Εκτύπωση του άρθρου
 (Γαβριηλίδης, 2001, σελ. 70).

Φαίνεται ότι τώρα ήρθε η ώρα για να πετύχει ο Γιώργος Κ. Καραβασίλης εκείνο που από την αρχή πάντα επιθυμούσε: την αποκλειστική, σχεδόν καταλυτική, ερωτική ποίηση, βασισμένη σ' ένα λόγο απλό και, συνάμα, χυμώδη, ήπιο και, ταυτόχρονα εκρηκτικό. Ο Γιώργος Κ. Καραβασίλης έλκει την καταγωγή του από την αρχαία λυρική ποίηση τόσο του Αιγαίου όσο και της εποχής των ευγενών Λατίνων ποιητών και των διαδόχων τους στους ελληνιστικούς χρόνους. Η αλήθεια είναι ότι ψάχνει την ποίηση αυτή σε κάθε εποχή, ώστε να εμβολιαστεί και να συγγενέψει μαζί της.
Το νέο του βιβλίο με τίτλο «Το μάτι του τοπίου» συνιστά την ένατη κατά σειρά ποιητική συλλογή και είναι η πιο πλήρης από όλες τις προηγούμενες. Ο ποιητής έχει βιώσει στο έπακρο πλέον το θέμα του, τόσο ποιητικά και γνωσιολογικά όσο και συναισθηματικά ή φαντασιακά. Το αποδίδει με την εμπειρία αυτού που έχει χωνέψει κατά τρόπο αξεδιάλυτο τη ζωή και τα επίμονα όνειρά της. Βασική του θεματολογική οπτική είναι πάντα η γυναίκα και το ερωτικό της κάλεσμα. Η φωνή του εξέρχεται γεμάτη από την ερωτική άχνα των αιώνων που πέρασαν, αλλά και από τη χρυσόσκονη την ημερών που βιώνει. Το τοπίο, μέσα στο οποίο διαλαμβάνονται τα ποιητικά γεγονότα, διαστέλλεται πληθωρικό και αρκαδικό. Οι εντάσεις του έχουν τη φρικίαση της διονυσιακής πλημμυρίδας. Το ύφος του, εκεί που ανοίγει και γίνεται πολυμορφικό και διάστικτο από αλιευμένες φωνές που ήχησαν κάποτε και που ποτέ δεν σιώπησαν, αμέσως συσπειρώνεται και αποκαλύπτεται συμπαγές και μοναχικό, σαν έκφραση ενός μονήρους αυλού που αυτοσχεδιάζει πάνω στη μνήμη.
Μέσα από αυτή την πάχνη των συνειρμών, που η ποίηση του Γιώργου Κ. Καραβασίλη αναγεννάει ασυναίσθητα και αναβιώνει μυστικά – τι Σαπφώ και Αλκαίος, τι Ανακρέων, τι Ρουφίνος, τι Προπέρτιος, αλλά και τι ψιχάλες από τα τυφλά λόγια του Πιερ Λουί, τι σταγόνες από τις αναβράζουσες νότες του Βραζιλιάνου Μάριο Λούνα – ο ποιητής επιβάλλει το δικό του πρόσωπο, ως ποιόν ενός δοκιμασμένου στη φλόγα και την αφροδισιακή παραφορά λόγου.


Πρωί-πρωί
Σκύβεις Αρτέμιδα
Να δέσεις τα σανδάλια σου
Με τη δροσιά του Κηφισού.

Νερό-μαχαίρι

Λίγο τα ρείθρα σκέφτεται
Και ήλιους κομματιάζει
Στο κορμί σου.

Νερό που σε διαλύει στα οστά μου.


Ο Γιώργος Κ. Καραβασίλης ανασύρει από μέσα του αυτή τη βαθιά αίσθηση της λίμπιντο, που περικλείεται σε όλα τα πράγματα. Παράλληλα, αναφαίνεται, είτε ως έκφραση ενστίκτου και απομνημονευμένης μυστηριακής γεωγραφίας είτε ως έκφραση ακροτελεύτιας μοίρας και προορισμού, η απαράγραπτη γειτνίαση του ανθρώπου με όλα τα χοϊκά στοιχεία. Τα νερά και τα χώματα, τα δέντρα και τα βουνά, οι εκβλαστήσεις και οι ονειρικές προβολές των οργανικών ή οι ενδόμυχες ταλαντεύσεις και οι αντικατοπτρισμοί των ανοργάνων, αναπαράγονται μέσα στη φωνή του και κανοναρχούν το δικό τους απαράμιλλο συμφωνικό τραγούδι. Έτσι, δεν είναι καθόλου παράταιρο και, κυρίως, παράξενο, που ένας ποιητής του άστεως, και μάλιστα του κλεινού, μπορεί, θέλει και διασώζει με τρόπο δραματικό τη φωνή της γης, μιας γης απομακρυσμένης μέσα στην περιφρόνηση και την άγνοια.
Ο Καραβασίλης, με έναν φρενιτικό ίμερο, με ασίγαστα και κατάστιλπνα όνειρα, με αμφίφλογες και λαλέουσες εικόνες, βγαλμένες μέσα από το βαθύ και απόμακρο «μάτι του τοπίου», μας χαρίζει την πρόσβαση σε μια ακμάζουσα (ακόμα) φύση. Σαν σε γιορτή.