Εκτύπωση του άρθρου

Και να που επιτέλους έστω και αργά μου δίνεται η ευκαιρία να καταπιαστώ με την ποίηση του Γιώργου Καραβασίλη. Και αυτό το λέω γιατί θεωρώ τον Καραβασίλη σαν έναν από τους πλέον σημαντικούς και πλέον αθόρυβους ποιητές της γενιάς μας.
Ξεκινώντας με το «Η γραφή και το μαχαίρι», το 1970, και συνεχίζοντας με την «Καλλιέργεια του αίματος», το 1973, ο Καραβασίλης δημιουργεί μια ποίηση προσωπική, με ήρεμο ύφος και αφαιρετική επαφή σε αρκετά ικανό βαθμό, χωρίς τις ποικίλες και ετερόκλητες επιδράσεις που ταλάνισαν σε αρκετά μεγάλο βαθμό και αρκετό μάλιστα καιρό τη γενιά μας. Αλλά ακόμη και αν είναι έτσι όπως τα λέμε, ο Καραβασίλης μέχρι εκείνη την στιγμή, όπως απέδειξε αργότερα, δεν είχε φτάσει την καλύτερη στιγμή του εαυτού του, το «ξεχωριστό δόσιμο», ας πούμε, της κάθε πορείας μας. Και αυτό ομολογουμένως δόθηκε το 1976 με την συλλογή «Τα ηδυπαθή». Μια συλλογή με ερωτικά ποιήματα εκπληκτικά επιτυχημένα, φρέσκα, διεισδυτικά, γεμάτα «ασήμαντες πτυχές». Θα έλεγα, κινήσεις, μνήμες, εσωτερικά κενά, που δόθηκαν σε ποίηση με κύριο χαρακτηριστικό τους την γυμνή ομορφιά των λέξεων, των νοημάτων και των καταστάσεων.
Με τα «Μυστικά δωμάτια του πύργου», το 1978, ο Καραβασίλης φεύγει παρασάγγας που λέμε, από τα «ηδυπαθή», αλλά και την προηγούμενη δουλειά του. Και δεν θα ήταν σκόπιμο να κάνουμε μια σύγκριση δραστηριοτήτων εδώ, γιατί είναι άλλο πράγμα το ένα και άλλο το άλλο. Εκείνο όμως που με σιγουριά θα πούμε, και το πιστεύουμε, είναι ότι αυτή η αλλαγή κλίματος και θέματος τον γλίτωσε από καταστάσεις τουλάχιστον «επανάληψης» και μάλιστα, κατά πάσα πιθανότητα, επανάληψης μικρότερης αξίας. Εδώ ο Καραβασίλης γίνεται εσωτερικότερος, ηρεμότερος κατά βάθος όσο ποτέ, πλατύτερος στα θέματα του, και πιο ολοκληρωμένος στη γραφή του, η οποία αποκτά τώρα πια μια πλαστικότητα μεγαλύτερη, μια ευστοχία σαφέστερη, μια σφαιρικότητα και μια αρτιότητα αρκετά μεγάλη. Το χαρακτηριστικό του παραμένει όμως πάντα, και το βλέπεις έντονα στο βιβλίο, η δροσερότητα, η ευρηματικότητα και η μη «γυαλιστερή» πρωτοτυπία. Η αίσθηση της αρκετά ανεπτυγμένης κουλτούρας του και δη της παλιάς «αριστοκρατικής» Γαλλικής με τη στερεότητα και την ομορφιά της είναι διάχυτη και θετική, (Τασούλα, σελίς 12, κ.λ.π) παράλληλα με μια πίκρα έντονη που κυκλοφορεί μέσα στο βιβλίο. Ενδεικτικά για την περίπτωση αυτή θα ανέφερα το ποίημα «Ένα μαχαίρι καρφωμένο στην καρδιά» καθώς και το «Πικρότερο καλοκαίρι», παρ' ότι προσωπικά δεν μου αρέσει ιδιαίτερα γιατί συν τοις άλλοις  μου δημιούργησε από την αρχή την έμμονη ιδέα ότι δεν ταιριάζει ούτε θεματογραφικά, ούτε χωρογραφικά με τα υπόλοιπα, αντίθετα προς το «Φέτος οι αλκυονίδες» που το θεωρώ και σαν ένα πάντρεμα των μέχρι τώρα τάσεων και διαθέσεων του Καραβασίλη, και παράλληλα σαν ένα από τα πιο όμορφα επιτεύγματά του που συγκεντρώνει ταυτόχρονα όλα τα στοιχεία που αναφέραμε παραπάνω συμπυκνωμένα: την ευρηματικότητα, την μαστορική πίκρα, την μοναχικότητα του έρωτα και την μεταλλική απλότητα του τέλους. Αν λοιπόν ποίηση πια σήμερα δεν είναι οι βαρύγδουπες φράσεις ή οι επιφανειακές συγκινήσεις, τότε τι άλλο θα ζητούσαμε πέρα από την αστόλιστη, ή μάλλον την στολισμένη με τα παρθένα αγριολούλουδα ομορφιά που μας παρέχει ο Καραβασίλης.

Γιώργος Μαρκόπουλος