Εκτύπωση του άρθρου

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΙΔΗΡΑ

 

Οκτώ ποιήματα

 

 Ἄν
 
Είμαι εκείνο το παιδί που δεν γεννήθηκε.
Μια νύχτα του Ιούλη…
Καύσωνας…  και το φεγγάρι κατακόκκινο
αρμένιζε σε μαύρη αναστραμμένη θάλασσα.
Τα πάντα κόκκινα: ο πόθος του
η ντροπή της, η ανέχεια
και όλα μαύρα: τα μάτια του και το σκοτάδι
το βίαιο σταμάτημα
που με ακύρωσε
θα ‘μουν δε θα ‘μουν τώρα
στα δεκάξι.
 
Τη νύχτα που θα γεννιόμουνα
σφάδαζε από τους πόνους.
Όταν λυτρώθηκε: αγόρι, είπανε
και πάλι αναφιλητά.
Καημένο μου γαλάζιο βραχιολάκι!
Πόσο τρόμαξα —θα τρόμαζα—
δίχως το μητρικό μου, στοργικό κουκούλι
εκείνος πουθενά
κι εγώ να προλογίζω τη ζωή μου
με μιαν άρνηση ακόμα.
 
Θα ‘χα τα μάτια του πατέρα.
Γαλάζια στην αρχή
μετά θα συσσωρεύαν τόσο μίσος
θ’ άρχιζαν  να σκουραίνουν
—σκούρηναν— ώσπου γινήκαν μαύρα
η εκδίκηση.
 
Μια νύχτα του Ιούλη σαν εκείνη…
Καύσωνας… κι η αγωνία μου
είχε μεταλλαχθεί σε ιδρώτα
 
 
Εκείνος πάλι βόγκαγε
Αφηνιασμένη η δυσωδία του αλκοόλ
θα ορμούσε —όρμησε— στα ρουθούνια μου,
το μίζερό της κλάμα
τρύπαγε τ’ αφτιά μου.
 
 
Όλα μαύρα: η παραφορά και το περίστροφο
το πένθος που  ξεχύθηκε στο σπίτι
κι όλα κόκκινα: το αίμα με το σπέρμα
τα σεντόνια και το χέρι μου
ήμουνα —θα ‘μουνα— δεκάξι τότε
αν…


Στὸ τραμπολίνο
 
Ἔτσι ἀσταμάτητα χοροπηδοῦσαν
συγχέοντας παράξενα τὰ σχήματά τους.
Φούξια κολλάν, τζήν παντελόνια
κίτρινα, κόκκινα πολύχρωμα μπλουζάκια
μαῦρα μαλλιά και καστανά, πυρόξανθα
—χρωμάτων πανδαιμόνιο—
γειώνονταν ἀπότομα
κι ὕστερα ἐκτινάσσονταν
ἀκόμη πιό ψηλά
Μιὰ ἀνταρσία ἀναίμακτη ἀφοῦ
τὸ δίχτυ τὰ προστάτευε
Μόνο τὰ γέλια κι οἱ φωνές τους
δραπέτευαν ἀπρόσκοπτα κι ἀνέμελα
ἀπ’ τὴν ἀσφάλειά του.
 
Ἀκίνητη
καθηλωμένη σὲ μιὰ καρέκλα ἀναπηρική
ἄρχισε νὰ μετρᾶ τὰ χρόνια τους
ποὺ ὅλα μαζὶ
οὔτε ποὺ πλησιάζαν τὰ δικά της.

 

Εξομολόγηση
 
Απόσταγμα του εαυτού μου απόμεινα
ἡ μετάνοια μ’ εξαντλεί
όλο πιο λίγη δίχως ενοχές
στο πετραχήλι πάνω απ’ το κεφάλι μου
σταματημένες.
Το βάρος τους
έξω από μένα
με πιέζει πιο πολύ
κι ὁ Πόντιος Πιλάτος
λίγους αιώνες πάρα πέρα
όλο να με παρατηρεί
τα χέρια πάντα νίπτοντας
και μεταθέτοντας ξανά
σε μένα την ευθύνη.

 

Ἡ σημαιοφόρος
                 για τη Μαριάννα
                 μνήμη Γιώργου
 
Λὲς κι εἶχες δανειστεῖ τὰ μάτια μου
κοιτοῦσες
ὅλο κοίταζα τὴν κόρη.
Ντυμένη τὸ γλαυκὸ φῶς τῆς ἡμέρας
μὲ τὰ μαλλιὰ λυμένα
νὰ θροϊζουνε στὸν ἄνεμο
σὰν διακριτικὸ σιγόντο
στῆς σημαίας τὸν κυματισμό.
Τὰ γαντοφορεμένα χέρια της
μικρὰ γιὰ νὰ σηκώνουνε
τὸ βάρος τέτοιας μνήμης.
«Εἶναι μεγάλη ἡ διαδρομή;»
σκίρτησες μέσα μου
παράλογα ἀνησυχώντας
ἀφοῦ τὸ ἐλαφίσιο βῆμα της
δρασκέλιζε ἀπρόσκοπτα
τὶς ἀποστάσεις.
Θαρροῦσα πὼς δὲν ἤμουν πιὰ ἐγὼ
δὲν ἤμουν παρὰ ἐσὺ
πού 'σβησες μονοκοντυλιὰ
ἐννέα χρόνια ἀπουσίας
νὰ τὴν καμαρώσεις.
 
«Γιαγιὰ», μοῦ λέει ὕστερα ἡ μικρὴ
καθὼς πάσχιζα νὰ τῆς ἐξηγήσω
«Σύνελθε! Ἔχεις ξεφύγει!»

 

Στὸν ἀκτινολόγο
 
Νά ‘μαι λοιπὸν στὸ σκοτεινό δωμάτιο
ἡμίγυμνη νὰ συμμορφώνομαι στὶς ὲντολές σου.
Τεντώνομαι, ἀναδιπλώνομαι.
«Ὕπτια τώρα» μου ὑπαγορεύεις.
Ἂς μὴν ἐρχόμουνα λοιπόν.
 
Τώρα θὰ ὑποστῶ τὴν ἐτυμηγορία
ποὺ οἱ σκελετοὶ τριγύρω μου φοβοῦνται
Τὴν προστατευτικὴ ποδιὰ κρεμᾶς
κι  ἀμήχανος σωπαίνεις. Σὲ συμμερίζομαι.
 
Λὲς καὶ δὲν ἔχω νοιώσει τὸ χάδι τοῦ δυνάστη μου
σ’ ὅλες  τὶς πόζες
ποὺ γιὰ χάρη του ἄλλαζα;
ἤ μήπως καὶ δὲν ἔχω ἀφουγκραστεῖ
τὸ ὄνομά του
μεσ’ ἀπὸ τὶς ἀδέξιες χειρονομίες σου;
 
Τίποτα δὲν μοῦ λένε ὅμως
ὅλες αὐτὲς οἱ ἀσπρόμαυρες
φωτογραφίες τῆς συλλογῆς σου
ἀφόρητα ἴδιες κι ἀποκρουστικές.
 
Ἡ σάρκα μου μὲ ντύνει πάλι
ὄμορφη καὶ μοναδική.
Ἡ σάρκα μου μὲ προστατεύει
κι ἀναβάλλει.


Οἱ αρνήσεις
 
Δὲν  ἔχω αὐταπάτες πιά
Ἔφτασ’ ἡ ἐποχὴ ποὺ ἀνθοφοροῦν
μονάχα οἱ ἀρνήσεις.
 
Κάποτε εἶχα δεδομένη τὴν ἀνταπόκριση.
Θήλαζα ὅση κι ἂν ἤθελα
ἀγάπη ἀπὸ τὴ μάνα μου.
Αὐτὴ τὰ φταίει. Καὶ νὰ μὲ νανουρίζει
μ’ ἐκεῖνο τὸ: «Κι ἐμεῖς καλύτερα»
Καλύτερα κι ἀπ’ τὴν πεντάμορφη ἀκόμα;
 
Καὶ πῶς νὰ ξεκινήσω ὕστερα
χαράματα γιὰ τὸ γραφεῖο
μὲ τὴν ἀκμή μου σ’ ἔξαρση
καὶ τὸν προγναθισμό μου;
Ἄκου καλύτερα!
 
Τὰ λέγανε παραμύθια τῆς ἄγκυρας.
Δέναν τὴν φαντασία μας
σ’ ἕνα φτηνὰ ἐπιχρυσωμένο
κούφιο πάσσαλο.
Τώρα διαβάζω στὰ παιδιά μου
«Τὸ καπλάνι τῆς βιτρίνας» ἢ
«Τὰ ψάθινα καπέλα»
ὅσο γιὰ τὴν περίφημη ἀνταπόκριση
τὰ ξεγελάω κι ἐγὼ μὲ τὴ σειρά μου.
 
Οἱ ἀρνήσεις ἀκονίζουν τὰ μαχαίρια
καὶ μὲ περιμένουν.
Καλὰ ποὺ μάθαινα καὶ τὰ Θρησκευτικά.
 
Γιὰ μὲνα ὁ ἀλέκτωρ
ἔχει λαλήσει κιόλας τρεῖς φορές.

 

Μαρόκο 1992
 
Ἔπρεπε νά ‘ρθω ἐδῶ λοιπὸν
στὸ Οὐαρζαζὰτ νὰ βρῶ ξανὰ
τὸ μελαψὸ ψιλόλιγνο ἀγόρι
ποὺ ἤμουν. Αἰῶνες πίσω
νὰ μὲ παρασύρει ἡ ἀνεμοθύελλα.
Ὁ ἀντικατοπτρισμὸς κοντὰ νὰ φέρει
τὸ παλιὸ σεντούκι ποὺ μέσα
εἶχα ξεχάσει τὴν παλιὰ ζωή.
Τρίζουν οἱ μνῆμες
σκουριασμένες σιδεριὲς
καὶ νὰ ξεχύνεται τὸ γέλιο τῆς φυλῆς μου
γεμάτο θλίψη κι ἐγκαρτέρηση.
Κιλίμια στρώνουνε οἱ Βερβερίνοι
γιὰ νὰ περάσ’ ἡ θύμηση.
Τουλπάνια, ἀτλάζια σκουροφαγωμένα
ὁ γάμος, αἵματα στεγνωμένα στὰ
κουμπούρια ὁ πόλεμος
ὁ λίβας νὰ ραπίζει τὶς παλιὲς πληγὲς
καὶ μοναχὴ στὸ βάθος
μιὰ ἐλπίδα νὰ σκεβρώνει.
 
Γκεμάλ! μὲ φώναζαν καὶ τότε
κι ἀπὸ τὶς ἀλλοτινὲς ζωές μου
κράτησα μόνο αὐτὴν τὴν ἔρημο
ποὺ βλέπετε στὰ μάτια του
στὰ μάτια μου.


Ἀναγνώριση
          Στὸν Βασίλη
              Μνήμη Γιώργου
      
Ἀνασηκώνουν λίγο τὸ σεντόνι
—μία σκηνή τόσο συνηθισμένη
σὲ ταινίες ἀστυνομικὲς—
ἀποκαλύπτοντας μιὰ μάσκα οἰκεῖα
χαλκοπράσινη κι ἐσὺ σπεύδεις
ν’ ἀρθρώσεις μόλις ἕνα: «ναι…»
πισωπατώντας ἄναυδος.
 
Σὲ τίποτα δὲν ἄλλαξε.
Μόνο ποὺ πρωταγωνιστὴς
ἤσουν ἐσὺ ἀγόρι μου
κι ἐκεῖνος… ὁ πατέρας σου.
Αὐτὸ μονάχα.
Τίποτ’ ἄλλο.
 
 
Αγγελική Σιδηρά