Εκτύπωση του άρθρου

Η ΛΥΝΤΙΑ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΣΥΝΟΜΙΛΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΜΑΡΙΑ ΤΣΑΤΣΟΥ

(Η συνέντευξη αναρτήθηκε στο Poeticanet το Νοέμβριο του 2006)



Μ.Τ. Λύντια Στεφάνου, αισθάνομαι την ανάγκη, αρχίζοντας την συνομιλία μαζί σου,  να σε ρωτήσω : πόσο απροστάτευτη νοιώθεις μέσα σε έναν ραγδαία και βίαια μεταλλασόμενο κόσμο, πόσο ανάγκη έχεις την ποίηση;

Λ.Σ. Νομίζω, Μαρία Τσάτσου, ότι η ερώτηση σου έχει δύο σκέλη,τον ραγδαία μεταλλασσόμενο κόσμο αφενός, και ττο πόσο έχω ανάγκη εγώ, ίσως κι ο ίδιος ο κόσμος, την ποίηση. Ως προς το πρώτο, επειδή έζησα τα τελευταία μου παιδικά και τα πρώτα εφηβικά χρόνια στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, πρέπει να σου πω ότι δεν αισθάνομαι περισσότερο ή λιγότερο απροστάτευτη από τους ανθρώπους γύρω μου, ή μακρύτερα από μένα.  Όλοι βράζουμε στο ίδιο καζάνι, άν και πολύ κάνουν σαν να μήν το ξέρουν. Τώρα, προστασία να βρώ στην ποίηση, όχι, δεν μπορεί να μάς προστατεύσει η  ποίηση με την έννοια, άν θέλεις, ότι θα ανοίξει απάνω μας μια ομπρέλα και δεν θα βρεχόμαστε. Δεν είναι αυτό η ποίηση, δεν είναι μια ομπρέλα. Η ποίηση ήταν και θα είναι πάντα για μένα τουλάχιστον, κάτω απ’όλες τις συνθήκες, μια ανάγκη, και για να γράφω και για να διαβάζω. Λαβαίνω κάθε μέρα σχεδόν ποιητικές συλλογές και τις διαβάζω όλες χωρίς εξαίρεση, αλλά είναι τόσο πολλές που δεν καταφέρνω να απαντήσω. Θα έπρεπε ίσως να τυπώσω μια τυπική κάρτα : έλαβα κι ευχαριστώ, δεν ξέρω άν θα ήταν προτιμότερο από τη σιωπή,και πάντως δεν μού πάει. Διαβάζω ακόμα ότι προλάβω από τα πολλά θεωρητικά  που γράφονται για την ποίηση στα ελληνικά, στα γαλλικά και στα αγγλικά. Και φυσικά ξαναδιαβάζω τα ποιήματα που αγαπώ, καθώς κι εκείνα που δεν αγαπώ για να καταλάβω καλύτερα τον έρωτα μου. Τώρα παίρνοντας ως δεδομένο ότι η ποίηση δεν είναι ομπρέλα ούτε για τους ποιητές, για να μιλήσω λιγότερο προσωπικά πρέπει να πώ ότι μπορεί να κάνει μερικά πράγματα για μάς. Ίσως μας βοηθήσει να βλέπουμε  κάπως καθαρότερα, ίσως μας βοηθήσει να επιθυμήσουμε κάτι πέρα πέρα από την καθημερινή φρικτή κατάσταση που υπάρχει στον κόσμο, ίσως…

Μ.Τ. Λύντια Στεφάνου, άρχισες να δημοσιεύεις στην δεκαετία του ´50. Σ’ επηρέασε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, η αλματώδης εξέλιξη της τεχνολογίας ; Είναι η ποίηση σου μια φυγή από τον κόσμο;

Λ.Σ. Νομίζω ότι η ποίηση δεν είναι, οπωσδήποτε δεν ήταν για μένα ποτέ, φυγή από τον κόσμο. Γράφω εντός αυτού του κόσμου. Η ποίηση είναι μια δημιουργική δραστηριότητα με συγκεκριμένο αποτέλεσμα το ποίημα, ένα λεκτικό δημιούργημα, ένα πράγμα ισότιμο με οποιοδήποτε άλλο πράγμαα που δημιουργείται μέσα στον κόσμο, ένα κτίριο, ένα μηχάνημα  ένα εφεύρημα. Οι διαφορές είναι διαφορές ως προς την επιδίωξη. Προσπαθώ να δημιουργήσω ένα καινούργιο, ας πούμε πράγμα, το οποίο δεν μπορεί να αγνοεί την κατάσταση του κόσμου, τέτοια που είναι και εν τούτοις να μήν θέλει να προσθέσει και να αλλάξει κάτι μέσα σ’αυτόν τον κόσμο. Δεν γράφω ποτέ για να εκφράσω, όπως λέν, συγκινήσεις, ψυχολογικά προβλήματα και τα συναφή… αυτό θα ήταν, νομίζω, ευτελισμός της ποίησης. Η επιδίωξη μου είναι  να διηγηθώ  μιάν άλλη κατάσταση του κόσμου, χωρίς να αγνοώ, ή κιόλας επειδή δεν αγνοώ την πραγματικότητα γύρω μου, κι αυτό να γίνεται με τέτοιο τρόπο ώστε η διήγηση ανακαλώντας τα ουσιώδη όπως για παράδειγμα αυτά του Δεύτερου Μεγάλου Πολέμου να αντιπαραθέτει μια διαφορετική πιο πέρα δυνατότητα και όλα μαζί να  εγγράφονται ως μια ιδιαίτερη τυπική διάταξη των πραγμάτων που αντιστοιχούν στις λέξεις.

Μ.Τ. Υπάρχει κανένα ορόσημο από το οποίο μπορεί να πει κανείς ότι ξεκίνησε το ενδιαφέρον σου για την ποίηση; Ποιό λογοτεχνικό ρεύμα σ’επηρέασε περισσότερο;  Και τί αγάπησες περισσότερο στην ποίηση;

Λ.Σ. Ορόσημο δεν μπορώ να πω, πηγαίνοντας προς τα πίσω, γιατί πριν ακόμα μάθω να γράφω, φαίνεται ότι έλεγα ποιήματα. Τα έλεγα, τραγουδιστά κάπως, ήτανε σαν να τραγουδούσα, δεν ξέρω πώς να το πω αλλιώς, τα χαιρόμουν. Μετά έγραφα ποιήματα, είχα την τύχη να πάω σ’ένα σχολείο, το Πειραματικό, όπου τα ελλληνικά που μαθαίναμε τότε ήτανε να γράφουμε εκθέσεις, και βεβαίως ποιήματα. Μάς ενθαρρύνανε να γράφουμε ποιήματα. Λοιπόν έγραφα ποιήματαα πλέον, ήξερα να γράφω. Στη συνέχεια, δέκα ετών, στην πρώτη οκταταξίου, στο γυμνάσιο της Κέρκυρας, είχα την τύχη να διδαχθώ από μια ελληνίστρια,  αυτές που υπήρχαν παλιά, που μας  πέρασε όλη την πρώτη οκταταξίου με τον Σολωμό. Έτσι έμαθα τον Σολωμό και τον αγάπησα πάρα πολύ, ήτανε η πρώτη, η μεγάλη, η μόνιμη αγάπη της ζωής μου. Η άλλη ήτανε οι Ψαλμοί του Δαυίδ. Τούς διάβαζα επίσης, και παρ’όλη τη γλώσσα, τούς καταλάβαινα μια χαρά, με  βοήθεια, πού και πού, για τις δύσκολες λέξεις. Αλλά έχοντας κιόλας γίνει παμφάγος αναγνώστης, διάβαζα άνετα βιβλία  στην καθαρεύουσα. Από κεί και πέρα, ύστερα από τις δυό καίριες ανακαλύψεις, διάβασα γαλλική ποίηση, αγγλική ποίηση,  όλη  βέβαια την έλληνική , σταμάτησα πολύ στον Ερωτόκριτο, κι αργότερα στον Κάλβο. Κάποια στιγμή με συνεπήρε και μένα ο Παλαμάς, ήταν τα χρόνια του πολέμου, αλλά όλες αυτές οι αναγνώσεις, όπως κι ο Σεφέρης, κι ο υπερρεαλισμός αργότερα δεν με επηρέασαν καθοριστικά. Δοκίμασα, πειραματίστηκα, έγραψα άπειρα γυμνάσματα, ήταν ένα είδος μαθητείας. Αντίθετα, δεν πειραματίστηκα ποτέ με τους τρόπους του Σικελιανού, παρ’όλο που ήταν και είνα πάντα για μένα ένας πολύ μεγάλος ποιητής. Ο Ελύτης και ο Γκάτσος ήταν οι δύο από τους νεότερους που με συνεπήραν. Πάρα πολύ η “Αμοργός” του Γκάτσου και οι “Προσανατολισμοί” του Ελύτη. Όταν τους διάβασα ήταν ένας καινούργιος κόσμος, ένα καινούργιο ποιητικό σύμπαν, αλλά πολύ γρήγορα κατάλαβα ότι αυτό του ποιητικό σύμπαν ήτανε του Ελύτη και του Γκάτσου. Υπήρχε ένας νέος ποιητικός τρόπος, από κεί και πέρα όμως δεν υπήρχαν δυνατότητες, εκτός άν ήθελε κανείς να κάνει μιαν ανούσια απομίμηση των ποιητικών τους  τρόπων.
      Εδώ θα πρέπει να πω και για την ποίηση της ήττας. Στην αρχή γνωρίστηκα με τον Αναγνωστάκη που ήταν πρώτα στη Θεσσαλονίκη, μετά στις εξορίες, αλλά κατά καιρούς τον έβλεπα. Γνωρίστηκα με τον Βύρωνα Λεοντάρη, μεγάλες διαφορές ανάμεσα στους δύο, μαζί με τον Λεοντάρη γνώρισα φυσικά και τη Ζέφη  Δαράκη, που δεν νομίζω ότι μπορεί να ενταχθεί στους συνεχιστές της ποίησης της ήττας που πιο πολύ τούς διάβασα παρά τους γνώρισα προσωπικά. Όσο για μένα, ποτέ μα ποτέ δεν κατάλαβα αυτό το αίσθημα της ήττας και της διάψευσης, πόσο μπορείς να κλαίς μια αποτυχημένη επανάσταση…Όμως το ζήτημα είναι το πώς δημιουργεί ένας διαψευσμένος, ένας ηττημένος. Έβλεπα εκεί έναν υποκειμενισμό  που ερχόταν σε αντίφαση με το συλλογικό όραμα που είχε εμπνεύσει τους ανθρώπους, έναν επαναλαμβανόμενο ή αναπαραγόμενο θρήνο για το καταρρεύσαν ή υπό κατάρρευση οικοδόμημα. Ίσως, η λεγόμενη υποκειμενική ποίηση δεν μού είπε τίποτα ποτέ. Γι αυτό αισθάνθηκα πιο κοντά  στον Αναγνωστάκη. Είναι βεβαίως αυτά που λέει η ζωή του, αλλά έχει πάντα ένα ευρύτερο σύμπαν. Άμα έχεις ένα ευρύτερο σύμπαν, και κάπου αισθάνεσαι ενταγμένος εκεί μέσα, τότε δεν είναι δυνατόν να είσαι υποκειμενικός. Τα ίδια ισχύουν για ένα μεγάλο μέρος των νεότερων. Αυτή η ενδοσκόπηση, το συνεχές αδιέξοδο, που το συναντάανε λένε μέσα στον εαυτό τους, μά άν δεν ανοίξεις τον εαυτό σου, άν δεν ξανοιχτείς στη θάλασσα…

Μ.Τ. Λύντια Στεφάανου, πώς ήταν η μεταπολεμική ποιητική Αθήνα, και οι ποιητικές παρέες τότε ;

Λ.Σ. Να σού πώ. Ήμασταν  μια παρέα αγόρια και κορίτσια εκείνο τον καιρό, είχαμε πολλές ελεύθερες ώρες γιατί τα σχολεία υπολειτουργούσαν, και κάποια μέρα βρέθηκα μαζί τους στο πατάρι του Λουμίδη, όπου κατέληξα να περνάω τα μεσημέρια μου. Ανεβαίνοντας τη σκάλα του Λουμίδη της οδού Σταδίου, τα τραπέζια ήταν τοποθετημένα κατά μήκος των τοίχων σε σχήμα πι. Στο δεύτερο τραπέζι του ενός τοίχου καθόταν πάντα ο Ελύτης με τον Γκάτσο Στο βάθος, στη μιά γωνιά του πι ήταν καθισμένος πάντα ο Σαχτούρης, μόνος ή με παρέα, στην άλλη γωνιά καθόντουσαν κυρίως ζωγράφοι και μουσικοί, ο Τσαρούχης, ο Μαυροίδης, ο Μάνος Χατζιδάκης, σπάνια ο Μίκης Θεοδωράκης κι ο Αργύρης Κουνάδης. Καμμιά φορά έρχονταν επίσης ο Εγγονόπουλος και ο Εμπειρίκος. Τα τραπέζια ανάμεσα, ήταν γεμάτα από εκκολαπτόμενους λογοτέχνες, καλλιτέχνες, διανοούμενους που πολλοί έγιναν διάσημοι αργότερα. Νομίζαμε ότι το πατάρι ήταν το κέντρο της γής, ότι εκεί παιζόταν το μέλλον της νέας ποίησης, της ζωγραφικής της μουσικής, κλπ.  Αργότερα, κατάλαβα ότι λέγοντας νέα ποίηση, εννοούσαμε τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό, ο οποίος είχε ήδη φτάσει στην Ελλάδα από τη δεκαετία του ’20 με τον Καρυωτάκη και τον Παπατσώνη, που αυτός δεν σύχναζε στο πατάρι. Πάντως η καθιέρωση του μοντερνισμού έγινε μεταπολεμικά, και ορόσημο της νέας ποίησης θεωρήθηκε  το 1930.  Σ’αυτό, κυριος συντελεστής ήταν τα περιοδικά “Τετράδιο”, “Νέα Γράμματα και “Αγγλο-Ελληνική Επιθεώρηση”, μια σημαντική διάλεξη που έκανε ο Σεφέρης, κι ένα άρθρο του Ελύτη, το οποίο προσπάθησε να διακωμωδήσει ένας παλιός δημοσιογράφος, ο Μιχάλης Ροδάς σε μιά από τις επιθέσεις κατά του “Τετραδίου”.  Άλλωστε οι εφημερίδες και ο πολύς κόσμος, όταν συνέβαινε να μιλήσουν για τη νέα ποίηση, μιλούσαν συλλήβδην για “σουρεαλιστές” από τον Σεφέρη μέχρι την Μάτση Χατζηλαζάρου.  Τα τραπέζια στο πατάρι επικοινωνούσαν, και μαζί με τα νέα κυκλοφορούσαν σχόλια και κακίες.  Κάποτε ένας νέος ποιητής πλησίασε τον Εγγονόπουλο και τού είπε “ξέρετε, Κύριε Εγγονόπουλε, εγώ είμαι κακός”, και τότε ο Γκάτσος πετάχτηκε λέγοντας, “πήγαινε παιδί μου να μελετήσεις την εν Σαλαμίνι  ναυμαχία και τα ξαναλέμε”.
      Εκτός από το πατάρι του Λουμίδη υπήρχε ένας άλλος ολόκληρος κόσμος, που ήταν η αριστερή ποίηση και διανόηση με κυρίαρχη μορφή τον Ρίτσο. Πολύ σημαντική για την αριστερή ποίηση  τότε, ήταν η άφιξη στην Ελλάδα του Εluard και η διάλεξη του στο Γαλλικό Ινστιτούτο, όπου παίρνοντας τον λόγο προσφώνησε τον Σικελιανό λέγοντας, “ Άγγελε Σικελιανέ, ποιητή ανάμεσα στους ανθρώπους..”   (Poete parmi les hommes). Βέβαια το Πατάρι ήτανε κάθετα αντίθετο με την λεγόμενη πολιτική ποίηση. Ένας άλλος τόπος ήταν το σπίτι του Ηρακλή Αποστολίδη,πατέρα του Ρένου, όπου  μιά φορά την εβδομάδα συγκεντρώνονταν, οι παραδοσιακοί κυρίως, αλλά ήταν πάντα ανοιχτό και για τους πολύ νέους. Έτσι γνώρισα κι αυτούς. Ακόμη ένας άλλος τόπος συνάντησης ήταν το μπαρ του Απότσου, στην οδό Σταδίου, όπου σύχναζε κι έπινε ο Κατσίμπαλης με τον Καραντώνη και πολλούς Έλληνες και ξένους φίλους του. Αυτή ήταν πάνω-κάτω η μεταπολέμική ποιητική Αθήνα μέχρι το 1953 που εγώ έφυγα για δέκα χρόνια. Στις επισκέψεις μου στο διάστημα αυτό, έβλεπα το πατάρι να αλλάζει μορφή, τον κόσμο να μετακινείται προς το Μπραζίλιαν, όπου δεν υπήρχαν τραπέζια και ο συνωστισμός καμμιά φορά έφτανε στο αδιαχώρητο. Ο Γκάτσος με τον Χατζιδάκη πήγαιναν μόνιμα πιά στο Πικαντίλι.

Μ.Τ.  Λύντια Στεφάνου, μίλησε μου για τον Υκ, ίσως το σημαντικότερο ποίημά σου, όπου εκεί εκφράζεις την φιλοσοφία σου, για τη ζωή, τον έρωτα, τον θάνατο.

Λ.Σ.  Μού είναι αφάνταστα δύσκολο να μιλήσω για κάτι που έχω φτιάξει. Μπορεί να νομίζω ότι έφτιαξα κάτι  διαφορετικό απ’αυτό που έχουμε εδώ μπροστά μας. Βρίσκομαι κάπως σε διχασμό, πώς να κρίνω ένα δικό μου ποίημα; Είναι μια αναδίπλωση σχεδόν ακατόρθωτη. Εν πάση περιπτώσει θα προσπαθήσω να δώσω κάποιες συντεταγμένες. Ο πλήρης τίτλος -κι έχει σημασία η κάθε λέξη- είναι, “Τοπία από την καταγωγή και την περιπλάνηση του Υκ”. Ο Υκ είναι -όποιος έχει διαβάσει το ποίημα τόχει δει αυτό- ένα πλάσμα που βγαίνει σαν από τους βράχους μέσα, στοιχειό, άνθρωπος, άγγελος, τί απ’  όλα αυτά. Έτσι είναι ίσως η φύση του ανθρώπου, ή θα μπορούσαμε να πούμε, η φύση μέσα στον άνθρωπο, η φύση που ανθίζει με τον έρωτα.  Αλλά η ίδια, η εξαρχής δοσμένη δυνατότητα γίνεται βάρος ασήκωτο, τρόμος και φόβος που μεταλλάζονται σε αγριότητα, τόχω δει με τα μάτια μου να πετροβολούν ζώα που ζευγαρώνουν. Επηρεασμένη από τον Φρόϋντ ; Ναι, ως το σημείο που ο Ράϊχ θέτει σε αμφισβήτηση το φροϋδιανό  “ένστικτο θανάτου”. Ο Ράϊχ επηρέασε πάρα πολύ τη σκέψη και τη δουλειά μου.
        Άρχισα να γράφω τον Υκ όταν βρισκόμουν στην Ιερουσαλήμ, με τους ανθρώπους γύρω μου ν’αγωνίζονται για να κρατηθούν και να κρατήσουν τον τόπο της καταγωγής τους. Ύστερα από αιώνες περιπλάνησης είχαν επιστρέψει στη χαμένη πατρίδα, δικαίωμα που τους αναγνωρίστηκε στην ιστορική συνεδρίαση του ΟΗΕ για την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ, λίγα χρόνια πριν. Καθένας έφερνε μαζί του τη μνήμη από αιώνες διωγμών και κάποιοι τ’ανεξίτηλα σημάδια αποτυπωμένα στο σώμα τους. Κυνηγημένες φυλές υπήρξαν πολλές στην ιστορία κι υπάρχουν πλήθος ερμηνείες.Αλλά στην περίπτωση των Eβραίων ο ορθολογισμός υποχωρεί. Πώς να ερμηνευτεί η ιστορία ενός λαού συνεπαρμένου από έναν ακατανόητο έρωτα θεού; Θεϊκός η ανθρώπινος έρωτας ο πραγματικός  τρομάζει και διώκεται. Οι πράξεις οι σεξουαλικές που διαδραματίζονται στις σκηνές και στις οθόνες σήμερα συνιστούν έναν βολικό εξευτελισμό και ξορκίζουν τον τρόμο. Βαίνουν παράλληλα με τη σχετικοποίηση (banalisation) όλων των αξιών. Θα μπορούσα να μιλάω για ώρες. Τέλος πάντων, με όλα αυτά που ίσως πρώιμα τα είχα αντιληφθεί, προσπάθησα να φτιάξω ένα ποίημα, ή όπως είπα, ένα κτίσμα, που να τα περικλείει…

Μ.Τ.  μεσ’ από σένα όμως….

Λ.Σ.  Μέσ’ από μένα, βέβαια, αλλά κι εγώ, από πού;  Μέσα στον κόσμο. Αλλά όχι για να λέω και να ξεφορτώνομαι σαν εγώ τα βάσανα ή τα όποια ψυχολογικά μου.

Μ.Τ.  Πάντως στη σύνθεση σου το εγώ διϋλίζει τον εξωτερικό κόσμο, συνυπάρχει μαζί του, κι αυτό μάς ξαβαφέρνει στο δίλημμα, τί κυριαρχεί τελικά στον Υκ. Πού τελειώνει η Λύντια στεφάνου και πού αρχίζει ο Υκ ;

Λ.Σ. Ε, νά, αυτό είναι το ερώτημα. Τί είναι υποκειμενικό, τί είναι αντικειμενικό. Ας απαντήσω με μιά εικόνα : ο ποιητής αισθάνεται ότι βρίσκεται μέσα στον κόσμο, ένα ελάχιστο μόριο στον τεράστιο κόσμο, και δεν τον αγνοεί, τόν αφήνει να έρθει μέσα του και κάποτε όταν ο ίδιος μπορεί, βγαίνει να τον εξερευνήσει. Εκεί, στο σημείο μιας τέτοιας συνάντησης, είναι που η ποίηση μπορεί να ανθίσει.

Μ.Τ.  Να φύγουμε δηλαδή από τους ορισμούς, τις κατηγορίες…

Λ.Σ. Η ποίηση δεν είναι ετούτο ή το άλλο που λένε οι ορισμοί, η ποίηση είναι αυτό που κάνει, που πραγματοποιεί, άν μπορέσει, στο σημείο της συνάντησης,που είπα πριν.  Και στο σημείο αυτό υπάρχει πολλή σκληρότητα.

Μ.Τ. Λύντια Στεφάνου, πολλές φορές στην ποίηση σου υπάρχει μαι αίσθηση καταστροφής, κυρίως όμως προεξάρχει η γητειά των κτιστών πραγμάτων.  Μίλησέ μου γι αυτήν την αντίθεση, άν αντίθεση είναι η σωστή λέξη.

Λ.Σ. Μέ κάνεις τώρα να πω, il faut de tout pour faire un monde,, μια γαλλική φράση που έλεγε συχνά ο φίλος μου ο Καστοριάδης, “χρειάζεται απ’όλα για να  φτιάξεις έναν κόσμο”.  Ε, έτσι όπως ξέρουμε τον κόσμο, κι όπως ήτανε ο κόσμος, και φαίνεται θα είναι για πολυ καιρό ακόμα, μπορούμε να πούμε ότι είμαστε ακόμα σ’αυτό το στάδιο της αντίθεσης, και δεν μπορούμε να φανταστούμε τίποτα πιο πέρα. Τέλος πάντων εδώ νομίζω ότι προλαμβάνεις το ποίημα που τώρα γράφω , χρόνια τώρα, και το οποίο ελπίζω να βγει πολύ σύντομα.  Δεν μπορώ να πω τίποτα περισότερο, γιατι θα είναι σαν να προτρέχω.

Μ.Τ. Λύντια Στεφάνου, ευχαριστώ, αυτά που είπες είναι πολύ σημαντικά, θα κρατήσω κάθε λέξη από αυτή τη συνομιλία, όχι μόνο για την ατμόσφαιρα που μού μετέδωσες, αλλά και για τα  Ελληνικά σου, τα Ελληνικά που μιλούσαν οι Έλληνες πριν ενσκύψει ο πανικός της γλώσσας. Ευχαριστώ, λοιπόν, για τα καλά, και χαριτωμένα πράγματι Ελληνικά σου…μεταξύ άλλων βεβαίως. 

Λ.Σ. Μαρία Τσάτσου, σ’ευχαριστώ γιατί μου έδωσες την ευκαιρία να ξανασκεφτώ κι εγώ ορισμένα πράγματα και είναι πάντα καλό να γίνεται αυτό. Και, κυρίως, μιλώντας μαζί σου. Ιδιαίτερα χάρηκα.  
  
                  

 

Εκτύπωση του άρθρου