Εκτύπωση του άρθρου

 

LIVIU IOAN STOICIU

Μετάφραση:  Άντζελα Μπράτσου

© Poeticanet 

 

 

Liviu Ioan Stoiciu debuteză editorial cu ciclurile de versuri Balans şi Cantonul 248 în Caietul debutanţilor din 1977 și 1978, ambele apărute la editura Albatros. La 30 de ani, în 1980, îi apare volumul de debut La fanion, pentru care este premiat 
de către Uniunea Scriitorilor din România. Opozant și contestatar recunoscut al regimului dictatorial, este numit, din 22 decembrie 1989 şi până la 5 martie 1990 – când se retrage – în fruntea judeţului Vrancea, devenind și membru al Parlamentului Provizoriu. În ianuarie 1990 a fondat la Focşani revista literară „Revista V”. Din 5 martie 1990 devine redactor-șef al noului săptămânal literar „Contrapunct”. În 1991 demisionează și devine redactor principal al revistei 
„Viaţa Românească”. Din 1991 până în noiembrie 2004 este şi redactor-colaborator permanent, publicist-comentator şi consilier, la ziarul „Cotidianul”. Susţine numeroase rubrici originale în presa scrisă, publică eseuri şi texte de frontieră, dramaturgie, publicistică, pe lângă poezie şi proză. Tradus în engleză, franceză, germană, spaniolă, sârbă, chineză, ucraineana, maghiară, apărut în cărţi de poezie şi în reviste din străinătate.
A primit premii în cadrul unor festivaluri internaţionale de poezie organizate la Cluj, Oradea, Deva, Iaşi, Bacău şi ale unor reviste literare, pentru poezie precum: Observator cultural, Poesis, Cuvântul, Ateneu, Antares, Argeş. Cu ocazia primei ediții a Congresului Național de Poezie, desfășurată în 2004 la Botoșani, i-a fost decerbat marele premiu. Redactor la Revista Viața Românească. 
Ο Liviu Ioan Stoiciu ξεκίνησε την ποιητική γραφή του με τους ποιητικούς κύκλους Balans/ Αιώρηση και Cantonul 248/Το καντόνι 248 στο περιοδικό Caietul debutanţilor/Σημειωματάριο των Πρωτοεμφανιζόμενων του 1977 και του 1978, που εκδόθηκαν και οι δύο στον εκδοτικό οίκο Albatros. Σε ηλικία 30 ετών, το 1980, εξέδωσε την πρώτη του ανθολογία La fanion/ Η σημαία, για την οποία 
βραβεύτηκε από την Ένωση Συγγραφέων της Ρουμανίας. 

 

O Liviu Ioan Stoiciu, διάσημος αμφισβητίας του δικτατορικού καθεστώτος, διορίστηκε, από τις 22 Δεκεμβρίου 1989 έως τις 5 Μαρτίου 1990 - οπότε και 
συνταξιοδοτήθηκε - ως επικεφαλής της κομητείας Vrancea, ενώ έγινε και μέλος της Προσωρινής Ρουμανικής Βουλής. 

Τον Ιανουάριο του 1990 ίδρυσε στην πόλη Focşani το λογοτεχνικό περιοδικό «Revista V». Από τις 5 Μαρτίου 1990 έγινε αρχισυντάκτης της νέας λογοτεχνικής εβδομαδιαίας εφημερίδας «Contrapunct». Το 1991 παραιτήθηκε και έγινε ο κύριος συντάκτης του περιοδικού «Viaţa Românească». Από το 1991 έως τον Νοέμβριο του 2004 ήταν επίσης μόνιμος συντάκτης-συνεργάτης, δημοσιογράφος-σχολιαστής και σύμβουλος στην εφημερίδα «Cotidianul».

Διευθύνει πολλές πρωτότυπες στήλες στον γραπτό τύπο, δημοσιεύει δοκίμια και «κείμενα συνόρων» [σύνορα μεταξύ διαφορετικών «ειδών» γραφής] (κείμενα απομνημονευμάτων, ημερολόγιο, αλληλογραφία / επιστολικό κείμενο, εξομολογήσεις, αναμνήσεις, κ.α.), θέατρο, δημοσιογραφία, αλλά και ποίηση και πεζογραφία. Μεταφρασμένος στα Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ισπανικά, Σερβικά, Κινέζικα, Ουκρανικά, Ουγγρικά, παρουσιάστηκε σε ποιητικά βιβλία και περιοδικά του εξωτερικού.

Έλαβε βραβεία σε διεθνή φεστιβάλ ποίησης που διοργανώθηκαν στο Cluj, Oradea, Deva, Iaşi, Bacău και σε λογοτεχνικά περιοδικά για ποίηση όπως τα: Observator Culture, Poesis, Cuvântul, Ateneu, Antares, Argeş. Με την ευκαιρία της πρώτης έκδοσης του Εθνικού Συνεδρίου Ποίησης, που πραγματοποιήθηκε το 2004 στο Μποτοσάνι, του απονεμήθηκε το μεγάλο βραβείο. Είναι συντάκτης στο περιοδικό Viața Românească. 

 


La o nouă despărțire

Apăsătoare singurătate. Uitătură când și
când, înlăuntru și înafară, nimic din ce ar putea
să-mi țină de urât. Poate că lumina
dinafară nu ajunge să-mi arate adevărul. Dar lumina
dinlăuntru? Peste tot – numai eu. Sau eu
nu sunt nicăieri, de fapt? Oricum, nu contez. Rămân
ascuns. Tânjesc după ce nu am acumulat
în suflet și ce ar putea să-mi consume altfel timpul.
Că mă pierd în nimicuri. Mi-ar plăcea să
mut lumea din loc, sau măcar să-mi fiu mie însumi
sprijin. Nu reușesc decât să mă subminez
singur, să mă duc la fund, nu să
mă înalț: încetul cu încetul, sunt convins, îmi
voi pierde firea. Pe zi ce trece nu mă mai țin minte,
prefer întunericul, dedesubturile lui. Pun
pariu că și amestecul chimic din mine e de vină, el
mă duce în ispită, aș putea
să nu mă mai alimentez, să intru în greva foamei şi a
setei – bun, să intru, și ce rezolv? Ce
aș redescoperi? Aș ajunge astfel mai aproape de mine
însumi sau m-aș îndepărta? Sau ar
ieși la iveală izvorul unor traiectorii nervoase din
pământ, după ce voi da colțul? Mă
văd trecând iar cu o bicicletă prin fața mea, în prima
tinerețe, tulburat, îmi fac semn și
mă opresc: salut, Vale-Deal! Salut? Ce mai e și asta?
O nouă despărțire? Liniștește-te, nu e decât
o reacție în lanț a unor lungimi de undă din univers. 

 

Σε ένα νέο χωρισμό

 

Καταπιεστική μοναξιά. Κοίταγμα πότε πότε
, μέσα και έξω, τίποτα που θα μπορούσε
να μου κάνει παρέα. Ίσως το φως
απ’ έξω δεν είναι αρκετό να μου δείξει την αλήθεια.
Αλλά το φως μέσα μου; Παντού – μόνο εγώ. Ή εγώ
δεν είμαι πουθενά, πραγματικά; Τέλος πάντων, δεν με λογαριάζουν. 
Παραμένω κρυμμένος. Λαχταρώ ό,τι δεν μάζεψα
στην ψυχή μου και ό,τι άλλο θα μπορούσε να μου καταναλώσει διαφορετικά τον χρόνο.
Xάνω τον εαυτό μου στο τίποτα. θα ήθελα να
κουνώ τον κόσμο από την θέση του, ή τουλάχιστον να είμαι ο ίδιος
υποστήριξη του εαυτού μου. Το μόνο που καταφέρνω είναι να υπονομεύω
μόνος μου τον εαυτό, να πηγαίνω στον πάτο, όχι να
υψώνομαι: σιγά σιγά, πείθομαι, πως θα χάσω την ψυχραιμία μου. 
Μέρα με τη μέρα τον εαυτό μου δεν θυμάμαι πια,
προτιμώ το σκοτάδι, τα υπόγειά του. Βάζω
στοίχημα ότι και το χημικό μείγμα μέσα μου φταίει, αυτό
με δελεάζει, θα μπορούσα
να σταματήσω να τρέφομαι, να κάνω απεργία πείνας και
δίψας - καλά, να κάνω, και τι λύνω με αυτό; Τι
θα ξαναέβρισκα; Θα ερχόμουν έτσι πιο κοντά στον ίδιο τον εαυτό μου
ή θα απομακρυνόμουν; Ή θα
φανερωνόταν η πηγή ορισμένων νευρικών τροχιών μέσα
στο χώμα, αφού χαιρετάω το πλάτανο; Με
βλέπω να περνάω πάλι από μπροστά μου με ένα ποδήλατο, στην πρώτη
νιότη μου, ταραγμένος, γνέφω στον εαυτό μου και
σταματάω: γεια σου, Λαγκάδι -Λόφο! Γειά σου; Τι είναι πάλι τούτο;
Άλλος χωρισμός; Ηρέμησε, είναι μόνο
μια αλυσιδωτή αντίδραση μηκών κύματος στο σύμπαν. 

 

Praf

 

Tu ai praf? Își plimbă degetul prin praful lui, îl duce
la gură, dă din cap – îl recunoaște, scoate
banii. Pleacă. Se întoarce, mai cumpără o porție. Marfă! E
un praf din strămoși. Lasă-ne, nene, cu
teoria. Praful e de la măcinat... Oftează. Azi i-a trecut
iar prin cap zăpăcita aia care l-a nenorocit,
are încă putere, o iubește, l-a folosit, l-a lăsat fără vlagă,
îi vine să cadă de pe picioare de câte ori îi
reapare, ca idee – ia, însă, un pic din praful ăsta alb și
se calmează. Ieri,
habar nu are cum, că nu se mai conduce singur, a
ajuns la o mănăstire – cu gașca. S-a
trezit la un călugăr cu ochii albaștri, căruia-i cerea să-l
scape de nebunie, de iubire, de aia, de aia,
să-i scoată duhul, răul din el, nu mai știa ce, dar călugărul
l-a repezit: dom`le, eu nu stau de vorbă cu
tine pentru că ai cercel în ureche. Scurt! Era dreptul
său să-l refuze, nu? S-a supărat, s-a ascuns
și a mirosit iar din praful lui.
Auzea continuu un murmur de voci care seamănă cu cel al
unui oraș îndepărtat... Întors din drum,
s-a urcat într-un tramvai, ceva decolorat, și a coborât
la capăt. 


Σκόνη


Έχεις σκόνη; Περνάει το δάχτυλο στη σκόνη του, το πάει
στο στόμα, γνέφει – την αναγνωρίζει, βγάζει
τα χρήματα. Φεύγει. Γυρίζει πίσω, αγοράζει άλλη μια μερίδα. Φίνα! Είναι
μια πρέζα προγόνων. Άσε μας, θείε, με την θεωρία.
 σκόνη είναι από το άλεσμα... Αναστενάζει. Σήμερα του ήρθε
και πάλι στη μνήμη η θολωμένη εκείνη που τον έκανε μίζερο,
έχει ακόμα δύναμη, την αγαπάει, τον χρησιμοποίησε, τον αποστράγγισε,
έτοιμος να πέσει από τα πόδια του όσες φορές του
επανεμφανίζεται, ως ιδέα – αλλά παίρνει λίγη από αυτή τη λευκή σκόνη και
ηρεμεί. Εχθές, δεν έχει ιδέα πώς, γιατί δεν είναι οδηγός του εαυτού του πια,
έφτασε σ’ ένα μοναστήρι - με τη συμμορία του.
Βρέθηκε σ’ έναν μοναχό με μπλε μάτια, και του ζητούσε να
τον γλιτώσει από την τρέλα, από τον έρωτα, από αυτό, από εκείνο,
να του βγάλει την ψυχή, το κακό μέσα του, δεν ήξερε και τι άλλο, αλλά ο
καλόγερος τον μάλωσε: κύριε, εγώ δεν μιλάω με
σένα γιατί φοράς σκουλαρίκι στ’ αυτί σου. Κοφτά! Ήταν το δικαίωμά του
να του πει όχι, σωστά; Θύμωσε, κρύφτηκε
και ρούφηξε ξανά τη σκόνη του.
Άκουγε συνέχεια ένα μουρμουρητό φωνών που έμοιαζαν με αυτό
μιας μακρινής πόλης... Γυρίζοντας από το δρόμο,
ανέβηκε σ’ ένα τραμ, κάτι ξεθωριασμένο, και κατέβηκε
στο τέρμα. 


Nimănui nu-i pasă

 

îmi întârzii pe aici răsuflarea, nu ştiu de unde am
venit, nici pentru ce: probabil, sunt
numai un martor al acestor vremuri. Sunt atent la
ce mi se întâmplă, pot să mă
mărturisesc: dar nu văd în profunzime şi nu cred că
merită risipa făcută cu mine, fiindcă nu
reţin nimic deosebit, am o memorie pe care nu poţi
să pui bază. Experimentul cu prezenţa
mea, din anul 1950 până azi, pe pământul României,
a eşuat, nu înţeleg rostul
continuării lui. Am ajuns demult într-un unghi mort,
în care nu mai găsesc răspuns nici la
întrebări simple. Degeaba încerc să-mi distrag
atenţia, să plec de acasă sau să mă
ascund în mine
însumi: peste tot, secundă de secundă, mă urmăreşte
subconştientul, el are legătură directă
cu sursa de energie
universală. Mi-am pierdut singur urma… Am
lăsat uşile să se trântească în
spatele meu, intrat în cine mai ştie ce fierbinţeală
şi euforie. Am lăsat scris că trebuie
să fiu căutat în altă parte, pus la încercare, în caz
că uit de mine – şi? Nimănui nu-i pasă. 

 

Κανείς δεν νοιάζεται


καθυστερώ την αναπνοή μου εδώ, δεν ξέρω από πού
ήρθα, ούτε γιατί: μάλλον, είμαι
μόνο μάρτυρας αυτών των καιρών. Προσέχω
τι μου συμβαίνει, μπορώ να
ομολογώ: αλλά δεν βλέπω βαθιά και δεν πιστεύω
ότι αξίζει η σπατάλη που έγινε με μένα, γιατί δεν
θυμάμαι κάτι ιδιαίτερο, έχω μια μνήμη που δεν μπορείς
επάνω της να βασιστείς. Το πείραμα με την παρουσία
μου, από το 1950 έως σήμερα, σε ρουμανικό έδαφος,
απέτυχε, δεν καταλαβαίνω το νόημα
της συνέχισής του. Πριν από καιρό έφτασα σε αδιέξοδο,
στο οποίο έπαψα να βρίσκω απαντήσεις ούτε σε
απλές ερωτήσεις. Μάταια προσπαθώ να αποσπάσω
την προσοχή μου, να φύγω από το σπίτι ή να
κρυφτώ μέσα στον
εαυτό μου: παντού κάθε δευτερόλεπτο με ακολουθεί
το υποσυνείδητο, σχετίζεται άμεσα
με την παγκόσμια πηγή
ενέργειας. Έχασα μόνος μου τα ίχνη μου... Έχω
αφήσει τις πόρτες να χτυπήσουν πίσω
μου, κυριευμένος από ποιος ξέρει τι φούντωμα
και ευφορία. Άφησα γραμμένο ότι έπρεπε
να με αναζητήσουν αλλού, να με βάλουν σε δοκιμασία, σε περίπτωση
που ξεχάσω τον εαυτό μου – και; Κανείς δεν νοιάζεται.


Ημ/νία δημοσίευσης: 6 Νοεμβρίου 2025