Εκτύπωση του άρθρου

  Γράφει ο Βαγγέλης Δημητριάδης

© Poeticanet 

 

 

 

 

Κωνσταντίνος Νικολάου, Ο ταλαντούχος Νέρωνας, Σμίλη, Αθήνα 2024

 

 

Λαμβάνοντας υπόψη τις δύο αρκτικές αφιερώσεις της δεύτερης συλλογής του Κωνσταντίνου Νικολάου, που απευθύνονται στο μέλλον και στην ελπίδα –στους  γιους του ποιητή– διακρίνεται εξαρχής ένας βασικός άξονας της ποιητικής της. Η τρίτη αφιέρωση, στην υπερ-αίσθηση, την έκτη αίσθηση της ενόρασης που συλλαμβάνει ό,τι διαφεύγει από το βιολογικό σύστημα των αισθήσεων και τη λογική («I see dead people»), λειτουργεί ως κλειδί ανάγνωσης της συλλογής. Υπό αυτό το πρίσμα, ο κατ’ ευφημισμόν χαρισματικός Νέρωνας αναδεικνύεται ως ένα δύσμορφο ον, προϊόν μιας αποτυχημένης απόπειρας ανα-δημιουργίας ζωής – άρα και τέχνης.

Πρόκειται για μια ζωή της οποίας ο τελικός απολογισμός φαίνεται να στηρίζεται στην απόλυτη κυριαρχία του χρόνου· ενός χρόνου, ωστόσο, που αποκαθηλώνεται από μια δευτερεύουσα, παρείσακτη ίσως, βεβαιότητα[1]: «Όταν περιμένεις αυτούς που περιμένουν,/ πιστεύεις λανθασμένα/ πως η προτεραιότητα είναι προτέρημα». Ο χρόνος, άλλωστε, στη συλλογή δεν ανέχεται την κατασπατάλησή του: «Ο χρόνος δεν αντέχει να χαραμίζεται πάνω σε λαδόκολες./ Διαμαρτύρεται όταν τρυπιέται με φτηνά πιρούνια./ Όταν στο μωσαϊκό χύνεται αδέξια, σ’ εκδικείται».

Η επιλογή του επιθετικού προσδιορισμού «ταλαντούχος» για τον αμφιλεγόμενο από την Ιστορία Ρωμαίο αυτοκράτορα αντικατοπτρίζει τον ειρωνικό τρόπο με τον οποίο το ποιητικό υποκείμενο διασχίζει την ποιητική ατραπό και σχολιάζει την έφεση του Νέρωνα –στη συγκεκριμένη περίπτωση στοχευμένα απορριπτική– στις καλές τέχνες και το θέατρο: «Κάλλιο να ’μαι στιχοπλόκου η τελεία/ παρά ποιητή δαφνοστεφούς η οξεία.» (σ. 23).

Η συνολική παράθεση των χαρακτηριστικών του φιλόδοξου άνακτα δεν είναι ασφαλώς θετική. Οι αδυναμίες και οι ανίερες –έως και εγκληματικές, όπως η μητροκτονία– πράξεις του συγκροτούν ένα απωθητικό προφίλ. Η ικανότητά του στην απαγγελία και στην αναγνώριση έργων, δικών του και άλλων ποιητών, όχι μόνο δεν αντισταθμίζει την εικόνα αυτή, αλλά την οδηγεί συχνά στη γελοιοποίηση. Γι’ αυτό και, λίγο πριν από το σισύφειο τέλος της συλλογής, το αμφισβητούμενο «ταλέντο» του διακωμωδείται με υφέρπουσα σκωπτικότητα:

«Διαβάζει ποιήματα ανελλιπώς.
Γράφει ποιήματα δικά του.
Σαν μεγαλώσει θα γίνει κιθαρωδός.
Σε κατάμεστα θέατρα ν’ απαγγέλλει ωδές
– το μεγαλύτερο όνειρό του.
Θα τα καταφέρει.
Οι δυο παιδαγωγοί του,
ένας χορευτής κι ένας κουρέας,
τον βεβαιώνουν.
Εύχεται μόνο
να ζει η μητέρα του.
Με φόντο τη φωταγωγημένη Ρώμη
θα χαλάσει κόσμο,
κι εκείνη δεν μπορεί να λείπει». (σ. 61)

Με αφορμή αυτή την αντιφατική προσωπικότητα, ο Νικολάου, πέρα από τη λογοτεχνική σκέψη[2] που διατρέχει τα ποιήματά του (βλ. ποίημα τέλους), θέτει σε αμφισβήτηση και θεμελιώδεις παραδοχές της ποιητικής τέχνης. Οι υπερρεαλιστές απωθούνται από την ποιητική κοινότητα, θεωρούνται «σελίδες λευκές, φαντάσματα». Τα παρείσακτα ποιητικά στερεότυπα εξοβελίζονται, μαζί με τους δημιουργούς τους. Το ποιητικό υποκείμενο, αδυνατώντας να κινηθεί εντός των ορίων της ποίησης και να τη χρησιμοποιήσει ως ψυχολυτικό για μια στοιχειωδώς ισορροπημένη επιβίωση –ώστε να μην καταλήξει στην αυτοχειρία, όπως ο Τζιμ Μόρισον– καταφεύγει στον σαρκικό έρωτα: «δεν χρειάζομαι λεξικό/ για να μιλήσω στ’ ανοιχτά σου πόδια».

Γενικεύοντας την περίπτωση του «ταλαντούχου Νέρωνα», διακρίνουμε μια έντονη διακειμενική σύζευξη της ευμετάβλητης εποχής μας –και των ανθρώπων της, που τείνουν να καταντήσουν μηχανικές συσκευές– με το πολιτισμικά ευτελές αυτοκρατορικό περιβάλλον της «αιώνιας πόλης» στα χρόνια του Καλιγούλα και των επιγόνων του. Εδώ επιβεβαιώνεται το ρητό του Μάρκου Αυρήλιου: «Τα πάντα στις ημέρες μας είναι όπως ήταν στην εποχή/ εκείνων που έχουμε θάψει εδώ και χρόνια». (σ. 57)

Εν συνεχεία, τα συμφραζόμενα των δύο πρώτων ενοτήτων της συλλογής, του «Απολογισμού» και των «Σημείων αναγνώρισης», οδηγούν οργανικά στην τρίτη ενότητα, «Παριστάνοντας τους ζωντανούς», που περιλαμβάνει δεκαοκτώ ποιήματα και όπου κυριαρχεί το ανθρωποκεντρικό στοιχείο. Εκεί συμπληρώνεται η γενεαλογία και οι ίντριγκες που οδήγησαν τη μητέρα του Νέρωνα, Αγριππίνα, στον θρόνο της αυτοκρατορίας, αλλά και ολοκληρώνεται ο μείζων στόχος της συλλογής: η διακειμενική σύνδεση των γκρίζων εποχών της Ιστορίας, του τότε με το σήμερα.

Ένα κλίμα απόρριψης και έκπτωσης, μη ευνοϊκό για ευδαιμονία και ήρεμη διαβίωση, διαχέεται στην ατμόσφαιρα. Άνθρωποι συντετριμμένοι, με κατεστραμμένες ζωές, εγκλωβίζονται σε στενωπούς προσωρινής ή μόνιμης δοκιμασίας, συχνά προκλητικά αδιάφοροι στις ψυχοσωματικές ταλαιπωρίες των διπλανών τους. Άλλοι, στο περιθώριο της επικαιρότητας και των γεγονότων, αναπολούν πεπραγμένα και τα αποτιμούν με έκπληξη, ως φρούδες προσπάθειες αναζήτησης κάποιας δυσπρόσιτης ουτοπίας. Σαν πράξεις άσκοπες, που δεν επηρέασαν ουσιαστικά την εξέλιξη των ζωών τους, αναδιατυπώνουν επιβεβαιωτικά τους στίχους του Γιώργου Σεφέρη: «…τόσος πόνος τόση ζωή/ πήγαν στην άβυσσο/ για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη».

Τα λαμπρά πανηγύρια των παιδικών γενεθλίων τελειώνουν άδοξα με τον κρότο των σκασμένων μπαλονιών στον αέρα, όπως συχνά και οι επιδιώξεις των χρόνων της νεότητας. Ο θάνατος, άλλωστε, «δεν απαιτεί ένα νεκρό σώμα/ μια τελετουργία»· δεν είναι μια πράξη με την οποία μπορεί κανείς να συμβιβαστεί. Παραμένει μια ακατανόητη, ανισοδύναμη αντίθεση ακόμη και των πιο ανιαρών στιγμών του βίου, καθώς δεν επιτρέπει «ζωντανές συνδέσεις»: το υπάρχω και το μη υπάρχω παραμένουν απολύτως ασύμβατα.

Το ποίημα που παρατίθεται καταληκτικά, «Απολογισμός ή όλοι κερδισμένοι», είναι ενδεικτικό της αισθητικής επάρκειας και της νοηματικής διαύγειας που διατρέχουν το σύνολο της συλλογής Ο ταλαντούχος Νέρωνας. Η ποίηση του Νικολάου στοχεύει στην έκπληξη και στην ανάδειξη του επουσιώδους, μέσα σε ένα ρεαλιστικό πλαίσιο με υπόγεια μαγεία:

Μερικές φορές,
για όσα δεν έκανα αναρωτιέμαι –

Μήπως είναι λάθος
να ντρέπομαι
σαν του παππού το παλιό περίστροφο
που τελικά δεν σκότωσε κανέναν;
Αφού ο στόχος επετεύχθη.
Το υποψήφιο θύμα πέθανε από φυσικά αίτια.
Ο χρόνος έμεινε ατιμώρητος
γιατί, πολύ απλά, έκανε τη δουλειά του.

Όλοι βγήκαν κερδισμένοι από αυτή την ιστορία.
Ακόμα και οι σφαίρες
Άθικτες
μπορούν να ονειρεύονται εξωτικούς προορισμούς.

 

[1] Στο βασικό λεξιλόγιο των ποιημάτων δεσπόζουσα θέση κατέχει η λ. βέβαιος με τα παράγωγά της. Ιδού εννιά περιπτώσεις: βεβαιοτήτων (σ. 11), βεβαιότητα (σ. 16, 18, 19, 28, 49), βέβαιοι (σ. 32), βέβαιος, (σ. 49), βεβαιώνουν (σ. 61). Ενδεχομένως ο ποιητής να θεωρεί ότι με αυτό τον τρόπο εξασφαλίζει στα συγκεκριμένα ποιήματά του ασφαλή θεμέλια, ή ότι οι ποιητικές του επιλογές θωρακίζονται περαιτέρω, ή ότι συνδέει με τη λέξη βεβαιότητα την πραγματικότητα, το προφανές. Ή…

[1] Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες, Η μετάφραση του κόσμου Οι διαλέξεις στην Οξφόρδη, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, Ίκαρος 2024, σ. 102.

[2] Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες, Η μετάφραση του κόσμου Οι διαλέξεις στην Οξφόρδη, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, Ίκαρος 2024, σ. 102.


Ημ/νία δημοσίευσης: 24 Απριλίου 2026