Εκτύπωση του άρθρου

MIHAI EMINESCU

Ωδή  

(σε αρχαίο μέτρο) [1]

Δεν πίστευα να μάθω ποτέ πώς πεθαίνουν·

 αιώνια νέος μέσ’ στην τήβεννό μου,

με μάτια ονειροπόλα ατένιζα

της μοναξιάς το άστρο.

Και τότε ξαφνικά μπροστά μου φάνηκες,

πόνε μου εσύ, οδυνηρά γλυκέ…

Την κούπα του θανάτου ήπια με ηδονή

μέχρι τον πάτο.

Και τώρα, όπως ο Νέσσος, ζωντανός εγώ φλέγομαι,

ή όπως ο Ηρακλής, μέσ’ στον φαρμακερό μανδύα,

κι ετούτη τη φωτιά, ολάκερη η θάλασσα

δεν μπορεί να την σβήσει.

Με κατατρώει το ίδιο τ’ όνειρό μου,

η ίδια μου η πυρά με κάνει στάχτη…

Άραγε από τις φλόγες θ’ αναστηθώ ποτέ

όπως ο Φοίνικας;

Ω φύγε από εμπρός μου εσύ, ματιά πλανεύτρα,

κι ω αδιαφορία, έλα ξανά στο στέρνο μου·

για να πεθάνω εν γαλήνη, σ’ εμένα

τον ίδιον εμέναν’ επέστρεψε. 
 

Δεκέμβριος 1883

Mihai Eminescu
 


[1] Η Ωδή του Eminescu ακολουθεί το μοντέλο της λεγόμενης «σαπφικής στροφής». Η στιχουργική και το στροφικό αυτό σχήμα αποδίδονται εδώ κατά προσέγγισιν (Σ.τ.μ.)