Εκτύπωση του άρθρου


 

 

 Το πρωταρχικό συνεπώς καθήκον μας ως συγγραφέων είναι να αποκαταστήσουμε τη γλώσσα ξαναδίνοντάς της το κύρος της. Στο κάτω κάτω σκεφτόμαστε με λέξεις. Θα πρέπει να είμαστε πολύ επηρμένοι ώστε να πιστεύουμε πως κρύβονται μέσα μας ανείπωτες ομορφιές που ο λόγος δεν μπορεί να εκφράσει.

                                                          (Jean-Paul Sartre, Τι είναι η λογοτεχνία;)

 

Αφελής, υπερφίαλη, υπεραισιόδοξη -και πώς αλλιώς;- η παντοκρατορία του (στρατευμένου) λόγου... Υπάρχουν όμως περιοχές της ανθρώπινης εμπειρίας που δεν μπορούν να εκφραστούν απόλυτα με λόγια (το ωκεάνιο αίσθημα λόγoυ χάρη -και όταν εκφράζονται πάντως, μόνον η ποίηση θεωρείται αρμοδιότερη να το κάνει) καθώς και πολιτιστικές μορφές όπως η μουσική, η ανεικονική ζωγραφική, η θρησκεία και ο μυστικισμός, που ο Freud δεν εκτιμούσε καθόλου και απέφευγε ακριβώς λόγω της μη αναλυσιμότητάς τους και η μαρξιστική κριτική αγνόησε επίσης για προφανείς λόγους, όπως μας βεβαιώνει ο Peter Fuller. Το ζήτημα ασφαλώς υπερβαίνει την διαμάχη περί της πρωτοκαθεδρίας στις τέχνες και επιστήμες, στην οποία και άλλοτε έχω αναφερθεί. Αφορά τον ίδιο τον πυρήνα του αρρήτου. Υπάρχει κάτι πραγματικά άρρητο; Και πού βρίσκεται; Κρύβεται μέσα μας όπως θέλει ο Sartre; Και αν αυτές οι ανείπωτες ομορφιές δεν είναι μέσα μας αλλά εκεί έξω, πέρα και επάνω από εμάς; Και μιλώ βεβαίως για το υπερβατικό. Την θεϊκή εισβολή στον χώρο της ανθρώπινης εμπειρίας. Από την άλλη, και ποιος δεν είναι; Ποιος συγγραφέας, ποιος καλλιτέχνης, από την Αναγέννηση και μετά, δεν είναι επηρμένος; Όμως ένας συγγραφέας φαίνεται πως είναι ακόμη πιο επηρμένος από όσο φαντάζεται ο Sartre. Όχι μόνο κατέχει το ανείπωτο αλλά θέλει και να το εκφράσει με λόγια. Και οι ταπεινοί; Αυτοί γίνονται ασκητές. Ποιητές της ζωής και του θανάτου… 

Ας μιλήσουμε όμως για αυτούς που οριοβατούν. Πώς λύνεται αυτή η θεμελιακή αντινομία; Πώς να διατηρήσεις την έννοια του αρρήτου ενώ προσπαθείς ταυτόχρονα να την εκφράσεις ώστε να μην αυτοαναιρεθείς ως συγγραφέας;

***

[…]

So doth thy Beauty make my lips to fail,
And all my sweetest singing out of tune.

[…]

(Οscar Wilde, Silentium amoris )

Ταπεινώς επηρμένοι. Γιατί και η τέχνη μπορεί να γίνει άσκηση. Όχι μόνον ύφους αλλά και ήθους. Εκεί εστέτ και  ασκητές γίνονται  μυστικοί ποιητές. Εκεί με άλλα λόγια ανθίζει ο έρωτας. Του ανθρώπου για τον Θεό -ως απάντηση στον έρωτα του Θεού για τον άνθρωπο- του ανθρώπου για τον άνθρωπο. Η Ομορφιά του έρωτα: στον Rumi, τον Oscar Wilde, τον Kαβάφη… Στην ποίηση όλων των εποχών. Και έρωτας σημαίνει ρίσκο: της αποκάλυψης του αρρήτου όντος, της κένωσης του αρρήτου εαυτού. Θα γίνει άραγε αυτός δεκτός  από τον Άλλον;  

Έτσι ο ποιητής γίνεται ταυτόχρονα μύστης και  αποκωδικοποιητής του αρρήτου,  διότι καταφέρνει να εκφράσει με λόγια τη μύχια ανθρώπινη εμπειρία ή και το αντίστροφο: επειδή ακριβώς καθιστά την ανθρώπινη εμπειρία ένα αισθητικό γεγονός, γίνεται μύστης. Στη σχέση αυτή δεν υπάρχει καμιά διχοτόμηση ή αξιολογική ιεράρχηση, η πλέον προσφιλής λόγου χάρη αυτή της μορφής και του περιεχομένου.     

Μόνον δεχόμενοι την μυστηριακή διάσταση του έρωτα μπορούμε να την ορίσουμε ως ρητότητα και αρρητότητα μαζί. Και εδώ επίσης δεν υπάρχει καμιά διχοτόμηση καθώς η σιγή μπορεί να είναι ταυτόχρονα λάλος και πολύφθογγος κατά τον Μάξιμο Ομολογητή. Δεχόμενοι ακόμη πως η ποίηση είναι ένα γλωσσικό δώρο, το οποίο φτιάχνεται στη φωτιά της συνείδησης και της βιωματικής εμπειρίας, σύμφωνα με έναν από τους ωραιότερους ορισμούς της ποίησης, αυτόν του Νάνου Βαλαωρίτη, καταξιώνουμε και τον λόγο. Αλλιώς είμαστε έτοιμοι μαζί με τον Sartre, τον Freud και όλες τις μεταθρησκείες να παραβιάσουμε μια και καλή όλα τα μυστικά του σύμπαντος κόσμου. Ευτυχώς ο κόσμος δεν κινδυνεύει προσώρας από τους συγγραφείς καθώς τα υψηλότερα έργα γεννούν πάντα περισσότερα ερωτήματα από όσα συνήθως απαντούν με τον ίδιο τρόπο που η φιλοσοφία είναι η κατεξοχήν τέχνη του να θέτει κανείς ερωτήματα. Για αυτό άλλωστε και δεν θα σταματήσουν ποτέ να γράφονται ερωτικά ποιήματα ούτε και θα πάψουν ποτέ αυτά να διαβάζονται, όσα και αν έχουν γραφτεί, όσα και αν έχουν διαβαστεί… 

***

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες
.

[…]

(Κ. Π.  Καβάφης, Όσο μπορείς)

Kακά τα ψέματα: ο έρωτας πάντοτε ξεβολεύει. Μας καλεί όχι μόνο να λέμε αλλά και να πράττουμε, μας καλεί να θυσιάζουμε κάτι από τον εαυτό μας για χάρη του, αλλιώς… μας εγκαταλείπει. Τότε ο ηττημένος ποιητής γίνεται ο ίδιος ποίημα: γίνεται σιωπή. Εστέτ ή άγιος. Αλλιώς καταλήγει να εμπορεύεται το αφήγημα της ήττας του (καθώς σύμφωνα με τον ορισμό του Sartre ποιητής είναι ο άνθρωπος που αναλαμβάνει να χάνει) περιφέροντας τήδε κακείσε τον εξουθενωμένο ναρκισσισμό του.

Σάρα Θηλυκού

© Poeticanet

Εκτύπωση του άρθρου