Εκτύπωση του άρθρου

ANNE SEXTON

Μετά το Άουσβιτς*
(Μετάφραση Ιωσήφ Βεντούρας)

 

Η οργή
μαύρη σαν τσιγκέλι
με κυριεύει
Κάθε μέρα
κάθε ναζί
έπαιρνε στις 8 π.μ. ένα μωρό
και το τσιγάριζε για πρωινό
στο τηγάνι
Κι' ο θάνατος  τον κοιτά  με αδιάφορο μάτι
και σκαλίζει τη βρώμα στο νύχι του
Ο άνθρωπος είναι διάβολος
Φωνάζω
Ο άνθρωπος είναι λουλούδι
που θα έπρεπε να καεί
Φωνάζω
Ο άνθρωπος είναι πουλί γεμάτο λάσπη
Φωνάζω

Κι' ο θάνατος  τον κοιτά  με αδιάφορο μάτι
και ξύνει τον πρωκτό του

Ο άνθρωπος με τα ρόδινα ακροδάκτυλα
με τα θαυμαστά του δάχτυλα
δεν είναι  ναός
αλλά αποχωρητήριο
φωνάζω
Να μη ξανασηκώσει ο άνθρωπος το φλυτζάνι του
Να μη ξαναγράψει ο άνθρωπος βιβλίο
Να μη ξαναφορέσει ο άνθρωπος το παπούτσι του
Να μη ξανασηκώσει τα μάτια του
μια τρυφερή νύχτα του Ιούλη
Ποτέ Ποτέ Ποτέ Ποτέ Ποτέ
Βροντοφωνάζω

Παρακαλώ το Θεό να μην ακούσει.       

Anne Sexton

Μετάφραση:  Ιωσήφ Βεντούρας

* Το ποίημα γράφτηκε μετά την επίσκεψη της Sexton στο Άουσβιτς.

After Auschwitz 

Anger,
as black as a hook,
overtakes me.
Each day,
each Nazi
took, at 8: 00 A.M., a baby
and sauteed him for breakfast
in his frying pan.

And death looks on with a casual eye
and picks at the dirt under his fingernail.

Man is evil,
I say aloud.
Man is a flower
that should be burnt,
I say aloud.
Man
is a bird full of mud,
I say aloud.

And death looks on with a casual eye
and scratches his anus.

Man with his small pink toes,
with his miraculous fingers
is not a temple
but an outhouse,
I say aloud.
Let man never again raise his teacup.
Let man never again write a book.
Let man never again put on his shoe.
Let man never again raise his eyes,
on a soft July night.
Never. Never. Never. Never. Never.
I say those things aloud.

I beg the Lord not to hear.