Εκτύπωση του άρθρου
ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ

ΝΙΚΟΣ ΕΡΗΝΑΚΗΣ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
 
Όταν είχα πρωτοδιαβάσει τα ποιήματα του Ν. Ε. του πρότεινα, αυθόρμητα, να βάλει τίτλο στη μελλοντική έκδοση της συλλογής τον τίτλο ενός από αυτά: Εν δυνάμει επικίνδυνος. Από συστολή, αρνήθηκε.
Το συγκεκριμένο ποίημα περιέγραφε (στα μάτια μου) με ακρίβεια τον ποιητή όλων των υπόλοιπων: ...είμαι πονηρός / συνήθως υγρός /έχω μια τάση να αγαπάω /αλλά συνήθως αρκούμαι / στο να πονάω //δεν είμαι δυνατός / δεν είμαι δυνατός /δεν είμαι δυνατός // αν ήμουν όμως /θα σας έδειχνα εγώ... Κάτι ζωντανό σάλευε εδώ, με νωχελική επιθετικότητα, κάτι που μόλις είχε βρει τον εαυτό του, ξαφνικά, κάτω από μια πέτρα.
Το σκίτσο αυτού του αυτοψυχογραφήματος είναι ακριβέστατο -έχουμε να κάνουμε με ποιητή: Ο Ν. Ε. είναι όχι μόνο εν δυνάμει, αλλά φύσει, θέσει (και εν γνώσει του) ποιητής. Θα μπορούσε λοιπόν να γίνει επικίνδυνος. Και για το σύστημα και για τον εαυτό του.  
Ο ποιητής είναι ένα παράξενο πλάσμα: αθώο – επειδή μόνο ο αθώος μπορεί να προσπαθεί να «ποιήσει» τον κόσμο από την αρχή – αθώο, αλλά πάνοπλο και επικίνδυνο. Έχει ανθεκτικό εξωσκελετό, σύνθετο οφθαλμό – για να αντιλαμβάνεται σε πολλά καρέ ταυτόχρονα το παρόν και το μέλλον και κεραίες- για να πιάνει άλλες συχνότητες. Και, βέβαια, έχει φτερά (πολλές φορές φανταχτερά), και κεντρί για μάταιη άμυνα. Και, τέλος, καίγεται όμορφα.
 
Ο Ν. Ε. είναι καινούργιος στον κόσμο. Ως ποιητής, έχοντας μόλις σκίσει το κουκούλι του, αντιλαμβάνεται ότι  ήδη είναι πιασμένος αναπόδραστα στον ιστό ενός συστήματος. Στον ίδιο ιστό είναι πιασμένοι, μια μάζα, και όλοι οι άλλοι, η εποχή του, τα πάντα, ακόμα και οι θεοί –ιδέες.  Δεν τον αφορούν, δεν τον βοηθούν· προτιμά να παρακολουθεί μόνο, αμέτοχος, την άνοδο και την πτώση τους:
το μόνο που ζηλεύω από τους θεούς /είναι ο τρόπος που πεθαίνουν / αφήνουν πάντα το κοινό τους /καταγοητευμένο
Ο ίδιος νιώθει ένθεος αλλά χωρίς θεό.
είδα τον θεό,/ του μίλησα, τον άγγιξα /αλλά δεν ξέρω αν υπάρχει.
Ο εαυτός του (ο πολλαπλός του εαυτός) είναι το κέντρο του ποιητικού του σύμπαντος. Τον παρατηρεί, τον παρακολουθεί ναρκισσιστικά και καχύποπτα:
είμαι ένας μάλλον ευτυχισμένος καταθλιπτικός, λέει. Κι αλλού: δεν είμαι παρά /ένας γοητευτικός τσαρλατάνος. Πάντως, συμβιώνει μαζί του, και τα καταφέρνει αρκετά καλά, αν και διαπιστώνει: νιώθω κάπως άβολα με το παρόν /πρέπει να κοιτάζομαι πιο συχνά στον καθρέφτη.
Βεβαίως, καταλήγει: άστο, / δεν είμαι από αυτούς που σώζονται.
 
Κι όμως, εξαιτίας της ιδιαιτερότητάς του, παίρνει ηγετικό ρόλο και αρχίζει να μιλά εκ μέρους της γενιάς του. Δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, γιατί:
ακούω τη σιωπή όλων μας /κι αυτό με καταβροχθίζει.
 Ανήκει σε μια γενιά ασφαλώς ανασφαλή, επιμελώς οργισμένη, τεχνηέντως αποδυναμωμένη -αλλά και με άπειρες δυνατότητες, καινοφανείς δεξιότητες, γονιδιακή σοφία και οξυμένο ένστικτο.
 Αυτή η γενιά δεν έχει να αγωνιστεί για συγκεκριμένες ή αφηρημένες έννοιες, όπως οι παλιότερες (όλα έχουν χαθεί, όλα έχουν κερδηθεί): και τώρα τι; /και τώρα που δεν είναι τίποτα εδώ, τι; / μήπως να φύγουμε κι εμείς; / να κατηφορίσουμε προς τα πίσω; (...) τι μένει να αναμένουμε / όντας οι μόνοι νικητές;
Έχει όμως να αντιμετωπίσει τους κενούς στόχους της ευζωίας, την ανία και την έλλειψη σκοπού. Για την ώρα, έχει ν’ αντισταθεί, έστω παθητικά, για ν’ ανατρέψει ή να τροποποίησει κεκτημένα, ευσεβείς πόθους, σφάλματα και εμμονές όλων των προηγούμενων γενεών: το να δρας είναι κάπως banal
η πράξη είναι κάτι το υπερτιμημένο /δεν απαιτείται /συνήθως επιβάλλεται /ψυχαναγκαστικά /διεστραμμένα / φωνάζει για εξέλιξη /η κίνηση εξουθενώνει /
αποπροσανατολίζει /το σώμα λειτουργεί πάντα εις βάρος της σκέψης /η διατήρηση του σε ακμαία κατάσταση / και η διαφύλαξη της υγείας του /είναι κάπως  banal /όπως το να βγαίνεις Σάββατο βράδυ.
Και: η απελευθέρωση κρύβεται στην απόρριψη κάθε σκοπού /δεν είναι ανάγκη να μεγαλώνουμε (...) η πλήξη είναι  η αδιέξοδη μορφή ιδιοφυίας /που κρύβει ο καθένας μας μέσα του.
Είναι μια γενιά βαθιά υποψιασμένη και ο Ν. Ε, ως εκπρόσωπός της, ξέρει ότι δεν πρόκειται να διατηρήσει για πολύ το αμέτοχό της. Η αλλοτρίωση έχει ήδη ξεκινήσει αθόρυβα, πρέπει να βιαστούν να προσαρμοστούν, έξυπνα όμως, για να μπορέσουν να συνεχίσουν τη δουλειά από μέσα: Σημασία έχει ν’ αλλάξουμε /πριν μας αλλάξουν, λέει.
Αλλά και σ’ αυτή τη διαπίστωση / παρότρυνση διακρίνεται κάτι σαν αποδοχή και παραίτηση, έλλειψη μαχητικότητας και αίσθηση ματαιότητας:
ο κόσμος είναι ένα αρκετά μικρό μέρος //μη σκέφτεσαι το μέλλον / δεν θα αργήσει//
χανόμαστε /δεν πειράζει /βρίσκονται άλλοι.
 
Και ο Ν. Ε. ξαναγυρνά στον εαυτό του – έχει κιόλας αρχίσει να καλλιεργεί δεξιότητες μειονοτικών: ξέρεις, έχω έναν ιδιαίτερο τρόπο να νικάω /χωρίς να με καταλαβαίνει κανείς
Δε φαίνεται να έχει ζήσει παιδικά χρόνια – είναι ενήλικος εκ γενετής. Και γι’ αυτό θα χάνεται μέσα στα παιδικά του χρόνια για πάντα. Έχει σαφείς προσανατολισμούς με προσλαμβάνουσες χαοτικές, είναι εύθραυστος σαν έφηβος και σαν γέρος, είναι ένα υβρίδιο αναγεννησιακού ανθρώπου και χίμαιρας. Είναι νέα φωνή αλλά αρχαία ψυχή του υπαγορεύει:
γύρνα τον καθρέφτη προς την πόρτα / όποιος μπαίνει, να μπαίνει στο μέσα του.
Πολλές φορές νωπός σαν μόλις να έχει γεννηθεί, απορεί με παιδικό θαυμασμό και αμέσως μετά, κάνει παρατηρήσεις προχωρημένης ηλικίας:
όλα τα αντικείμενα λειτουργούν συνειδητά /                                                                                                                             βλέπεις δεν έχουν την πολυτέλεια του υποσυνείδητου //                                                                                                                                                                   η πόρτα μπορεί να κλείσει μόνη της /                                                                                                                                                                              αλλά δεν ξέρει πότε να ανοίξει.
και προχωρά ακόμα περισσότερο, ως γέρων ενδοσκοπούμενος με φιλοσοφίζουσες διαπιστώσεις: το Εγώ και το Αυτό τελικώς ταυτίζονται /προκαλώντας το χάος μέσα μας /(...) ποια είναι μεγαλύτερη δίψα /της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας; και απροσδόκητες σκέψεις: το ατομικό είναι εικονική πραγματικότητα /η συλλογικότητα το εφηύρε.
 Η πραγματικότητα δεν υπάρχει ή δεν αφορά κανέναν: η πραγματικότητα δεν είναι παρά /μια πτυχή της φαντασίας μας.
Είναι μελαγχολικός -οι έφηβοι και οι γέροι είναι μελαγχολικοί, οι ενδιάμεσες ηλικίες είναι πολύ απασχολημένες με (μάταιες) πρακτικές μέριμνες, δεν έχουν χρόνο, συνειδητά ή ασυνείδητα ξεγελιούνται σχετικά με τη φύση της ζωής. Λέει όμως: το μόνο που αποδεικνύει η μελαγχολία /είναι υπερβάλλουσα θέληση για ζωή (...)
 
Ο έρωτας περνά από τους στίχους του χωρίς ιδιαίτερη έμφαση. Δεν είναι ακόμα καύσιμο, κινητήρια δύναμη είναι  μάλλον ένα παιδικό παιχνίδι (που μπορεί να εκραγεί στα χέρια σου από άγνοια χρήσης) ή, έστω, ένα παιχνίδι συναναστροφής που μπορεί να σε ψυχαγωγήσει και να πλουτίσει τις γνώσεις σου επί ματαίω. Δεν του δίνει κάποια ξεχωριστή θέση, τον αντιμετωπίζει μαζί με όλες τις λοιπές υπαρξιακές αγωνίες: αυτό που με εκνευρίζει στον έρωτα /είναι η ικανότητα του να με μεταμορφώνει / προσπαθώ να τον σκοτώσω / αλλά συνήθως αυτοκτονεί // μοιάζει με την  Ύπαρξη που με εξουθενώνει /τη νιώθω βάρος στους ώμους /ατροφικά φτερά που ενώ μεγαλώνουν /ποτέ δεν πετούν.
Μάλλον δεν έχει ερωτευτεί ακόμα, φαίνεται να αντιστέκεται:
όχι, δεν υπάρχουν αστέρια στις πόλεις /κι εσύ είσαι πολύ μικρή για να με κοιτάς έτσι
Κάποια στιγμή όμως ζητά βοήθεια:
ξεμένω από λέξεις /αν δεν ερωτευτώ / είμαι χαμένος
Σε τέτοιες φάσεις, παρασύρεται σε πράξεις λεξιλαγνείας:
σήμερα λέω να παίξω με τους στίχους!! / με τις λέξεις και τα στίγματα,, / να /
 πειραματιστώ /  με όλα…/ ίσως εφεύρω και μερικά /  καινούργια /  δικά μου!
Και επιδίδεται σε παιχνίδια του λόγου και σοφιστείες, που όμως αρθρώνουν προτάσεις: δεν υπάρχει αλήθεια για κάθε ψέμα / κι αυτό σημαίνει πως υπάρχουν ψέματα που είναι αλήθεια.
 
Πολλοί στίχοι από τη συλλογή του Ν. Ε. ακούγονται οικείοι, αλλά είναι απλώς διαχρονικοί, θα μπορούσαν να ανήκουν σε ποιητή άλλης γενιάς ή ποιητή ακόμα πιο αθώο: αφού μπορούμε να γράφουμε ακόμα ποιήματα /μπορούμε τα πάντα. Ή: με όλους αυτούς τους στίχους προσπαθώ  να σας πείσω για το φθινόπωρο /μα όση τέχνη και να βάλω η άνοιξη δεν νικιέται.
Η δυναμική όμως αυτού του, εν δυνάμει επικίνδυνου νέου ποιητή εντοπίζεται κυρίως στους στίχους που επέλεξε ο ίδιος για να δώσουν και τον τίτλο στη συλλογή – αντί να τους γράψει σαν σύνθημα σε τοίχο. Είναι από το ποίημα με το μυστικό που κοινοποιείται (με μάλλον αισιόδοξο χαμόγελο) σε ομήλικους, ομοιδεάτες, εραστές, σε όλους τους ζωντανούς ανθρώπους:  μένει μονάχα  να ενώσουμε τα αστέρια μας /και θα γίνουμε αστραπές //σύντομα όλα θα καίγονται / και θα φωτίζουν τα μάτια σου.
Και ο Ν. Ε. ευαγγελίζεται: η επόμενη επανάσταση  /θα είναι επανάσταση ομορφιάς.             
 
 
Παυλίνα Παμπούδη