Εκτύπωση του άρθρου

«Το Αόρατο Πλήθος»    
  του Μανόλη Πρατικάκη   
               Εκδόσεις Καστανιώτη             

(Μερικές σκέψεις)

Γράφει η: ΜΑΡΙΑ ΤΣΑΤΣΟΥ
-------------

     «Το  Αόρατο Πλήθος» του Μανόλη Πρατικάκη είναι ένα σημαντικό  ποιητικό έργο για τουλάχιστον τρεις λόγους: τη βαθειά ουμανιστική του στάση απέναντι στο ανθρώπινο πάθος, τη μάχη που δίνει στο πεδίο της γλώσσας και τις πολιτικές παραμέτρους του.
     Το γεγονός ότι, όπως εξηγεί ο ποιητής στο τέλος του βιβλίου του «Το Αόρατο Πλήθος» συγκροτείται από κείμενα που εγράφησαν την τελευταία 15ετία, κάνει άμεσα αισθητή την περιπέτεια της γλώσσας, όπως  την βιώνει ο ίδιος ο ποιητής και εμείς όλοι μας, ενώ ταυτόχρονα μας βοηθάει να δούμε τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους σμιλεύει το πάθος της ψυχής του, που είναι και δικό μας πάθος. Θαυμαστό είναι, ας το πούμε εξ αρχής, ότι παρά την «πολυμορφία», την «πολυσημία»  και τις διαφορετικές τεχνοτροπίες της γραφής, τα ποιήματα και τα πεζοτράγουδα του «Αόρατου Πλήθους» συνθέτουν  εν τέλει, ένα ενιαίο και δεμένο όλον, όπου όλα τα επί μέρους, καθυποτάσσονται σε ένα στέρεο, υψηλής ποιητικής τάσης και φιλοσοφικού χαρακτήρα, ίζημα.
     Ελεγείες, θα μπορούσανε ίσως να ονομαστούνε τα ποιήματα και τα πεζοτράγουδα του «Αόρατου Πλήθους» εκ πρώτης όψεως. Όμως όχι. Δεν έχουμ’ εδώ να κάνουμε με θρηνητικά τραγούδια. Κι αυτό γιατί, μαζί με την  οδύνη, τη μελαγχολία και τη νοσταλγία για τη χαμένη  Εδέμ της παιδικότητας, στεντόρεια, αμείλικτη, υψώνεται η Οργή. Οργή για το  Χρόνο που διαβαίνει, για τον «προκρούστειο νου» των ενηλίκων, για την τακτοποιημένη ζωούλα τους, που για χάρη της εξορίζουνε τ’ όνειρο απ’ τη ζωή. Και η Οργή του Πρατικάκη δεν κλαίει. Νεανική, σφριγηλή, αδέκαστη, γίνεται καταπέλτης.
     Ενώ, λοιπόν, από τη μια μεριά ο ποιητής αφήνεται σε έναν θλιμμένο λυρισμό μεγάλης ευαισθησίας, αλλά και ομορφιάς, «Τα παιδιά, τα παιδιά! Δεν ακούνε πια των αγρών την ορχήστρα. Δεν ακούνε πια την φωνή της φλογέρας στα φτωχά καλάμια που μέσα μας κάποτε σκύβουνε και κλαίνε. Φύγανε τα παιδιά…» (σελ. 36), ή  «Η περιπλάνησή σας ίχνη νομάδων στη δονούμενη γη της ουτοπίας. Θα έρχεστε πάντα όπως έρχεται το χάραμα. Με τρεμάμενες λέξεις σαν ματόκλαδα της αυγής» (σελ.12), από την άλλη, σαρκαστικός και αυτοσαρκαζόμενος, στρέφεται χωρίς οίκτο  κατά των  Ενηλίκων και του χρησιμοθηρικού ορθολογισμού τους: «Σπρώχνει η παχύσαρκος Αυθαιρεσία κι ολοένα διευρύνει τα αίθρια των Ενηλίκων. Δεν  έχει χώρο για παιδιά η συμπαγής στρεψίνους κάμαρα. Δεν έχει ένδυμα για εκείνα ο προκρούστης - νους μας: ο πανούργος  ενδυματολόγος. Με δύο δάχτυλα στα χείλη η γραία Εξομοίωση επιβάλλει Ησυχία» (σελ. 46).
     Δεν έχει τέλος η επινοητικότητα του Πρατικάκη. Λόγος δουλεμένος, πλούσιος, εύκαμπτος. (Μόνο εκείνο το «εκείνα» να’ λειπε. Μοιάζει τόσο τεχνητό!) Ίσως δεν είναι τυχαίο το ότι ο ποιητής καταφεύγει σε εκφραστικούς συνδυασμούς και τρόπους που έχουν κερδίσει έδαφος στη γλώσσα μας  τώρα τελευταία, όταν θέλει να εκφράσει την οργή και την απόρριψη: «Γίνομαι αυθύπαρκτος θα πει εξοντώνω τον πλησίον. Μονώνω με περλίτη παλαιών αισθημάτων γειτνιάσεις. Μαθαίνω προφανείς μηχανισμούς πάει να πει εγκαταλείπω παιδικά μετόπισθεν. Αθώα τουφέκια. Και εισέρχομαι ως δαίμων στην ήπειρο της πανουργίας» (σελ.48).
     Η ποίησή του θέτει καίρια ερωτήματα. Παρακολουθεί τις «εξελίξεις» αλλά δεν επαναπαύεται σ’αυτές. Αναζητά διαρκώς τον αυτοπροσδιορισμό της και το βαθύτερο είναι της. Στις καλύτερές του στιγμές ο Μανόλης Πρατικάκης συνάδει και συμπορεύεται με την πιο αξιόλογη σύγχρονη κλασσική ελληνική ποίηση. Μαντεύει κανείς κάποιες επιδράσεις, όπως του Ε.Χ.Γονατά, εκεί όπου ο λόγος σπάει για να αποκαλυφθεί, μέσα από μια φαινομενική πεζολογία, το παράδοξο. Και πάντα, μα πάντα, παρών είναι ο σφύζων, ακέριος λόγος της δημοτικής ποίησης.
     Κατά κόσμον ψυχίατρος ο Μανόλης Πρατικάκης, γνωρίζει πολύ καλά τις πολλές διαφορετικές περσόνες που φέρουμε μέσα μας. Τα πλάνα μέσα στα πλάνα. Γνωρίζει  τη σαγήνη και την οδύνη της παιδικής ηλικίας, γνωρίζει ότι το στήθος των Ενηλίκων είναι κοιμητήριο νεκρών παιδιών.  Γνωρίζει, όμως, επίσης, πολύ καλά, ότι για να γίνουν οι Ενήλικες αυτοί, Πατέρες και Δημιουργοί όπως είναι και ο ίδιος, πρέπει ο κυρίαρχος Ένας,  ο επιζών, να ενορχηστρώσει τα πολλά, νεκρά, πρόσωπά του.
     Όμως υπάρχει και κάτι άλλο, σημαντικό. Φαουστική μορφή, ο Πρατικάκης, οδηγείται πολύ πιο πέρα από τις ηλικίες του ανθρώπου. Τον βλέπουμε να θύει σε έναν δικό του βωμό «τω αγνώστω θεώ»: «Το υπαγορεύει», μας λέει, «η μηχανή της ειμαρμένης με τα αρχέγονα φτερά και τις ατράκτους. Περιπολούνε έγχρονοι φρουροί στις διαβάσεις ως τη μεθόριο· σταθμοί της ηλικίας» (σελ.51). ´Η σε πιο απλή εκδοχή: «Μ’ένα τσέρκι προσπάθησα να συγκρατήσω τον καιρό/ Μα ήταν αστείο γοερό» (σελ.50).
     Και εδώ βλέπουμε την ουμανιστική φορά της ποίησης αυτής. ´Οταν όλα ειπωθούν και το μαχαίρι μπει στο θηκάρι του, (μόνο, πάλι, αυτό το «έγχρονος» να’ λειπε), αναδύεται ένας  Deus ludens, ένας Deus rotator, στον οποίον υποτάσσονται όλα. Ο πόλεμος και η ειρήνη εξ ίσου. Ο νεοσσός και ο γέροντας.  Το παρελθόν και το μέλλον.
     Και σημαδεύεται, το τέλος του μεγάλου αυτού οδοιπορικού,  με μια απλή αλληγορική κίνηση: ο ποιητής «ξεκλειδώνει τη νύχτα του με γιασεμιά» (σελ. 14), «ξεκλειδώνει την έρημο» (σελ.66). Κατόρθωμα, ήδη, μεγάλο. Γιατί με την  Ειμαρμένη, το Πεπρωμένο, τη  Ρότα του κόσμου, πώς να τα βάλει κανείς; Εδώ αισθανόμαστε κυρίαρχη, τελικά, τη φιλοσοφική διάθεση του Πρατικάκη, που άλλωστε διατρέχει το βιβλίο του κάτω από τις διάφορες μορφές του ποιητικού του λόγου. Αντί να καταφύγει στο ζόφο, το έρεβος, τη λατρεία της καταστροφής, πραγματοποιεί μια αναγωγή.
     Αισθάνομαι την ανάγκη ν’αναφέρω εδώ τους τίτλους των μικρών ενοτήτων που αποτελούν «Το  Αόρατο Πλήθος». Είναι και οι ίδιες ποίημα: Ο τόπος μου, Βιότοπος, Με τα μάτια των παιδιών,  Διάλειμμα χαράς, Μητρική γλώσσα, Της νεαρής καθηγήτριας και κολυμβήτριας Π.Β. που χάθηκε στ' ανοιχτά της Ιεράπετρας, Το Σοφάκι, Μυρτώο Α, Υποχθόνιο άγριο,  Γιοι και κόρες, Μικρό  αφήγημα, Δοκιμιακά, Ενηλικίωση, Περί χρόνου Ι, Περί χρόνου ΙΙ, Το πηγάδι-κάτοπτρο και  Δεκατέσσερα βήματα στην απουσία.
     Καθένας από τους τίτλους αυτούς θα μπορούσε να δώσει μυθιστόρημα ολάκερο. Λαίμαργα, ο αναγνώστης ζητάει κι άλλα, κι άλλα, από τον Πρατικάκη. Αίφνης, εμένα, μου λείπουνε τα βιογραφικά. Μαντεύονται, βέβαια, υπονοούνται. Αλλά όπου μας δίνεται χειροπιαστός ο real-time, όπου ο λόγος γίνεται άμεσα βιωματικός, όπου σκάνε μύτη, η Κρήτη, η οικογένεια, το σχολείο, έρχεται ακόμη πιο κοντά μας το παιδί-ποιητής,  ο ποιητής-παιδί. Τι ωραίο πράγμα είναι εκείνο το ξεκίνημα του βιβλίου, «Ο τόπος μου»! «Μήνες πριν γεννηθώ γνώρισα το ρυθμό της θάλασσας. Η Μάνα μου ξύπναγε στις αμμουδιές. ´Εγκυος ήταν.  Την αυγή κοίταζα την αλετροπόδα να οργώνει το χωράφι μας στον ουρανό. ´Ηταν εκεί ο Πατέρας και η Έλσα. Και οι παλιές φωνές του καλοκαιριού. Εγώ σ’ένα μικρό τραπέζι κάτω από – κρατώντας τόμο υγρό, τα μπλε του φύλλα· δεν έχει τέλος είπε η Μάνα, αυτή η τρελή θάλασσα που ξεφυλλίζεις» (σελ.7).
     Ανέφερα στην αρχή ότι «Το Αόρατο Πλήθος» θεματικά, είναι ένα στέρεα δομημένο όλον, παρά την πολυσημία και τις παραλλαγές του ύφους, που επισημαίνει και ο ίδιος ο ποιητής.
     Έχει όμως και κάτι άλλο, πολύ σημαντικό «Το Αόρατο Πλήθος» και είναι ευτύχημα που το έχει. Και αυτό είναι η γλωσσική του ενότητα. Όσο κι αν ρέπει μερικές φορές ο ποιητής προς κάτι περίεργους εκφραστικούς τρόπους που πάνε τα τελευταία χρόνια να γίνουνε καθεστηκυία τάξη, κάτι περίεργες παραμορφώσεις της  λογικής, κάτι σοφιστείες που πάνε να μας ξεγελάσουνε και να περάσουνε για σουρρεαλισμός, τελικά στο λόγο του υπερισχύει η μία, ενιαία ελληνική γλώσσα, ο Θείος Ελλήνων Λόγος, με την πολλαπλότητα των σημαινομένων του. Στέρεα δομημένο, όχι μόνον θεματολογικά, όπως είναι προφανέστατο, αλλά και γλωσσικά, είναι «Το Αόρατο πλήθος». Στο πεδίο της γλώσσας, ακριβώς, ο Μανόλης Πρατικάκης δίνει μια μάχη σώμα με σώμα, μια μάχη με πολιτικές προεκτάσεις, είτε αυτό ήταν αρχικά στις προθέσεις του, είτε όχι, και θα εξηγήσω τι εννοώ:
     Ο George Οrwell λέει κάπου ότι και ένα κόμμα ν’αλλάξει σε μια γλώσσα, είναι πολιτικό ζήτημα. Και ο Herbert Marcuse αναγνώρισε επίσης ότι οι αλλαγές στη γλώσσα έχουν πολιτικές παραμέτρους.
     Στις μέρες μας βιώνουμε μια σε βάθος αλλαγή της Ελληνικής γλώσσας. Πρόκειται για μια αλλαγή που αφορά τη δομή της γλώσσας, τη στρουκτούρα του λόγου, την μέχρι πρό τινος αποδεκτή συντακτική τάξη της πρότασης.
     Η αλλαγή αυτή στη γλώσσα επιβλήθηκε άνωθεν. Είναι μια αλλαγή ex-cathedra, για την οποία δεν ευθύνεται ο Ελληνικός λαός. Οι ´Ελληνες πολίτες δεν την επέλεξαν. Τους την επέβαλαν.
     Η γλώσσα αυτή είναι κατά βάθος και κατά πλάτος απάνθρωπη. Καταστρέφει τη δυνατότητα επικοινωνίας μεταξύ πολιτών. Προκαλεί ασυνεννοησία, αμφισημία και σύγχυση. Κουράζει, ενοχλεί, εκνευρίζει. Δημιουργεί αίσθημα χάους και κενού. Δημιουργεί επιθετικότητα.
     Η «νέα» αυτή  Ελληνική γλώσσα δεν φαίνεται να αποτελεί έργο του κυβερνητικού μηχανισμού. Προέρχεται μάλλον από άλλα «κέντρα εξουσίας» και «λήψεως αποφάσεων», τα οποία όμως υπεισέρχονται στον κρατικό μηχανισμό και την κοινωνία.
     Έτσι, αποδεικνύεται ότι η Κοινοβουλευτική Δημοκρατία αδυνατεί να ελέγξει  τον «πολυκεντρισμό» πάνω στον οποίον υποτίθεται ότι στηρίζεται.
     Η «νέα»  Ελληνική γλώσσα επεκράτησε κυρίως χάρις στην υποστήριξη των ΜΜΕ και την ανοχή των διανοουμένων. Δημιούργησε καθεστώς, το οποίο, μάλιστα, ασκεί «ιδίαν λογοκρισίαν».
     Ο «ομογενοποιημένος» λόγος των πολιτικών κομμάτων κατά την πρόσφατη πολιτική αναμέτρηση, η «ομογενοποιημένη» γλώσσα των εντύπων, των εφημερίδων, της τηλεόρασης και σχεδόν όλων των βιβλίων που κυκλοφορούν, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι  η «νέα» αυτή γλώσσα, οι τρόποι και οι στόχοι της  επιβολής της και οι συνέπειες της επιβολής αυτής, αποτελούν μείζον πολιτικό ζήτημα.
     Ίσως δεν είναι τυχαίο ότι η «νέα» γλώσσα έχει πολλά κοινά με τις περίεργες γλωσσικές αντιλήψεις οι οποίες είχαν διαμορφωθεί στη Μεταξική δικτατορία, και είχαν εκφρασθεί κυρίως στο λογοτεχνικό περιοδικό «Πνευματική Ζωή». Τότε, οξύτατη κριτική είχε ασκήσει κατά της γλώσσας αυτής ο Αχιλλεύς Τζάρτζανος. Και άλλοι. Τώρα, ο φόβος του εξοστρακισμού τρομοκρατεί, και κλείνει τα στόματα. Ισχύει το δίκαιον του γλωσσικά ισχυροτέρου. Και αυτό μέσα σε πολίτευμα που βαυκαλίζεται να ονομάζεται Κοινοβουλευτική  Δημοκρατία!
     Πρόκειται πράγματι, για μείζον πολιτικό ζήτημα!
     Τι σχέση έχουν όλ’ αυτά με το «Το Αόρατο Πλήθος» του Μανόλη Πρατικάκη;
     Έχουν την εξής: Ο Μανόλης Πρατικάκης, δημιουργεί, στοχάζεται, γράφει, σε μια γλώσσα που κατορθώνει να έχει την αυτοτέλειά της, παρά τις υποχωρήσεις που κάνει στον κυρίαρχο συρμό.
     Η ποίησή του αναδεικνύεται σε μια ποίηση που μπορεί να σεβαστεί το λόγο, ως εκφορά, το λόγο, ως θεμελιακή τάξη του κόσμου όπως τον ξέρουμε μέχρι σήμερα.
     Δεν μας εισάγει, ποιητική αδεία, δήθεν, στην παράνοια. Δεν μας ταΐζει σύγχυση, δανειζόμενος, υποτίθεται, ποιητικούς τρόπους από τον σουρρεαλισμό.
     Στο βαθμό αυτό η ποίησή του είναι μια ποίηση μέσω της οποίας αναβιώνουν οι αρχές του ουμανισμού, της ατομοκεντρικής στάσης απέναντι στα πράγματα του κόσμου.
     Και κάτι ακόμη. Παρά το γεγονός ότι ο Πρατικάκης, μιλάει, υπό μίαν έννοιαν για θάνατο, ή μιλάει αρκετά και για  θάνατο, η ποίησή του δεν είναι ζοφώδης. Δεν είναι ούτε καταστρεπτική, ούτε αυτοκαταστροφική. Δεν είναι μια ποίηση της συντέλειας . Είναι μια ποίηση η οποία εν τέλει  μέσα από την απώλεια, αναδομεί τον ´Ανθρωπο ως οντότητα, τον συλλαμβάνει ως ένα ενιαίο όλον. Μιλάει για θάνατο, αλλά δεν υμνεί τον θάνατο.
     Απευθύνεται στη ζωή και ανήκει στη ζωή.
     Ο ουμανισμός του Μανόλη Πρατικάκη επαναφέρει την ισορροπία η οποία τείνει να εξαφανισθεί, στοχευμένα και τεχνητά στις μέρες μας. Αφήνει πίσω του τον άνωθεν επιβληθέντα γλωσσικό φονταμενταλισμό και μας οδηγεί, όχι χωρίς  εμπόδια, σ’ένα ξέφωτο, σ’έναν ευσπλαχνικό και ανθρώπινο τόπο, όπου κυριαρχούν, η συνεννόηση και η φιλευσπλαχνία. Όπως λέει και ο ίδιος «ξεκλειδώνει την έρημο».
     Γι’αυτό «Το Αόρατο Πλήθος» είναι σημαντικό και ως ποίηση, και έμμεσα, ως πολιτική θέση.

Μαρία Τσάτσου