Εκτύπωση του άρθρου

 Γράφει ο Χ. Λάνδρος

 

 

Λουκάς Τζόγιας, Αποσπάσματα καλών τρόπων, εκδ. Κύφαντα Αθήνα 2018

Από τον τίτλο και τα πρώτα ποιήματα της νέας του συλλογής ο Λουκάς Τζόγιας προβάλλει αφενός την ειρωνική και αυτοσαρκαστική του διάθεση αλλά και την τάση ανατροπής, παραβίασης των καλών τρόπων και της έκφρασης. Αγνοώντας ή και περιφρονώντας τους καλούς τρόπους και την ευπρέπεια των κοινωνικών συμβάσεων δεν αυτολογοκρίνεται ούτε διστάζει να χρησιμοποιήσει λέξεις ή εκφράσεις που πιστεύει ότι αποδίδουν καίρια και χωρίς ίχνος υποκρισίας αυτά που σκέπτεται. Στόχος του η ειλικρίνεια των αισθημάτων και κατ’ επέκταση η ειλικρίνεια των ποιημάτων. Μια πίκρα διατρέχει τα ποιήματα είτε αναφέρονται στην αγάπη, τον έρωτα τη γυναίκα ή τους ποιητές και τα ποιήματα. Η αγάπη «ντοπαρισμένη» όπως συμβαίνει στους αθλητές αλλά με άλλες εννοείται ουσίες βελτιωτικές, με τη στέρηση και τη νηστεία για να αποκτηθούν τα απαραίτητα ενός σύγχρονου νοικοκυριού. Ο ποιητής έχει για όλα ένα στίχο και δεν είναι ο μόνος. Πώς συνθέτει ένας σύγχρονος ποιητής τα ποιήματά του, με ποιο στόχο, ποιο το αποτέλεσμα και τι θα τα κάνει, ποιαν απήχηση θα έχουν αν όχι στο παρόν τουλάχιστον στο μέλλον;

Τα ποιήματα του Λουκά Τζόγια είναι μονόλογοι εις εαυτόν, μια ανελέητη κριτική για τον ίδιο, τους ομοτέχνους του και τα θέματά τους. Οι εικόνες του περιβάλλοντος είναι η αφορμή, το έναυσμα, για να ξεδιπλωθεί ο εσωτερικός του κόσμος, οι σκέψεις του και οι απόψεις του. Αλλά τι είναι η ποίηση; Ανάπτυξη επιφωνήματος (συναισθημάτων) που έλεγε ο Πωλ Βαλερί ή ανάπτυξη στίλβοντος ποδηλάτου που έλεγε ο Ανδρέας Εμπειρίκος; Ο Λουκάς φαίνεται πως θέλει να ισορροπήσει ανάμεσα στα δύο αναμειγνύοντας συναισθήματα και εικόνες αλλά και επιθυμία για μια «καθαρότητα οπτικής». Ποίηση είναι η κατάνυξη των εκκλησιαστικών ύμνων της Μεγάλης Παρασκευής, το περιβάλλον του ιερού χώρου, αλλά και το ωραίο σώμα της Ελένης, της όποιας Ελένης που πάει να προσκυνήσει και είναι τόσο όμορφη που μπορεί να κολάσει και τους αγίους. Ανατροπή της κατάνυξης, προδοσία τη ποίησης, η καθημερινή πρακτική της εισπρακτικής λογικής. Όραμά του, πίσω από τις λέξεις, η καθαρή ποίηση όχι όμως εκείνη του συμβολισμού αλλά εκείνη που θα ονομάζει τα πράγματα με το όνομά τους δίχως υπεκφυγές ή σεμνοτυφία. Η ποίηση βέβαια στηρίζεται στον τρόπο και στην τεχνική της γλώσσας αλλά διαφέρει από τον καθημερινό δημόσιο λόγο γιατί προσπαθεί να συνδυάσει λέξεις και φράσεις που συγκροτούν μεταξύ τους μια μουσική αρμονία όπως οι ύμνοι, τα τραγούδια,οι εικόνες κάλλους.

Σε άλλα ποιήματα της συλλογής γίνεται εξομολογητικός για να εκφράσει συναισθήματα, σκέψεις και απόψεις και σ’ άλλα καταγγελτικός:

Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που τους κατατρώει/το ανέλπιστο της επιτυχίας. Μέσα από τους τίτλους/ μιας τρικυμίας την άπειρη σκιά τους ρίχνουν/ στις χλιαρές εποχές της αβύσσου/ ισορροπιστές σε ηλεκτροφόρα καλώδια/ ενδεείς εραστές, απαιτούν μια φωνή απ’ τον διπλανό/ για τον καιρό που βρίσκεται εντός τους.. [το σινάφι, σ. 14 ] Στο ποίημα «Σπουδαίο πράγμα» και στο ίδιο ύφος καταγγελίας και αυτοσαρκασμού αντιπαραβάλλει την τέχνη και τη μόρφωση με τα χρήματα: Κόπιασες, πόνεσες για ένα dr ή  ceo. Τα λεφτά επίσης./ Δεν ξέρει τι έχει ο μεγαλοκρεοπώλης, λες./ Ως επί το πλείστον βέβαια…/ Κάθε μεγάλος ποιητής είναι μια ασφαλής/επιφωνηματική ατάκα θαυμασμού/ στα κοινωνικά fb. Εκεί λοιπόν καταξιώνεται ένας ποιητής; Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης; Όπου εισπράττει ένα επιφώνημα επιβεβαίωσης, Αναίμακτο επίπεδο, εξευγενισμένη νοοτροπία, σημειώνει στη συνέχεια ή μήπως κάπου άλλου όταν θελήσει να αναμετρηθεί με τις λέξεις και με τον στοχασμό, όταν εκτίθεται στη δημόσια κριτική την επώνυμη και όχι στην ασφαλή ανώνυμη των μέσων.

Ο χρόνος και η πόλη, μικρή ή μεγάλη δεν έχει σημασία, εμπερικλείονται στους στοχασμούς του Λουκά Τζόγια. Με αγάπη, νοσταλγία, αλλά και τρυφεράδα την προσεγγίζει και συνομιλεί μαζί της, πάντα όμως με ανατρεπτική διάθεση: Κοιμάται η πόλη μου/ Μόνο η προβολή της είναι καθαρή/ Στο χάσμα των νόμων φύτρωσε μια κερασιά/κι ο εωθινός άνεμος σταμάτησε σ’ έναν παλιό θάνατο [«Να πω κι εγώ κάτι τις», σ. 20] Η πόλη είναι ο τόπος που εμπνέει, που προβληματίζει που προκαλεί στοχασμούς για την αλήθεια άλλοτε με την ρεαλιστικότητα των εικόνων της, κι άλλοτε με τις τολμηρές συνθέσεις του ποιητή που βιώνει είτε την ομορφιά της, είτε τη μοναξιά και τα αδιέξοδά της. Κατέχω μιαν αλήθεια./Σβηστή πολιτεία, φωτισμένα κτίρια./Στενοί δρόμοι, στενότεροι γίνονται/…. Μια θέση αδειανή στην κόλαση παραμορφώνει/το γούστο του Θεού …[σ. 24] Αυτός είναι ο τόπος σου./Απλός σαν κι αυτά που πολεμάς/… Άδειος, μοιρασμένος /σε ένα άσπρο και σ’ ένα μαύρο βότσαλο…/Αυτός είναι ο τόπος σου. Αγάπα τον… [σ. 26] ή Αυτή η πόλη έχει στα πόδια της δεσμά. /ασπρόμαυρες φωτογραφίες χωρίς φαντασία/κι αγγίγματα. …[σ. 34] Κι ο χρόνος κάτι που δεν ελέγχεται, δεν τιθασεύεται, όπως και ο κάθε άνθρωπος: Είμαι δρόμος ανεξερεύνητος./Ο ανυπάκουος χρόνος της ελιάς/… [σ. 19]

 Το ερωτικό στοιχείο, ο ερωτισμός και ο αισθησιασμός ακόμα είναι διάχυτα σε αρκετά ποιήματα της συλλογής, ως συνέχεια κατά κάποιον τρόπο της προηγούμενης Ερωμένα Σχεδιάσματα.  Ο έρωτας είναι η κινητήρια δύναμη στη ζωή μας, στόχος, όνειρο, επιθυμία. Ο Τζόγιας προσεγγίζει το θέμα αυτό με ευαισθησία, με ειλικρίνεια, με τόλμη, χωρίς να φείδεται ανάλογων εκφράσεων. Αυτές οι σιγανοπαπαδίτσες εμἐνα με εξιτάρουν, /… Χαμηλώνουν μάτια, στήθη και πλέκουν τα χέρια/στο ύψος του αιδοίου…/… Δεν ζει κανείς χωρίς την ηδονή./Κλειδωμένος ρώγες μες στα δαντελωτά συρτάρια,/αγκομαχούν για ελευθερία.

Όσο τολμηρές είναι οι εκφράσεις που χρησιμοποιεί χωρίς δισταγμό, που σε ορισμένα ποιήματα φτάνουν να γίνονται προκλητικές, άλλο τόσο τολμηρές είναι και οι εικόνες στη μεταφορική χρήση της γλώσσας. Ξενικές εκφράσεις οικείες στις νεότερες ηλικίες ίσως, λογοπαίγνια που φτάνουν στην ηθελημένη ανορθογραφία υπάρχουν διάσπαρτα στα ποιήματα άλλοτε με επιτυχία και άλλοτε με διάλυση ή ανατροπή των γλωσσικών κανόνων. «Η ποίηση είναι μια τέχνη της γλώσσας» και όπως αναφέρει ένας άλλος σύγχρονος ποιητής, ο Διονύσης Καρατζάς, «Η ποίηση δεν ερμηνεύει, ούτε σχολιάζει. Αξιοποιεί τη μεταφορά, την εικόνα, τον συνειρμό και, με τον εσωτερικό ρυθμό της γλώσσας, αποκαλύπτει αλήθειες και συγκινεί, η μελωδία της απηχεί την αρμονία του σύμπαντος». Στην ποίηση του Λουκά Τζόγια εμπεριέχονται τέτοιες τάσεις, οι οποίες όμως περιορίζονται όταν επιχειρεί, στα πλαίσια μιας άλλης ανατρεπτικής του διάθεσης, να μεταχειρισθεί λέξεις ή εκφράσεις μη οικείες στη γλωσσική αρμονία. Και χρέος του ποιητή είναι να προστατεύει και να υπερασπίζεται τη γλώσσα του.

 

O Χρίστος Λάνδρος είναι φιλόλογος –αρχειονόμος, τέως προϊστάμενος των Γενικών Αρχείων του Κράτους (ΓΑΚ) νομού Σάμου. Γεννήθηκε στη Σάμο το 1950. Σπούδασε κλασική φιλολογία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και υπηρέτησε στη Μέση Εκπαίδευση και στο Ιστορικό Αρχείο Σάμου. Είναι ιδρυτικό μέλος και μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού Απόπλους.  Έχει συγγράψει τις μονογραφίες Η μετεπαναστατική Σάμος σε υποτέλεια 1834- 1835, το τρίτομο έργο με τίτλο Σαμιακά Έντυπα Μονόφυλλα 1832-1915,  μελέτες και άρθρα δημοσιευμένα στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο, σε συλλογικούς ή τόμους πρακτικών συνεδρίων. Τακτικά αρθρογραφεί στο περιοδικό Απόπλους.  

Εκτύπωση του άρθρου