο θερινόν αφρό
Σειρά-σειρά τους ξεχασμένους θρύλους.

Αλλά για να μην κινδυνεύσουμε να παραδώσουμε εδώ μια μονόπλευρη εικόνα της ποίησης του Γιώργου Κ. Καραβασίλη, μέσα από την οποία θα φαίνεται ότι δήθεν δεν τον απασχολούν καθόλου οι κοινωνικές συντεταγμένες οι οποίες ορίζουν τον καθημερινό μας βίο, θα ήθελα να υπενθυμίσουμε το «Καλύμνου 3, Σαββατόβραδο, 19 Μαρτίου 1955» από την επόμενη, δεύτερη συλλογή του Καλλιέργεια του αίματος (1974), ποίημα, ακριβώς γιατί πιστεύω ότι αυτό δεν αποτελεί παρά την προσπάθεια μιας «σύνοψης» της μεταπολεμικής μας μίζερης πραγματικότητας, και να σταθούμε στο υπό τον τίτλο «Ο Ιερεμίας και η νεκρούπολη», μια και (το δηλώνει άλλωστε υπό τη μορφή αφιέρωσης) αυτό δεν αποτελεί παρά έναν «φόρο στην εποχή», με την πληρωμή του οποίου ο ποιητής επιθυμεί να εξοφλήσει τις οφειλές του απέναντι σε ό,τι το επιδερμικό και το πρόσκαιρο. (Τα ονόματα των Πάουντ, Νιζίνσκι και Μαγιακόφσκι δεν πιστεύω ότι αναφέρονται τυχαία, μια και οι τρείς του είναι, με τον τρόπο του ο καθένας, «περιθωριακοί» άνθρωποι, που δεν χώρεσαν ποτέ μέσα σε κανέναν «κανόνα», εκτός από αυτούς που τους υπαγόρευσε στη ζωή η προσωπική τους μοίρα):

Κι αν μου φορτώσετε κατηγορίες φανταστικές
Κι αν βιάσετε το σώμα μου
Ακόμη
Κι αν αλλάξετε το δρόμο της ψυχής μου
Και σας υπηερετώ πιστά
Και συνεργήσω
Σε πόλεμο, ειρήνη, στο ναί, στο ίσως, στο όχι,
Στην τρέλα, στη λεηλασία και στο σκοτωμό
Του Πάουντ, του Νιζίνσκι, και του Μαγιακόφσκι,
Τώρα, που η κραυγή μου με το ρόγχο τους ενώνεται,
Να ξέρετε
Κάποτε στους θεούς σας μπρος ασέλγησα.
Σ¢ αγάλματα, εικόνες και προφήτες,
Κάποτε σας εμίσησα, σας έφτυσα, σας χτύπησα,
Να γλείψω θέλησα το αίμα σας.
Κάποτε έλιωσα στα δόντια μου
Του ήλιου αλεξικέραυνα τα γυάλινά σας μάτια.

(Παρ' όλα αυτά, η συλλογή στο μεγαλύτερο μέρος της επαναφέρει το κλίμα και πάλι της πρώτης-«Ο ποιητής και η Σιλισία», «Ο οργανισμός και το θέρος»-και δημιουργει μια περίεργη, ίσως και εφιαλτική στο βάθος της έξαρση-«Προθάλαμοι»-, ενώ εύκιλα αναγνωρίζονται κάποιες απόπειρες του ποιητή της να προσεγγίσει τη γραφή της Παλατινής ανθολογίας-«Μετά τον κίνδυνο», «Δεκαέξι αχτίδων φιλιατρό», «Ευδία»).

Η ερωτική όμως διάθεση του Γιώργου Κ. Καραβασίλη νομίζω ότι αρχίζει να παίρνει μια κάποια άλλη, διαφορετική διάσταση από αυτή που μέχρι τώρα εντοπίσαμε, στην τρίτη, υπό τον τίτλο Τα ηδυπαθή (1976) συλλογή του, αφού σε αυτή διαπιστώνουμε ότι υπάρχει πιά μια απόσταση από αυτό, ας μας επιτραπεί η έκφραση, που ονομάζουμε «πλατωνικό ιδεώδες», ενώ ο ποιητής δείχνει να είναι κάπως πιο εκλεκτικός , όσον αφορά τις σχέσεις του με το άλλο φύλο («Δεξίωσις»):

Ταξίδια καταιγιστικά μου πλέκανε τα μαύρα σου μαλλιά,
Τ' ανάλαφρό σου άρωμα με κύκλωνε
Και μιά υπόσχεση ο εξώστης-κείνο τ' αγιόκλημα.
Όμως εγώ σε πορσελάνες κολυμπούσα,
Σε έπιπλα, χαλιά, σερβίτσια
Σαν μετακομιστής που κουβαλά, λύνει και δένει.
Και ξαφνικά μου πέρασεν απ' το μυαλό κάτι φριχτό.
Τάχα τα χαίρονται μονάχα των σπιτιών οι νηστικές ώρες
Ενώ στοιχειώνουμε στις κόγχες τους εμείς θανάτους, έρωτες,
Στοιχειώνουμε των ρούχων μας τις λυρικές εκστάσεις,
Τις αναθυμιάσεις των κορμιών μας,
Χωρίς ποτέ να μάθουμε ποιές ηδονές ανοίγουνε
Στην κάθε ανάσα της ζωής τους;

Που με κυλούσε τ' ανάλαφρό σου άρωμα
Τί ταξίδια ξεπέζευαν στα μαύρα σου μαλλιά!
Μια πολυθρόνα σκαλιστή μόλις μας χώριζε,
Μα δεν την παραμέρισα ποτέ.

Στα Μυστικά δωμάτια του Πύργου (1978) (την καλύτερη από όλες τις μέχρι τώρα, κατά τη γνώμη μου, συλλογή του), τα ποιητικά ευρήματα του Γιώργου Κ. Καραβασίλη φαίνονται να είναι περισσότερο από κάθε άλλη φορά βιωμένα, ενώ ταυτοχρόνως βλέπουμε να προβάλλει έντονα το κακό εκείνο συναίσθημα το απορρέον από τη σύζευξη του εκπληρωμένου πλέον έρωτα και του (ελλοχεύοντος) θανάτου, καθώς και η απόπειρα μιας λυτρωτικής (απεγνωσμένης) εξόδου προς έναν κάποιον (δήθεν) «Παράδεισο».

Πάντως, αν αναζητούμε μια ακόμη μεγαλύτερη προσέγγιση στην ωριμότητα, στην ποίηση του Γιώργου Κ. Καραβασίλη, αυτή σίγουρα θα την συναντήσουμε στη συλλογή Το φιλέρημα (1979-1983) που ακολουθεί, στη οποία συντελείται ένα «βύθισμα» στον εαυτό του (όχι απαραιτήτως μεταφυσικό), με πρόθεση αυτός να επανοργανώσει τη μυθολογία του, πράγμα το οποίο στ' αλήθεια επιτυγχάνει μέσα από μια γραφή («Κλέη του ποταμού»), στους κόλπους της οποίας εμφωλεύει μια απέχθεια προς τον σύγχρονο κόσμο, ο οποίος επιλέγει την έκφρασή του μέσα από ένα μάλλον χυδαίο αντικείμενο («Το μάτι της νεραϊδοτσιγγάνας»), αλλά και μία λιαν ευδιάκριτη «συμπλοκή», στην οποία αναμιγνύονται κάποιες στιγμές «ονείρου» («Τα ψάρια»), με το ιδεώδες ερωτικό σώμα που έχει πεθάνει, χωρίς ο ποιητής να το έχει ζήσει, ή να πρόκειται στο μέλλον έστω αν το ζήσει («Το ναί του θανάτου»-αφιερωμένο στην μνήμη της Ρόμυ Σνάιντερ):

Κοιμήθηκε η μελανή σου κόμη.
Στα γαλανά μετάξια της
Η σάρκα σου δοσμένη
Σκοτείνιασε ακόμα πιο πολύ
Τη μελιχρή της λάμψη
Ώρα που ο θάνατος τα χείλη σου ρουφά
-Πρώτη σας νύχτα-.
Και σε δισταχτική ανάμεσα
Σε ζωντανούς και στους νεκρούς,
Σε μας που έδεσες παντοτινά
Τριγύρω στων ματιών σου την πυρά
-Λίγους φίλους-
Μ´ένα χαμόγελο τη Νύχτα μας δωρίζεις
Σαν άσεμνο μυστήριο,
Όχι του κόσμου τούτου,
Που σε καλεί στον θρόνο σου
Και μας αρνείται.

Κλείνοντας αυτόν τον τόμο, θέλω να τονίσω ότι μένουμε με την αίσθηση πως το έργο του Γιώργου Κ. Καραβασίλη, έχοντας στην αρχή ως πρότυπο την ποιητική αθωότητα έτσι όπως την είχαν φαντασθεί οι αρχαίοι βουκολικοί ποιητές, και περνώντας μέσα από τους δρόμους του έργου του Διονυσίου Σολωμού, δείχνει στο τέλος να γοητεύεται από ένα κλίμα όμοιο με αυτό του Πρόσπερου ή της Τρικυμίας του Σαίξπηρ. Ποιήματα όπως «Τα κομμάτια μου», «Η ωραία των αγρών», «Το τατουάζ», «Ερμηνευτικός λόγος για την πρώιμη πνοή της άνοιξης αντί στασίμου», εκτός από το ότι αποτελούν τεκμήριο για τα παραπάνω, με το ωφέλιμο φορτίο τους νομίζω ότι βοηθούν με τον καλύτερο τρόπο για την απόλαυση ολόκληρου του βιβλίου.