Εκτύπωση του άρθρου

ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΚΑΡΑΒΑΣΙΛΗΣ: ΤΟ ΑΙΜΟΜΙΚΤΙΚΟ ΛΕΜΟΝΙ. ΟΡΥΚΤΑ. ΠΟΙΗΣΕΙΣ. (Εκδόσεις «Δελφίνι», Αθήνα 1996, σελ.: 48)

 

Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ

 

  Λυρικός και κατ’ εξοχήν ερωτικός (από τη «Γραφή και το μαχαίρι» του 1970 ως την "Καλλιέργεια του αίματος" του 1984 ή και το «Υπέρ των Μουσών» του 1990), ο Γιώργος Κ. Καραβασίλης κάνει μια ελαφρά στροφή στο τελευταίο ποιητικό του βιβλίο, χωρίς, ωστόσο, να αποβάλλει τα στοιχεία τα οποία προσδιόρισαν (και καθιέρωσαν) τα βασικά χαρακτηριστικά της εικοσιπεντάχρονης και πλέον δουλειάς του.

  Η καινούργια συλλογή του Καραβασίλη χωρίζεται σε τρία άνισα (ως προς την έκταση) μέρη. Τα δύο πρώτα («Το αιμομικτικό λεμόνι» και «Ορυκτά») είναι μονοθεματικά και μοιράζονται σε ένα ποίημα και ένα πεζό αντιστοίχως. Το ποίημα ταυτίζεται με το άνοιγμα της συνείδησης και του σώματος σ’ ένα ελεύθερο, αναπεπταμένο πεδίο, όπου ονόματα, ρυθμοί και αισθήσεις συνευρίσκονται σε κοινή πτήση, για να προκαλέσουν στον αναγνώστη μιαν άμεση και απολύτως ευφορική αντίδραση-κάτι σαν υπερεπείγουσα ανταπόκριση στα «σήματα» ενός κόσμου ο οποίος πάλλεται από δύναμη ζωής και επιθυμία δημιουργίας: «Στη θάλασσα κατρακυλά/και στα κοχύλια ξεχειλίζει/ ξεκουρδισμένο μαδριγάλι-μαντολίνο/περνάει κιούπια κουπαστές κουπιά/απάζει στη Λισσαβώνα σαν τη σουπιά σε κρύα νερά/φωνή της Αμαλίας Ροντρίγκες/το δαφνοκέρατο σε προσπερνά/μες στις γονατισμένες φυλλωσιές/μαχαίρι σε γλυκιά καλοκαιριού αφαίμαξη/μαζεύεται στην πορσελάνη-σώμα/το μαντολίνο προνοεί τις θάλασσες./Ζητά να τιναχτεί στο περιγιάλι ο ελαιώνας./Ένα λιμάνι στύβεται στον ήλιο/εσύ δροσιά και γω φωτιά/μια σάρκα δροσοκαίουσα/για μας το μαδριγάλι/στάθηκε στο αιμομιχτικό/λεμόνι./Χαρμόσυνες σκοπιές στ’ αυτιά μας».

  Στο δεύτερο, πεζόμορφο, μέρος του βιβλίου ο τόνος δεν πηγαίνει τόσο υψηλά, αλλά η γείωση στην οργανική, πηγαία ορμή της ύπαρξης παραμένει. Και τούτο γίνεται μέσω ενός είδους ποιητικής της ακινησίας και της σιωπής, που ενώ σε άλλα συμφραζόμενα θα εμφανιζόταν σχεδόν αυτονόητα υπό τον τύπο της εσωστρέφειας και της μελαγχολίας, εν προκειμένω παίρνει έναν χαρακτήρα αναζωογονητικό και γόνιμο, ικανό να δείξει όλα «τα ευρήματα να ασπαιρούνε στο φως.»

  Στο τρίτο και εκτενέστερο τμήμα της συλλογής (αποτελείται από εννέα, πολύ διαφορετικά μεταξύ τους, ποιήματα), ο Καραβασίλης μειώνει δραστικά το λυρισμό του υπέρ μιας παιγνιώδους (έως και περιπαικτικής) ανάμιξης «γλωσσών» και ύφων, που βάζει σ’ έναν άλλο δρόμο τις αναζητήσεις του: από τους ερωτικούς ύμνους και τον έντονο αισθησιασμό ο στίχος περνά σιγά σιγά στο ρεαλισμό της καθημερινότητας, στην πρόζα του ποιητικού μνημόνιου (βλ. την «Ανοιχτή επιστολή» στον Νίκο Καρούζο, όπως και στη σάτιρα ή τον αυτοσαρκασμό, για να δοκιμάσει τις δυνατότητές του στη σύνθεση των αντιθέτων και στην ενότητα της διαφοράς. Η προσπάθεια δεν καταλήγει χωρίς καρπούς και το αποτέλεσμα τη δικαιώνει στις περισσότερες περιπτώσεις.

  Παράλληλα, όπως το έλεγα και προεισαγωγικά, ο Καραβασίλης δεν εγκαταλείπει τελείως το παρελθόν και δεν διστάζει να αντλήσει ξανά από τις καθαρές πηγές του, όποτε το επιβάλλουν η ατμόσφαιρα και η σκηνοθεσία του. Και τούτο συνιστά ασφαλώς προσόν. Οι αλλαγές έχουν μεγαλύτερη εμβέλεια όταν δεν συμβαίνουν εν κενό και όταν συμπεριλαμβάνουν στον κώδικα ή τον κορμό (ίχνη) και εικόνες από τα παλαιότερα, που βοηθούν τα καινούργια να αναπνεύσουν και να ακουστούν καλύτερα: «Ας επιζήσει στο δίχτυ των ξανθών μαλλιών σου/η λύπη της σιωπής, ένα κλαδάκι/που σπάζεις/και την ακούμε πάλι περισσότερο». Ή, πιο αφαιρετικά, αλλά και οξύτερα: «Λάμψη αστραπής σε πενταγάλαζο νεφρίτη/μάτι της γάτας προβολή στην ακουαμαρίνα».

 

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ