Εκτύπωση του άρθρου

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΛΥΜΠΕΡΗ: Η μουσική των σφαιρών, εκδόσεις «Άγρα», 2007.

Γράφει: O Γιώργος Βέης

 

   Πρόκειται για το έκτο βιβλίο της Κλεοπάτρας Λυμπέρη. O τίτλος υπενθυμίζει την ηχητική δαψίλεια από την αρμονική κίνηση των πλανητών, την οποία φημολογείται ότι διαισθάνθηκε πρώτη φορά κάπου στην Κυρηναϊκή ο μύστης Πυθαγόρας. Πρόκειται ασφαλώς για την ίδια ακριβώς μουσική, την οποία βίωσαν πρωτογενώς οι κοσμοναύτες των μέσων του προηγούμενου αιώνα. Η ανάπτυξη όμως του ποιητικού σχεδίου δεν σταματά εκεί, όπως άλλωστε θα περίμενε κανείς από την  ευρηματική ποιήτρια. Το παραγωγικό  τελικό σύνθεμα στηρίζεται συχνά πυκνά στον άμεσο και ολοσχερή εκπυρηνισμό των νοημάτων. Οι θεματικές διαθλάσεις διαδέχονται ευχερώς η μια την άλλη, ο χωρόχρονος διαστέλλεται και συστέλλεται κατά τρόπο σύμμετρο,  ενώ οι υπαρξιακές, ενίοτε ριζικές  ανακατατάξεις συνιστούν τους κατ’ εξοχήν κοινούς τόπους των αναφορών. Συγκρατώ επίσης ότι σχεδόν τίποτε δεν βρίσκεται στο απυρόβλητο: η ποιητική κρίση είναι ασυμβίβαστη κι άλλο τόσο ανατρεπτική. Όσον αφορά στις αλλεπάλληλες ερωτήσεις, οι οποίες παρέχουν με το πρώτο άκουσμα την εντύπωση καταχρηστικών αποδελτιώσεων άγχους ή ρητορικών εκτονώσεων, φρονώ ότι κατά βάθος  διερευνούν ουσίες βίου. Οι απορίες δηλαδή σχολιάζουν το διακύβευμα της καθημερινής πράξης. Ενδεικτικός κατάλογος: «Ποια ζώα να πνίξει η γλώσσα για να γίνει γυναίκα;», «Αναρωτιέμαι το φύλο γυναίκα θ ’ απαλλαγεί ποτέ από το σώμα; (Ό - χι;)», «Να προτιμήσω ετούτη τη μεταφορά ή μια άλλη;», «Εις την σιγή των οριζόντων / - λέω – η πιο όμορφη / μαρμαρυγή / (το στόμα ρόδο κανενός;)» «Αυτό που δεν βλέπεις υπάρχει; Αυτό που δεν είσαι / σε βλέπει; Η μητέρα σου ήθελε να είναι πατέρας / κι έβαζε το κεφάλι της στο μαξιλάρι μου. / Με ποια λέξη λοιπόν τον καλείς; Με ποιο βέλασμα / γίνεσαι κάμπος; Με ποια βρύση τού στάζεις / κοριτσάκια στα μάτια, τι σάβανα πετάς / και πέφτει σαν μήλο ή σαν πρόβατο;», « Πώς στέκομαι στα δυο μου πόδια / χωρίς να πέφτω;», « Τι είναι ο έρως; Σάλπιγξ ή / λύγξ; Ή κρουνός χάριτος / του Πατρός μου;», « Ά -πει- ρο ά-πει-ρο τί εστί;», «-Είμαι δοχείο νυκτός; / Ή υπηρέτης του σύμπαντος; / Ανθοδοχείο; / Μελανοδοχείο; / Και τα δύο; / Στου ερέβους την πλάτη / κάτι; / Του φωτός / μάτι; Αυταπάτη;» και  «Το άπειρο με περιέχει;». Η τεχνική αυτή ανακαλεί με τη σειρά της μια μακρά παράδοση απορητικών ελιγμών, ενδελεχών αυτοελέγχων και δικανικών θα έλεγα περιστροφών γύρω από την ενδεχόμενη σκοπιμότητα του είναι, όπως την είδαμε φέρ’ ειπείν στο ποίημα του Μπωντλαίρ «Αναστροφή», το οποίο αποτελείται κατά κύριο λόγο από καταχρηστικές ερωτηματικές προτάσεις-στίχους. 
     Αλλά και στο πολύσημο αφήγημα Φλάουερ, το οποίο  εκδοτικά προηγήθηκε κατά τέσσερα χρόνια, πάλι από την «Άγρα», οι διερωτήσεις μιας παραληρηματικής εμμένειας στελέχωναν ένα ικανό μέρος των καταγραφών της Κλεοπάτρας Λυμπέρη. Έστω τα εξής παραδείγματα: «Σας έχει συμβεί ν’ ακούσετε τη μουσική των σφαιρών; Όχι;», « Φλάουερ, δηλαδή άνθος. Ποιο άνθος κόψαμε, λοιπόν, απόψε; (Μήπως το άνθος είμαστε εμείς- ένας μίσχος γυμνός που λύγισε κάτω από τ ’ άστρα;), «Αυτός; Είμαι εγώ; Είναι η ίδια η πατρότητα που συμφιλιώνεται μέσα μου με μια μητέρα για να προσφέρουμε ένα δώρο σ’ αυτό το κενό;», «Τότε Εκείνος από μέσα, σού λέει, θέλεις να δεις ποιος είσαι, θέλεις να σού δείξω ποιος είσαι;» και «Τι να κάνεις για να είσαι ένας άλλος;». Η μη απάντηση φρονώ ότι δεν πιστοποιεί τόσο την αδυναμία του όντος να προσδιορίσει τον Εαυτό, όσο την ειδικότερη αβελτηρία του υποκειμενικού παρατηρητή-δράστη-θύματος να διακρίνει τις αντικειμενικές υποστάσεις πίσω από το συνονθύλευμα των κατά κανόνα παραπλανητικών φαινομένων. Η γλώσσα ηχεί συνεπώς μεταλλικά, με μιαν ιδιάζουσα οξύτητα, η οποία συνήθως παραπέμπει στα ομιλήματα απέλπιδων ή  στασιαστών. Έχει βεβαίως επισημανθεί ήδη από τον Αλέξη Ζήρα η έντεχνη τραχύτητα των στίχων της Κλεοπάτρας Λυμπέρη, η οποία εν γένει αποβλέπει περισσότερο στην έκθεση των ψυχικών δεδομένων, παρά στην ενδεχομένως επισφαλή ή λίγο πολύ δογματική διερμηνεία τους.
    Έμπειρη πολλαπλώς των εννοιολογικών αιφνιδιασμών και των κατεδαφιστικών αφορισμών, η γραφή αποσκοπεί εδώ, μεταξύ άλλων, και στην πιστή απόδοση μιας εμφανώς μεταβιωματικής αλήθειας, η οποία μπορεί να αναδιατυπώσει με την δέουσα εννοείται διαλεκτική επάρκεια και αποδομητική ορμή, πολλές ηθικές θέσεις, αλλά και αναγεννησιακές αρχές. Φαίνεται μάλιστα ότι δεν αγνοεί την 4.003η επιχειρηματολογία του Tractatus Logico Philosophicus: «Οι περισσότερες προτάσεις και τα ρωτήματα που έχουν διατυπωθεί για φιλοσοφικά ζητήματα δεν είναι εσφαλμένα, αλλά α – νόητα. Για αυτό δεν μπορούμε καθόλου να απαντούμε σε τέτοιου είδους ρωτήματα, αλλά μόνο να πιστοποιούμε πως είναι α – νόητα. Τα περισσότερα ρωτήματα και οι προτάσεις των φιλοσόφων στηρίζονται στο πώς δεν καταλαβαίνουμε τη λογική της γλώσσας μας. (Ανήκουν στο είδος του ρωτήματος, αν το αγαθό είναι περισσότερο ή λιγότερο ταυτόσημο από το ωραίο.) Και δεν είναι να απορεί κανείς πως τα βαθύτερα προβλήματα πραγματικά δεν είναι προβλήματα.» Ο εμφανής σαρκασμός του Λούντβιχ Βιττγκενστάιν πιστεύω εν ολίγοις ότι ανιχνεύεται εύκολα στις αφετηριακές καταβολές αυτής της ποίησης, η οποία δεν επιζητεί να αποκρύψει την εγγενή ειρωνική της προοπτική.
    Κατά τα άλλα η υπαινικτική τακτική ενός χαλαρού υπερρεαλισμού είναι σαφής. Η προκαταρκτική δήλωση του 9ου μέρους του βιβλίου συνιστά μάλιστα ένα οιονεί credo. Παραθέτω: « (Όταν η γλώσσα με πολλούς ελιγμούς μαζεύει από τους φτωχούς ό, τι περισσέψει, εκεί θα βρεις τη μουσική των σφαιρών. Είναι παιδάκι του κόσμου αυτή η μουσική – όπως ακριβώς τα πουλιά είναι σύμβολα μαθηματικά με φτερά.)». Από την άποψη αυτή διατυπώνεται εμμέσως πλην σταθερώς η εκλεκτική συγγένεια με τα όσα πρεσβεύει η ύστερη μπορχεσιανή στρατηγική. Δηλαδή:  «Τώρα έχω φτάσει στο συμπέρασμα (και το συμπέρασμα αυτό μπορεί να ακούγεται λυπηρό), πως δεν πιστεύω πια στην έκφραση: πιστεύω μόνο στον υπαινιγμό. Άλλωστε, τι είναι οι λέξεις; Οι λέξεις είναι σύμβολα για αναμνήσεις που τις έχουμε κοινές με άλλους ανθρώπους. Αν εγώ χρησιμοποιήσω μια λέξη, τότε πρέπει εσείς να έχετε κάποια εμπειρία εκείνου για το οποίο δηλώνει η λέξη. Εάν δεν έχετε, η λέξη δεν σημαίνει τίποτα για σας. Νομίζω πως μπορούμε μόνο να υπαινισσόμαστε, πως μπορούμε να κάνουμε τον αναγνώστη να φαντάζεται. Ο αναγνώστης, αν είναι αρκετά εγρήγορος, μπορεί να ικανοποιηθεί με την απλή νύξη ενός πράγματος…» (Βλ. Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Η Τέχνη του Στίχου (Διάλεξη «Το πιστεύω ενός Ποιητή»).
   Στον βαθμό που  «δεν γράφουμε για να ξαναβρούμε μια εμπειρία• γράφουμε για να την προσεγγίσουμε όσο μπορούμε», όπως διατείνεται ο πληθωρικός αλλά εξαιρετικά νοήμων Νόρμαν Μέϊλερ, (βλ. Η μάγισσα τέχνη), εγχειρήματα σαν αυτό της Κλεοπάτρας Λυμπέρη αποκτούν ένα πρόσθετο ενδιαφέρον, διότι μας επιτρέπουν να αναστοχαστούμε και πάλι πάνω στο ζήτημα της διαχρονικής πορείας μιας επίμονης αυτογνωσίας του σκεπτόμενου δίποδου, της αντίστοιχης πνευματικής αποψίλωσης του κόσμου και της βαθύτερης επικοινωνιακής αναγκαιότητας μέσα σε ένα ζοφερό οικολογικό γίγνεσθαι. Στην ομολογία «Τι θέρος που θέρισα, φρούτα λιωμένα εικοσ- / τετράωρα, όταν γευόμουν το εγώ /στη μοναξιά της γλώσσας» επικυριαρχεί ένα αίσθημα θριάμβου, έστω και πρόσκαιρου,  του ποιητικού υποκειμένου μετά τη μάχη του με το πολυόμματο τέρας της ματαιότητας.

Γιώργος Βέης