Εκτύπωση του άρθρου

Louise Bogan (1897-1970)
 

           

                                                                                           

                   Επιμέλεια  Λιάνα Σακελλίου

 

Η Louise Marie Bogan (1897 Livermore Falls, Maine-1970 New York) φοίτησε για ένα χρόνο στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης. Απέκτησε μια κόρη με τον Curt Alexander, υποδεκανέα στον αμερικανικό στρατό το 1916 και χήρεψε το 1920. Με την κόρη της πήγε στη Νέα Υόρκη, όπου συνάντησε τους συγγραφείς William Carlos Williams, Marianne Moore, Malcolm Cowley και Edmund Wilson, και παντρεύτηκε τον  ποιητή Raymond Holden το 1925. Χώρισαν το 1937. Έπασχε από κατάθλιψη και μπήκε σε ψυχιατρική κλινική το 1931 και το 1933.

Τα ποιήματά της εκδόθηκαν στα περιοδικά New Republic, Nation, Poetry: A Magazine of Verse, Scribner's και Atlantic Monthly. Έκανε βιβλιοκρισίες  ποιητικών συλλογών για 38 χρόνια στον  New Yorker και ήταν σύμβουλος ποίησης στη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου για δύο χρόνια. Έγραψε  βιβλία κριτικής και 3 ποιητικές συλλογές: Σώμα αυτού του θανάτου (Body of This Death, 1923), Σκοτεινό καλοκαίρι (Dark Summer, 1929) και Η κοιμώμενη Ερινύα (The Sleeping Fury, 1937). Έγινε γνωστή για τη συλλογή Οι γαλανές εκβολές: Ποιήματα 1923-1968 (The Blue Estuaries: Poems 1923-1968), όπου αναφέρεται στη ζωή της ως ποιήτρια. Το 1955 τιμήθηκε με τα βραβεία Bollingen στην ποίηση και της Ακαδημίας Αμερικανών Ποιητών το 1959. Μετέφρασε έργα των Ernst Jünger, Goethe, και Jules Renard.***************


Επιλεγμένη κριτικογραφία για την Louise Marie Bogan

Bowles, G. Louise Bogan's Aesthetic of Limitation. Bloomington: Indiana University Press, 1987.

Colasurdo, C. “The Dramatic Ambivalence of Self in the Poetry of Louise Bogan”, Tulsa Studies in Women's Literature (Fall 1994): 339-361.

Collins, M. (επιμ.). Critical Essays on Louise Bogan Boston: Hall, 1984.

Couchman, J. “Louise Bogan: A Bibliography of Primary and Secondary Materials, 1915-1975”, Part I and II in Bulletin of Bibliography 33(2) (Feb.-Mar. 1976): 73-77, 104, and 33(3) (Apr.-June 1976): 111-126, 147.

Dodd, E. The Veiled Mirror and the Woman Poet: H.D., Louise Bogan, Elizabeth Bishop, and Louise Gluck, Columbia: University of Missouri Press, 1992.

Frank, E. Louise Bogan: A Portrait. New York: Alfred A. Knopf, 1985.

Kerrigan, W. “Louise Bogan: Marvell of Her Day”, Raritan: A Quarterly Review 18(2) (Fall 1998): 63(18).

Kinzie M. (ed.) A Poet's Prose: Selected Writings of Louise Bogan, Ohio: Swallow Press, 2005.

Knox, C. E. Louise Bogan: A Reference Source. Metuchen, N.J.: The Scarecrow Press Inc., 1990.

Limmer, R. (επιμ.) Journey Around My Room: The Autobiography of Louise Bogan: A Mosaic, New York: Viking Press, 1980.

Limmer, R. (επιμ.) What the Woman Lived: Selected Letters of Louise Bogan, 1920–1970 New York: Harcourt Brace Jovanovich, 1973.

Moore, P. “Symbol, Mask, and Meter in the Poetry of Louise Bogan”. Women and Literature 1 (1980): 67-80.

Muller, J. The Light and the Wisdom of the Dark: Aging and the Language of Desire in the Texts of Louise Bogan. Memory and Desire: Aging - Literature - Psychoanalysis. Eds. Kathleen Woodward and Murray M. Schwartz. Bloomington: Indiana University Press, 1986: 76-96.

Peterson, D. L. "The Poetry of Louise Bogan." Southern Review 19(1) (Winter 1983): 73-87.

Phelps R. and Limmer R. (ed.) A Poet's Alphabet; reflections on the literary art and vocation, New York: McGraw-Hill, 1970.

Ridgeway, J. "The Necessity of Form to the Poetry of Louise Bogan" Women's Studies 5 (1977): 137-149.

Ridgeway, J. Louise Bogan, Boston: Twayne, 1984.

Roethke, T. 1961. "The Poetry of Louise Bogan." Critical Essays on Louise Bogan, επιμ. Martha Collins. Boston: G.K. Hall & Co., 1984, pp. 87-96. [Α’ Εκδ. 1961]

Smith, W. J. Louise Bogan: A Woman's Words, Library of Congress Washington DC (1971).

Swafford, R. A., and Paul R. "The Influence of Sara Teasdale on Louise Bogan" CEA Critic 41(4) (1979): 7-12.

Upton, L. Obsession and Release: Rereading the Poetry of Louise Bogan, Bucknell University Press (August 1996).

Weston M. and Bogan L. Our 30 Year Old Friendship and Legacy: Letters from Louise Bogan, Eastern Washington University Press, 1998.

 

Ποιήματα

Μετάφραση: Helga Malshi
Επιμέλεια: Λιάνα Σακελίου

 

Κασσάνδρα
 
Μια ανόητη δουλειά δεν είναι τίποτα για μένα.  
Τα ύπουλα κόλπα της λαγνείας και της περιφάνειας κατέχω.
Αυτή η σάρκα δεν θα γίνει ποτέ παιδιού η μάνα,—
Τραγούδι, που σκίζει το στήθος μου, τα πλευρά μου, σαν φτερό,
Κι η τρέλλα διαλέγει τη φωνή μου ξανά,
Ξανά. Είμαι αυτή που δεν τη σώζει κανείς, η εκλεκτή:
Ο ουρανός ουρλιάζοντας πάνω απ' τους ανθρώπους σηκώθηκε ψηλά,
Και όχι εκεί που έχουν τους τάφους τους, μες τη βουβή τη γη.
 
 
Cassandra
 
To me, one silly task is like another.
I bare the shambling tricks of lust and pride.
This flesh will never give a child its mother,—
Song, like a wing, tears through my breast, my side,
And madness chooses out my voice again,
Again. I am the chosen no hand saves:
The shrieking heaven lifted over men,
Not the dumb earth, wherein they set their graves.
 
Μέδουσα
 
Έφθασα σπίτι, σ’ ένα σπήλαιο δέντρων,
Που  αντίκριζαν τον καθαρό ουρανό.
Τα πάντα κινούνταν, -ένα κουδούνι κρεμόταν έτοιμο να χτυπήσει,
Ήλιος και σκιές περιστρέφονταν.
 
Όταν αντίκρισα τα απύθμενα μάτια,
Τα μαλλιά της που σύριζαν,
Που κρέμονταν σ’ ένα παράθυρο, ορατά μέσω μιας πόρτας.
Τα ψυχρά απογυμνωμένα μάτια, τα φίδια στο μέτωπο
Που σχηματίζονταν στον αέρα.
 
Μια νεκρή εικόνα είναι αυτή για πάντα πια.
Τίποτα δεν θα τη ζωντανέψει ξανά.
Ούτε το τέλος δεν μπορεί να την φωτίσει όσο αυτό,
Ούτε η θολή βροχή.
 
Το νερό πάντα θα κυλάει, και δεν θα κυλά,
Και το αναποδογυρισμένο κουδούνι δεν θα αντηχεί.
Η χλόη θα φυτρώνει πάντα για το σανό
Βαθιά στο έδαφος.
 
Και θα στέκομαι εδώ σαν μια σκιά
Στη διάρκεια της υπέροχης ήρεμης μέρας,
Με τα μάτια καρφωμένα στην κίτρινη σκόνη, που σηκωνόταν
στον αέρα,
Και δεν διασκορπίζεται.
 
Medusa
 
I had come to the house, in a cave of trees,
Facing a sheer sky.
Everything moved, -a bell hung ready to strike,
Sun and reflection wheeled by.
 
When the bare eyes were  before me
And the hissing hair,
Held up at a window, seen through a door.
The stiff bald eyes, the serpents on the forehead
Formed in the air.
 
This is a dead scene forever now.
Nothing will ever stir.
The end never brighten it more than this,
Nor the rain blur.
 
The water will always fall, and will not fall,
And the tipped bell make no sound.
The grass will always be growing for hay
Deep on the ground.
 
And I shall stand here like a shadow
Under the great balanced day,
My eyes on the yellow dust, that was lifting in the wind,
And does not drift away.
 
Τα Κορακοειδή Πουλιά
 
Η γυναίκα που έχει γεράσει
Kαι γνωρίζει πως  το πάθος οφείλει να κατασταλάξει,
Όταν ξαναγαπήσει,
Ακούει το κρώξιμο κορακιών.
 
Είναι ώριμο κοτσάνι,
Αγριόχορτο που κανένα δρεπάνι δεν θερίζει.
Η χαρά της ζωής θα είναι για εκείνη
Το κρώξιμο κορακιών,
 
Όπως γλιστρούν στον αέρα με την ίδια φωνή
Πάνω από γόνιμες και άγονες σοδειές,
Την άνοιξη και όταν έρχεται χειμώνας 
παγερός –που καίγονται μες στα χωράφια.
 
The Crows
 
The woman who has grown old
And knows desire must die,
Yet turns to love again,
Hears the crows' cry.
 
She is a stem long hardened,
A weed that no scythe mows.
The heart's laughter will be to her
The crying of the crows,
 
Who slide in the air with the same voice
Over what yields not, and what yields,
Alike in spring, and when there is only bitter
Winter-burning in the fields.
 
© Poeticanet