Εκτύπωση του άρθρου


 

«...ψυχή των λέξεων που /
Και χρωματίζει και διαλύει τα πάντα
Τα θερινά βράδυα που νύχτα πια δεν υπάρχει».

                       Υβ Μπονφουά, Η μακρυνή φωνή *

 

Η λέξη. Το ες αεί αντικείμενο του πόθου της παραμένει, ως γνωστόν, σταθερά ένα και το αυτό: το πράγμα. Το πρόσωπο συμμετέχει εκόν άκον. Δεσμεύεται μάλιστα εκ των προτέρων να αποδεχτεί την απόλυτη επικυριαρχία της λέξης στο ον. Εκ γενετής, άλλωστε, καθίσταται όμηρος των λέξεων. Όπως, μεταξύ άλλων, η μις Σαέκι, η οποία πρωταγωνιστεί στο μυθιστόρημα του Χαρούκι Μουρακάμι Ο Κάφκα στην ακτή: «Νομίζω πως βρήκε τις κατάλληλες λέξεις, προσπερνώντας διαδικασίες όπως νόημα και λογική. Συνέλαβε τις λέξεις μέσα σ΄ ένα όνειρο, σαν να έπιανε με μεγάλη λεπτότητα και προσοχή τις φτερούγες μιας πεταλούδας την ώρα που φτεροκοπάει».** Η λέξη παρασύρει ανενδοίαστα, σαρωτικά δηλαδή. Η οριακή επιθυμία της ενσάρκωσής της εντέλει δεν ικανοποιείται. Ο αγώνας της ολοκληρώνεται μέσα από μια σειρά συμβάσεων. Ό, τι αποτυπώνεται, διασώζει ολίγιστα. Ίχνη μόλις. Κι αυτά, μάλιστα,εκ προοιμίου.

Ας επισκεφτώ εδώ το σπίτι του Γιάννη Ρίτσου. Εννοώ το Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα, όπου η εξομολόγηση του μάστορα: «Λίγο λίγο τα ονόματα δεν εφαρμόζουν πάνω στα πράγματα». Πάντως την κατάσταση τη διασώζει την τελευταία στιγμή ο επαρκής, ο κατάλληλος για την περίσταση υπαινιγμός.  Το δε σημείο επιταχύνει εξ ίσου τους έρωτες: η λέξη σφυρηλατεί δεσμούς σχεδόν ακατάλυτους. Η σφοδρότητά της ενίοτε κομματιάζει το πράγμα. Τα συντρίμμια του συνιστούν τους πολικούς αστέρες της ποιητικής γραφής.

 Την απουσία της αλήθειας, της ακριβολογίας δηλαδή περί την ταυτότητα του πράγματος, την αναπληρώνει ένα κλείσιμο του ματιού του πομποδέκτη των μηνυμάτων στο Νόημα. Ή όπως ακριβώς τονίζεται στην πλατωνική Ζ΄ Επιστολή: «Ενί δη εκ τούτων γιγνώσκειν λόγω, όταν ίδη τίς του συγγράμματα γεγραμμένα [. . . ] ως ουκ ην τούτω ταύτα σπουδαιότατα, είπερ εστ΄ αυτός σπουδαίος, κείται δε που εν χώρα τη καλλίστη τούτου». Δηλαδή: «Κοντολογίς, λαμβάνοντας  υπόψιν τα όσα είπαμε, όταν κανείς αντικρίσει τα βιβλία του, οφείλει [. . . ] να ξέρει ότι, όσα παραθέτει εκεί, δεν ήταν γι΄ αυτόν τα αξιότερα, αν βέβαια ο ίδιος είναι άξιος, αντίθετα, εκείνα φυλάσσονται στο καλύτερο μέρος του εαυτού του». Εκεί δηλαδή που δεν χωράει να περάσει η παραμικρή λέξη. Εκεί όπου η επιθυμία επαναπροσδιορίζει την πολιτική της και επιφυλάσσεται να δοκιμάσει νέες μεθόδους για την ακαριαία, την απόλυτη ικανοποίησή της. Θυμάται καλά, έχοντας αποστηθίσει το Φωτόδεντρο του Οδυσσέα Ελύτη, ότι «Μ' ένα τίποτα έζησα / Μονάχα οι λέξεις δεν μου αρκούσανε».

 Ο Ζακ Λακάν υπογράμμισε ότι οι λέξεις είναι εν τέλει ο φόνος του πράγματος. Η επιθυμία εκφυλίζεται έτσι σε εξουδετέρωση του αντικειμένου. Προκειμένου να φτάσει και να αποδώσει με την αναγκαία και ικανή εκείνη πληρότητα των αρμοδίων εκφραστικών μέσων την πραγματικότητα ή έστω την υπερ – πραγματικότητα του αντικειμένου, η ποιητική γραφή αναλαμβάνει το πρόσθετο βάρος να υπερνικήσει τα εμπόδια, τα οποία, όπως προαναφέρεται, θέτει εξ αρχής η λέξη. Δεν συμμαχεί με το δήθεν αυτονόητο. Απλώς το υπερβαίνει. Εξ ου και ο περιώνυμος αφορισμός του Γερμανού ποιητή: «αυτόν που είναι σε θέση να βάλει το αίσθημά του σε ένα αντικείμενο", έγραφε ο Σίλερ στον Γκαίτε το 1801 "έτσι ώστε το αντικείμενο να με αναγκάσει να νιώσω αυτό το αίσθημα...τον αποκαλώ ποιητή, δημιουργό». Η επιθυμία εδώ ανακεφαλαιώνει το ήθος της προσέγγισης.

Γιώργος Βέης
____________________________

*Υβ Μπονφουά, Ποιήματα, εισαγωγή-μετάφραση: Μάρκος Καλεώδης, επίμετρο; Χρήστος Μαρσέλλος, εκδόσεις Περισπωμένη, 2014

** Μετάφραση: Αργυρώ Μαντόγλου, εκδόσεις Ψυχογιός, 2015

© Poeticanet  τα περιεχόμενα του poeticanet προστατεύονται από copyright

Εκτύπωση του άρθρου