Εκτύπωση του άρθρου

ΝΕΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ 1

Ελισάβετ Αρσενίου: Χιλιάδα

ΤΥΠΩΘΗΤΩ-ΛΑΛΟΝ ΥΔΩΡ, 2011

 

 

 

Η Χιλιάδα συνεχίζει την ποιητική αφήγηση της προηγούμενης ποιητικής συλλογής της Ε. Αρσενίου Οδυσσία: κείμενο πολιορκίας (Τυπωθήτω/ Λάλον Ύδωρ 2005). Το βιβλίο αποτελείται από 4 μέρη. Η ‘Χιλιάδα Α´’ ευαγγελίζεται μία γέννηση και μιλά για τη μεταφορά της κυοφορίας και του τοκετού στο σχέδιο της ποιητικής έμπνευσης και δημιουργίας. Αν το μυαλό του ποιητή γεννά, όπως το κεφάλι του Δία, τι γίνεται με την κοιλιά της ποιήτριας; χαρτογραφείται σαν κυλιόμενη σφαίρα εντός, επί, ή έναντι σώματος το οποίο πάντοτε καταλήγει σε όρθια θέση εξαργυρώνοντας ποιητικά «νομίσματα». Η ‘Χιλιάδα Β´’ εξιστορεί μία αναγνωστική υιοθεσία, όπως αυτή έχει συντηρηθεί μέχρι τους επιγόνους της. Η εξομολόγηση είναι η τιμωρία της προδοσίας και η παράνοια η τιμωρία της ψευδομαρτυρίας. Η μοίρα ενός παιδιού που σχεδόν αλλάζει μητέρα είναι να λέει πάντα την ιστορία του «από την άλλη πλευρά», όλο και πιο αποσπασματικά. πόσο μάλλον αν είναι το παιδί της γυναικείας ποιητικής γέννας;

Η ‘Χιλιάδα Γ´’ είναι ένα διαδικτυακό παιχνίδι όπου μιλούν οι εικόνες, το αγαπημένο παιχνίδι της κόρης του υιοθετημένου παιδιού. Όλες οι ταυτότητες είναι σε αυτό κατασκευασμένες, το ίδιο και οι πράξεις. Το περιβάλλον, ψηφιακό ή «φυσικό», είναι το πεδίο άσκησης βίας «πέραν του λόγου». Πώς φτιάχνεται ο ποιητικός «νικητής»; προϋπόθεση πάντοτε να είναι avatar και να τηρεί τους κανόνες του παιχνιδιού. Αν το κείμενο είναι «οργανικό σύνολο» ή «αυτόνομος κόσμος» τι γίνεται όταν παρεισφρέουν σε αυτό ξένα στοιχεία (μνημονικά, εξωκειμενικά, αλλοκοσμικά, ετεροκειμενικά…); τότε αρχίζει η ανάγνωση και ακολουθεί η γραφή, ακριβώς τη στιγμή που οι τεχνικές και η παράδοση έχουν ξεχαστεί, το παιχνίδι έχει χαθεί και το κομπιούτερ έχει κολλήσει. Η ‘Χιλιάδα Δ´’ είναι το επιτελεστικό μέρος του φόβου και της επιθυμίας της κόρης που έγινε κι αυτή μητέρα. Οι συναντήσεις με την ιδεολογία, την επανάσταση, το θάνατο, το σύμπαν, την αρρώστια, τη θανάσιμη νεύρωση, την πατρίδα, την ευτυχία, είναι συνήθως δυσοίωνες, αλλά μπορούν να γίνουν και ξεκαρδιστικές, χίλια τοις εκατό.  

 

ΝΕΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ 2

(Γράφει: ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ) 

1      ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΠΟΥ ΕΓΝΕΘΕ ΤΗ ΒΡΟΧΗ ΚΑΙ ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΣΕ
Ροές, 2010

ΤΟ ΚΡΑΤΑΙΟ ΔΕΝΤΡΟ

 

Το δέντρο αλεξικέραυνο
Κεραία φωτεινή του αρχαίου λόφου
Σύμβολο δαμασμένου χρόνου
Και φάρος του χαμένου δάσους
Το δέντρο μαγνήτης
Που έγνεθε τη βροχή και τραγουδούσε
Το δυνατό δέντρο
Που άντεξε τα δεινά ενός αιώνα
Καθόλου δεν άντεξε σήμερα
Τη φαρμακερή ματιά του κουτσού ξυλοκόπου
Και το δαιμονικό πριόνι του                                               *

 

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Ήταν απόγευμα που βγήκα για κυνήγι. Έτρεξα μέσα στα ριζά, με κύκλους όργωσα τον κάμπο, ώσπου απόκαμα περίλυπος, με μόνο κέρδος δυο μπεκάτσες. Του γυρισμού τον δρόμο πήρα, αλλά μάταια. Περπάτησα, περπάτησα και ακόμα τώρα περπατώ, όμως στο σπίτι μου δε φτάνω, ούτε κι αυτό το αλλιώτικο το απόγευμα νικώ. Ο χρόνος – είναι προφανές- περνάει αλώβητος με τον πανάρχαιο γνωστό ρυθμό του. Όμως για μένα είναι ακόμα απόγευμα, αυτό το ίδιο απόγευμα που βγήκα για κυνήγι. Και όσο - ο άμοιρος - κι αν προσπαθώ, στο σπίτι μου δεν φτάνω, κι ούτε που ξέρω τι να κάνω αυτές τις δυο μπεκάτσες, που τώρα πια σαπίσανε στα χέρια μου.


Post
: Πράσινα, μαύρα, πολύχρωμα ή μονόχρωμα ποιήματα. Ο Η. Κ., περιπατητής μακρινών αποστάσεων, έκθαμβος εξερευνητής δύσβατων ή οικείων τόπων, παρατηρητής δέντρων, πουλιών και ψυχών, αποθανατίζει σε λαμπερά ενσταντανέ όσα βλέπει, αλλά και όσα «ανακλώνται στην ίριδα της μνήμης».

 

2      Έκτωρ Πανταζής

ΑΓΡΙΟΣΤΑΦΥΛΑ ΣΕ ΠΑΤΗΤΗΡΙ, Πλανόδιον, 2010



ΤΩΡΑ ΤΑ ΑΣΤΡΑ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΑ ΣΟΥ


Ένα πεύκο σάλευε στα λευκά του
Στα γαλάζια του
Νανούριζε τις βελόνες του
Την καφετιά κίσσα
Κι ο άνεμος
Κι ο άνεμος δεν ήταν μ’ εμάς.


Έφυγες ένα πρωί σαν σε ταινία του Ταρκόφσκι
Στροβιλιζόμενο φύλλο φθινοπωρινό
Στους εφτά ουρανούς.
Άνεμος δεν είναι μ’ εμάς.


*


ΦΥΛΑΞΕ ΤΗ ΜΕΡΑ


Ωραίο φθινοπωριάτικο πρωινό. Με ελαφριά συννεφιά.
Φρέσκο από νότο αλλάζει τα μάτια. Απαλό φως.
Τόπους τόπους το σύννεφο μαύρο. Έχει το σκούρο που κρύβει βροχή.
Μου αρέσει. Όπως πάντα μου άρεσε η αναμονή, τα πρωτοβρόχια.
Κι ύστερα οι φοβερές αστραπές να μας καθαρίζουν από κάθε έγνοια
Όπως καθαρίζει κι ο ουρανός καθρεφτίζεται στο χώμα
σε κάθε λιθαράκι σε κάθε φυλλαράκι. Πλυμένο το παν
Από το άζωτο σαν θεϊκή παρουσία στο πιο μικρό στο πιο μεγάλο.
Έβλεπα τις αστραπές μες στο τζάμι. Σ’ έβλεπα στις αστραπές.
Λαμπερή κι απρόβλεπτη μ’ ένα δέος μες στα μάτια
Που τα τόνιζαν κεραυνοί με καταιγίδα.


Έλα με βοριά έλα με νοτιά.
Είμαστε σαν τα ρυάκια που σχηματίζονται μετά τη βροχή
-μήτε εκείνα ξέρουν ότι θα συναντήσουν
Το μεγάλο ποτάμι όπως μήτε κι εμείς.
Κι όμως το συναντούν.


    *


ΦΕΤΑ ΟΥΡΑΝΟΣ


Δε χάνει χρώμα ο ουρανός όσο κι αν ξυλευτεί
Βρέχει μια γαλάζια βροχή
Ποτίζει μπλουζ την ψυχή
Πριν προλάβεις να κάνεις ευχή
Γεμίζει αστέρια τη γλώσσα σου
Περιμένοντας τη λέξη σου
Σκύβω στον καιρό
Λωρίδες ουρανού μαζεύω
Ένα αστέρι
Ουρανό σκοπεύω
Να ’χουν τα τραγούδια το σκοπό τους


Post: Το ποίημα στον Ε. Π. φαίνεται να γράφεται κατά διαστήματα τελείως μόνο του – οι λέξεις εκτοξεύονται αυτόματα/αυθόρμητα με ρυθμικές εκτινάξεις, η μια απ’ την ηχώ της άλλης, πολλαπλασιάζονται με τον τρόπο της αμοιβάδας και αναπτύσσονται ως πολυμορφικός ζων οργανισμός. Αξιοσημείωτα συναισθηματική /συναισθητική εγκεφαλική γραφή.

 


3      Τόλης Νικηφόρου


ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ
Γαβριηλίδης, 2010


ΜΟΝΑΧΙΚΟ ΠΑΙΔΙ ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ


ένας πολύχρωμος χαρταετός που υψώνεται
κι αστράφτει μαγικά πάνω απ’ τα κάστρα
με ήχους φυσαρμόνικας με μακρινές φωνές
σχεδόν που αγγίζει κάποτε τον ουρανό
κι ύστερα χάνεται αργά μες στην ομίχλη
ύστερα στροβιλίζεται και πέφτει
πέφτει, σκαλώνει, σκίζεται
χάνει τα χρώματα και χάνει τα στολίδια του
πάνω στα αιχμηρά κλαδιά του χρόνου

αυτό είναι η μνήμη

ένα μοναχικό παιδί κάτω απ’ το δέντρο
βουβό και δακρυσμένο να κοιτάζει



  *


ΕΙΣΑΙ


ένα επιφώνημα
τα μυστικά εξαίσια όργανα
που αιφνίδια θρυμματίζουν τη σιγή


μια λάμψη
που δραπετεύει από τα σύννεφα
οι ιαχές στο γήπεδο
που στιγμιαία διαρρηγνύουν
τις γκρίζες πύλες τ’ ουρανού


είσαι
βαθύ πηγάδι αφύλαχτο
σε ανθισμένη αυλή


*


ΠΙΣΤΕΥΕΤΕ ΣΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ;


ρώτησε το φεγγάρι στο μπαλκόνι μου
σκορπίζοντας ανταύγειες τα μεσάνυχτα


ψιθύρισε η γαρδένια στο περβάζι μου
με το λευκό της άρωμα


απόρησε μες στις πευκοβελόνες το σπουργίτι
ραμφίζοντας τα ψίχουλα του ανέμου


εγώ κι εσείς
κι όλα όσα βλέπετε είναι θαύματα
τους χαμογέλασε δειλά η άνοιξη τριγύρω
και θαύματα όσα ποτέ σας δεν θα δείτε


με θαύματα γεννιέται πάντα και πεθαίνει ο κόσμος
με θαύματα που κρύβονται μέσα στο φως
πριν απ’ το φως
πέρα απ’ το φως



Post:  Λόγος λυρικός αλλά λιτός, κεκοσμημένος μόνο με την πείρα μιας άλλης αθωότητας: του παιδιού/ εραστή/ ποιητή. (Λόγος απλός και άμεσος που απεκδύεται τα περιττά, ακόμα και τα σημεία στίξης, ως ακατανόητα άστρα στο εκστατικό, αδιανόητο, βαθύ σύμπαν της ποίησης.) 


 


4      Μαρία Χρονιάρη


ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΑΛΛΑΖΩ ΖΩΕΣ
Γαβριηλίδης 2010


XI
Όλοι οι δρόμοι μοιάζουν με καρτ ποστάλ. Βρίσκονται πάντα στην ίδια θέση. Στο πλακόστρωτο τα βήματα ακούγονται το ίδιο σιγανά. Το σιντριβάνι με τα φίδια ακόμα παλεύει. Για τη γιατρειά.
Εμείς λείπουμε. Λυπούμαι. Κι όμως, εκεί, ώρες πριν το ξημέρωμα, έζησαν όλα όσα μπορέσαμε ποτέ να υπάρξουμε.


XVIII
Όλα εξαρτώνται από την αίσθηση του τίποτε. Ληγμένα πυροτεχνήματα που περπατούν στο σκοτάδι.
Ευτυχώς που άλλαξα μπαταρία στο φεγγάρι.


XXIV
Καίω το μυαλό μου κάθε φορά. Λίγο πριν λιώσει το σβήνω ρίχνοντας πάνω του τα λόγια σου.


XXX
Μια νύχτα θα κάψω τους νεκρούς μου και θα ρίξω τις στάχτες στη θάλασσα. Να πάρουν αυτό που τους αξίζει. Μετά θα κάνω μια ινδιάνικη τελετή για να ξορκίσω το κακό. Θα κρέμεται ο σκορπιός στο λαιμό μου και θα ‘ρθω να σε βρω.
Την ώρα που η σιωπή θα γεννάει τα παιδιά της.


XLV
Δεν έχω άλλες απορίες για τη ζωή. Μου τις έλυσαν τα φαντάσματα.



Post: Αξιοπρόσεχτα νεαρά ποιήματα, με μετεφηβική μελαγχολία αλλά  ζωηρά και απαιτητικά, στην συλλογή της πρωτοεμφανιζόμενης Μ. Χ.


 


5      ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ

ΤΕΣΣΕΡΙΣ  ΕΠΟΧΕΣ
Κέδρος, 2010



(…) Όπως συμβαίνει (αν θυμάστε) στην ταινία του Βερόφ:
Ο χρόνος κινείται αντίστροφα,
Το ψωμί επιστρέφει στο αλεύρι
Και ύστερα στον αγρό, με τα ψηλά σιτάρια να κυματίζουν ρυθμικά. Τα τραμ γυρίζουν στην αφετηρία τους. Βαδίζουμε προς τον καθεδρικό έχοντας πίσω μας την είσοδο και το προαύλιο, όπως εκείνοι που έφταναν στον Άδη με την πλάτη (στραμμένοι σ’ αυτά που εγκατέλειπαν). Όλα μπορούν να ανακτηθούν. Τα περασμένα αφήνουν γενναιόδωρα τον οβολό τους, όταν προτείνω το κουτί που γράφει «Το χρόνο μου, παρακαλώ, τα πράγματά μου». (…)


(ΕΠΙΣΤΡΕΨΙΜΟΤΗΤΑ  ή Χριστούγεννα στο Ζάλτσμπουργκ)
   *
ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ  ή Ξενάγηση σε ποιητή


Την πόλη δεν την ξέρετε /είναι όμως στο πνεύμα σας, /στα πρότυπά σας εννοώ / (δεν σας μιλώ στον ενικό κι ας είστε νεότερός μου). / στο νότιο άκρο της, μια λίμνη ακίνητη / κλεισμένη από βουνά. / περνάτε απέναντι, αν θέλετε, ανά ημίωρο / με τα λευκά πλοιάρια./ Στη δυτική πλευρά, ο περίφημος περίπατος με τις αλέες, /ειρήσθω εν παρόδω, αποτυπώθηκε κατά καιρούς / σε πλήθος παραστάσεις / (πέρασε ο Λιστ, δίνοντας ρεσιτάλ). / Η πόλη κατακλύζεται από υπερήλικες / ζεύγη ή εκ γενετής μονήρεις /, βαρύτονες κυρίες με μικρά σκυλιά και τιμαλφή,/ αργόσχολους απρόσβλητους απ’ την ανία. / Θα σας γοήτευε ο τόπος. / Έχετε γεννηθεί κι εσείς ηλικιωμένος, / ποτέ δεν τρέξατε για τίποτα στο δρόμο. / Σας θέλγει από μικρό η ωριμότητα, / μια νεύρωση που απεχθάνεται τη δράση, / τα προφανή σχήματα της υγείας. (…) 
(…)


Post:  Ατμοσφαιρική, διαβρωτική ποίηση. Στίχοι – στιχομυθίες του ποιητή με απόντες ανθρώπους και τόπους, με αισθήσεις που αποσύρονται. Ώριμοι καλοκαιρινοί καρποί με άρωμα φθινοπωρινών φύλλων, υγρασία άνοιξης και ρίγος χιονιού.





6      Αθηνά Παπαδάκη


ΜΕ ΛΥΧΝΟ ΚΑΙ ΛΥΚΟΥΣ,
Νέδα, 2010


ΤΑ ΙΕΡΑ ΜΟΥ ΣΚΕΥΗ


Ό, τι και αν αγγίζω κόβομαι.
Όλα απέκτησαν αιχμές.
Και με τον άνεμο ματώνω
Για ορατές καταστροφές
Κι αόρατες οδύνες.
Μέσα στην άχνη
Και την τέφρα
Βράζω νερό.
Μάχιμες μόνο οι κατσαρόλες
Στις σκιερές εκρήξεις τους
Βράζουνε κόλυβα.
Δεν τα καταδέχεται κανείς.
Χαράματα
Τείνω μια χούφτα στάρι προς τα σύμπαντα.
Έτη φωτός μακριά.


*


ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ


Βαδίζω ξιπόλητη
Ανάμεσα στα φθινοπωρινά σαλιγκάρια
Μην τα λιώσω.
Απόσταση να πάρω
Από τη βαναυσότητα των καιρών.
Εξάλλου με συμφέρει
Η αβρότητα.
Ποιος ξέρει
Ίσως αργότερα
Τα μαζέψω.
Εκλεκτή τροφή.


*
Κόπηκε  η αριστερή πλευρά μου ξαφνικά.
Και η άλλη εξήλθε
Αργά βαδίζοντας
Προς την ευδαιμονία του κήπου.
Με χαρά
Σε φιάλη κρατώ
Την επώαση νέων άστρων.
Μήπως δεν το γνωρίζατε
Πως στερεώματα και στερεώματα
Ενυπάρχουν εντός μας;


Post: Λεπταίσθητη ποίηση που αγγίζει αβρά την επιφάνεια των πραγμάτων -κηλιδωμένη ανεξίτηλα από το μαύρο στο βυθό τους.




7      Αργύρης Χιόνης


Ο, ΤΙ ΠΕΡΙΓΡΑΦΩ ΜΕ ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΙ
Γαβριηλίδης, 2010



ΙΙΙ
Έρχονται αθόρυβα οι μέρες μου – γάτες με πέλματα βελούδινα, ταχύτητα αστραπής – τρίβονται μια στιγμή ανάμεσα στα πόδια μου. Σκύβω να τις χαϊδέψω. Έχουνε κιόλας φύγει.


   *


ΧΙ
Με τρομάζει η ανυπαρξία, η μητέρα μου
Και δεν ξέρω γιατί
Αφού η ερωμένη μου, η ύπαρξη
Είναι αυτή
Που πάντα μου επεφύλασσε
Και σίγουρα μου επιφυλάσσει ακόμα
Τις πιο οδυνηρές εκπλήξεις.


   *
ΧΙV
Ο σπόρος που το φθινόπωρο θάψαμε
Το χρυσό στάρι, ο χρυσός νεκρός
Ο σπόρος που σάπισε
Κάτω απ’ τη βροχή και το χιόνι
Πρόβαλε πάλι μεσ’ απ’ τη λάσπη
Πράσινη ανάσταση μέσα στην άνοιξη.
Τι απόγινε όμως ο γεωργός;
Κι αυτόν τον φυτέψαμε
Κι αυτόν τον πότισε η βροχή και το χιόνι –


Τι απόγινε;
(Εκδοχές του τέλους)


  *
Β´
Ούτε τ’ αηδόνια
Ούτε οι ποιητές πλάστηκαν
Για τις ξόβεργες.


Οι ξόβεργες, ωστόσο,
Είναι γι αυτούς πλασμένες.


(21 Τάνκα)


  *
Η ποίηση ήταν γι’ αυτόν
Ό, τι για τον Περσέα ο καθρέφτης.
Μόνο μεσ’ απ’ αυτήν μπορούσε να κοιτάζει
Τη φριχτή πραγματικότητα.


(Παίγνια και σάτιρες)



Post: Ποιητόνια σε τροχιά ατόμου. Σε τροχιά γύρω από εστία σκότους. Μακρόβια, ιοβόλα, ευθύβολα, όμορφα, απελπισμένα. Γητεύουν και τσιμπάνε.


Επιμέλεια Παυλίνα Παμπούδη