Εκτύπωση του άρθρου

 

 

ΑΝΝΑ ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΥ

 

Όνειρα – Ποιήματα


(Ομιλία στο 32ο Συμπόσιο Ποίησης
Πάτρα, Ιούλιος 2012)

 

 

        Στην «Έρημη χώρα» στο ποίημα «Μαρίνα» ο Thomas.S. Eliot  λέει:

        Ψιθυρισμοί και ψιλά γέλια ανάμεσα σε φύλλα και πόδια βιαστικά
        Στα  βάθη του ύπνου, όπου σμίγουν όλα τα νερά.
         …………………………………………………………….

Προλογίζοντας την Β έκδοση της «Έρημης χώρας» του Eliot, ο Γ. Σεφέρης γράφει για την αναμέτρησή μας με το ξένο, με το μη οικείο, με αυτό που συχνά, υψώνοντας τείχη, προσπαθούμε να αποκλείσομε. Γι’αυτό και παραμένει ανείπωτο «παρόλο που η ιστορία μας είναι φτιαγμένη από ταξίδια, γνωριμίες, ριζώματα, διαλόγους σε μακρινούς τόπους, που καταλήγουν όμως να φέρουν μία σφραγίδα που την αναγνωρίζομε αμέσως σαν δική μας» (σελ. 11). Ο Σεφέρης μιλάει εδώ για την σχέση ανθρώπων των ελληνικών γραμμάτων με τα δημιουργήματα του δυτικού πολιτισμού. Αναφέρεται όμως ειδικά στα παράγωγα ενός ποιητή, του T.S.Eliot, που θεωρήθηκε από πολλούς – λέει ο Σεφέρης – ότι έγραφε σε μία «βύθιση ξυπνημένου ονείρου».
Να λοιπόν το όνειρο και το έργο του ποιητή σε άμεση προσέγγιση,  που ανοίγει ωστόσο και πλήθος ερωτημάτων. Όπως λέει ο Eliot στο ίδιο ποίημα : 

       «Ποια πέλαγα ποιοι  γιαλοί, γκρίζα βράχια και ποιά νησιά.
        Και ποιο νερό γλείφοντας τήν πλώρη
         …………………………………………
        Ποιές ζουγραφιές γυρίζουν».
 
Εικόνες των ονείρων και εικονογραφήσεις ποιητικές • τί όψεις συνθέτουν; Φωτεινές, σκοτεινές; Κατανοητές; δυσνόητες ; Πέρα από την
λογική; Μέσα στο συναίσθημα ;   

«Δεν θέλω να πώ», λέει ο Σεφέρης, (σελ.32) «ότι δεν πρέπει να παρέχει η ποίηση νόημα λογικό. Υποστηρίζω μόνον πώς η ύπαρξη του νοήματος είναι συχνά άσχετη με την ποιητική αξία… Η ποίηση είναι καλυμμένη από λόγο και σιωπή, σμιλεύει την σιωπή κατά κάποιον τρόπο».

Νομίζω, πώς ο λόγος του Σεφέρη στήνει μία γέφυρα ανάμεσα στα ποιήματα της εγρηγόρσεως  ενός ποιητή και στα  ποιήματα της νύχτας των ανθρώπων, δηλαδή στα όνειρα, αφού από τα βάθη μιας σκέψης στην οποία, αλήθεια, σμίγουν όλα τα νερά, ξεπροβάλλουν όσα ο άνθρωπος πλάθει.
Όν βαθύτατα ποιητικό ο άνθρωπος ψυχικά βρίσκεται σε συνεχή κίνηση μετασχηματισμών  και περιπλανήσεων, η δε λειτουργία  κάθε ψυχισμού θεμελιώνεται με τις μεταλλαγές των ερεθισμών και διεγέρσεων που έρχονται από το σώμα. Η ονειρική διαδικασία  αναδεικνύει την «δυνάμει» υπάρχουσα ποιητικότητα του κάθε ατόμου. 

- Μ’αυτά που λέω δεν διαγράφω τις υπάρχουσες ποικίλες ατομικές διαφορές ή τις διαφορές ανάμεσα στα παράγωγα ενός ποιητή και στις κατασκευές του ονείρου. Η απόστασις που χωρίζει τις διαδικασίες μετουσιώσεως και συμβολικής διεργασίας στο έργο του ποιητή από τα όνειρα – παράγωγα ενορμητικών κυρίως ώσεων του ατόμου – είναι τεράστια. Και ασφαλώς μία άλλη θεμελιακή διαφορά σημειώνεται με την χρήση της γλώσσας. Οι ποιηταί χρησιμοποιούν την λεκτική έκφραση, ενώ η γλώσσα των ονείρων είναι εικονική. Όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το όνειρο κτίζεται επάνω σε λανθάνουσες σκέψεις που μεταλλάσσονται σε εικόνες και ότι οι εικόνες με την σειρά τους υφίστανται νέα μεταλλαγή σε λέξεις, όταν το όνειρο γίνεται αντικείμενο διηγήσεως στον εαυτό μας ή σε άλλον.

 Οι διαφορές υπάρχουν και είναι σημαίνουσες. Ωστόσο και στις δυο παραγωγές επιβάλλεται η ψευδαίσθησις της ικανοποιήσεως της επιθυμίας.  Γι’ αυτό διάλεξα να επικεντρωθώ σήμερα στην θεματική του «ποιούντος δυναμικού» του ανθρώπου, όπως αυτό αναδύεται μέσα στα όνειρα, σε συνέχεια όσων έλεγα πέρυσι για την ανθρώπινη δημιουργικότητα.

Θα σας μιλήσω λοιπόν σήμερα για την ποίηση του ονείρου και για την συγγένεια,  που έχει, πέραν των διαφορών, με τα ποιήματα  που γράφονται  στην εγρήγορση της ημέρας.

*

Ένας Ρώσος ποιητής του 19ου αιώνος αναρωτιέται :
 
         Που κρύβεσαι όνειρο, θεέ της ψυχής μου
         ………………………………………………

         Με χέρι τρεμάμενο θα αγγίξω την λύρα που εμπνέει η παρουσία σου. 
         Εμφανίσου !   σε περιμένει ο ποιητής που στοιχειώνεται από την
         ελπίδα… ……μέσα στην νύχτα της σιωπής2.

Όποιος ονειρεύεται και ξαναβρίσκει  το όνειρο του με το να το θυμάται και να το διηγείται, ασφαλώς σπάει την σιωπή του ύπνου και συναντιέται  με ένα αντικείμενο που λιβιδινά έχει επενδύσει. Βέβαια, όταν η σκέψη του αφηγητή εμφανίζεται ως σκέψη χρηστική,  η διήγηση του ονείρου μπορεί να ηχεί ως κενή από συναισθήματα  και ψυχικό τόνο. Παράδειγμα : όταν ο διηγούμενος περιγράφει συνοπτικά όσα ονειρεύθηκε, λέγοντας «αυτά είδα»  και τίποτα άλλο. Με εξαίρεση όμως αυτές τις περιπτώσεις, όπως και εκείνες των τραυματικών ονείρων, η «ονειρική αντίληψη» όπως την ονομάζει ο Merleau – Ponty  τροφοδοτείται από την προσπάθεια  να δοθεί πλήρης ικανοποίησις στις επιθυμίες που στο όνειρο ξεπηδούν από την φύτρα των σκέψεων ενός ομφαλού σκοτεινού για την συνείδηση. Μέσω οπτικών δεδομένων, το ασυνείδητο δείχνει κάποιες όψεις του, αρθρωμένες  όμως κατά την εργασία του ονείρου με στοιχεία προερχόμενα και από άλλα ψυχικά συστήματα, όπως γίνεται πρόδηλο στην διήγηση του ονείρου, αφού αυτή μετέχει του συνειδητού ή στην παρουσία άγχους κατά τον ύπνο, άγχους που αφορά το Εγώ. Ή ακόμη όπως δείχνει το όνειρο μιας νέας γυναίκας σε ψυχοθεραπεία που εισάγει την επιθυμία θανάτου της μητέρας  της με την αναφορά : «κοιμάται». Αλλά στο όνειρο η μητέρα εμφανίζεται σε εφηβική ηλικία και κοιμάται σε κελί μοναστηριού. Το όνειρο σημαδεύεται λοιπόν από άρθρωση μιας ασυνείδητης  επιθυμίας θανάτου με μία ακύρωση –  υποχρέωση – απαγόρευση μη συνειδητή που ξεκινά όμως από  συστήματα εκτός του ασυνειδήτου. Η μητρική μορφή δεν θα γίνει «μητέρα», κάτι που αφορά και την  θεραπεύτρια, ίσως  και την ίδια την θεραπευόμενη.

 Το όνειρο παρέχει βέβαια, κυρίως εκβλαστήσεις του ασυνειδήτου, αλλά η απαίτησις της εικονογραφήσεως και η εργασία  του ονείρου κατά την διαμόρφωσή της, διαπλάθονται με στοιχεία που καθιστούν την ερμηνευτική προσέγγιση πολύπλοκη. Στο κτίσιμο του ονείρου εμπλέκονται αισθήματα της σάρκας, ψυχικές διαδρομές και λεκτικές αποδόσεις (τα πρόσωπα των ονείρων μιλούν) που συνθέτουν το σώμα των εικόνων, ένα πλέγμα που τοποθετεί και δραστηριοποιεί τα πρόσωπα σε χώρους ελεύθερους από όρια και περιορισμούς χωροχρονικούς. Γι’ αυτό συχνά όταν ξυπνάμε έχομε το αίσθημα ότι γυρίζομε από την άκρη ενός άλλου κόσμου,  ότι ταξιδέψαμε σε πέρατα άγνωστα, απρόσιτα, ή σε μέρη γνωστά μέν, αλλά παλιά, ξεπερασμένα κι’ ωστόσο τόσο ζωντανά για την σκέψη που τα διαμορφώνει. Και όταν η σκέψις ξανοίγεται  σ´αυτά, αναστήνονται μέσα μας και όσα έχουν χαθεί.

        Ο Παλαμάς τραγουδάει : 

        Τα απάτητα ονειρεύομαι και τάψαχτα του  κόσμου
        ………………………………………………………

Αυτή η ψυχική διαθεσιμότης που χαρακτηρίζει την ανθρώπινη ικανότητα να στήνει ένα ονειρικό κείμενο, ακυρώνοντας  χωροχρονικούς και λεκτικούς περιορισμούς και να χρησιμοποιεί το είδος της σκέψεως που διαμορφώνει την εργασία του ονείρου, (εν πολλοίς και τις ονειροπολήσεις της ημέρας) είναι, πιστεύω,  ακροκέραμος που ωστόσο γίνεται γέφυρα ανάμεσα στα κτίσματα του ποιητή της εγρηγόρσεως  και όσων κτίζονται στον ύπνο. Ένας άλλος σύνδεσμος αναφαίνεται όταν σκεφθούμε ένα ακόμη κοινό στοιχείο : την σύγκρουση ανάμεσα στην διαθεσιμότητα για την οποία μίλησα και στις αντιστάσεις και αντι-επενδύσεις που την υπονομεύουν.  Τα στοιχεία αυτά σφραγίζουν και τις δυο παραγωγές, της ημέρας και της νύχτας.                

      Ένας Λιβανέζος ποιητής ο Nicolas Fayäd4 , γράφει:

       «Ô Νύχτα, περπάτα επάνω μου με βήματα  πιο γλυκά.
       Κάθε φορά που η σκέψη μου σε αγγίζει
      βρίσκομαι όπως στα κύματα της θάλασσας σε βάθη πνιγερά … του πεπρωμένου της   πάλης».
 

Πάλη μοιραία, πάλη αναπόφευκτη, ανάμεσα στα αντιθετικά ρεύματα που ποτίζουν  και σφραγίζουν την ανθρώπινη σκέψη.

Ένα από τα ρεύματα φορτίζεται από τις κατηγορίες της λογικής της ημέρας. Στην ροή του το άτομο βαθμιαία μετατοπίζεται από τον χρόνο της συνέχειας της επιθυμίας που αγνοεί την απώλεια, την ετερότητα και τις διαφορές προς τον χρόνο των διαχωρισμών και των διαφορών του μέσα και έξω, χρόνο που εμπεριέχει τις ελλείψεις. Στην «τάξη» του σκέπτεσθαι, τα στοιχεία συσχετίζονται, ομαδοποιούνται, συντονίζονται, αλλά και ιεραρχούνται σε σύνολα τα οποία συγκροτούν τα νοήματα και διαρθρώνουν πλέγματα εννοιολογικά.
Τα στοιχεία δεν συγχέονται, ούτε ισοδυναμούν και η δοκιμασία της πραγματικότητος λέει ότι το μέσα και το έξω δεν ταυτίζονται. Ότι μπορεί να κυνηγώ την πραγμάτωση των επιθυμιών μου, αλλά τις αναγνωρίζω ως ευχές που δεν θα πραγματοποιηθούν οπωσδήποτε.

Ένα άλλο ρεύμα συγκεντρώνει στοιχεία τραυματικών εμπειριών που δεν έχει γίνει δυνατό να μεταλλαγούν και που καθορίζουν επαναλήψεις ψυχαναγκαστικές. Καθηλώνουν τομείς της ψυχικής ζωής και ακινητοποιούν το αναπαραστατικό δυναμικό. Το ρεύμα αυτό τροφοδοτεί και τα λεγόμενα τραυματικά όνειρα κρατώντας ανοικτό το σύστημα του ονείρου σε επαναλήψεις του τραυματικού και σε εφιάλτες. Ο Γ. Σεφέρης έγραφε : 

        «Κάτω από το πλατάνι κοντά στο νερό, μέσα στις δάφνες 
         Ο  ύπνος σε μετακινούσε και σε κομμάτιαζε5 »

Σ’ένα τρίτο ρεύμα κυλούν όσα δεν υπακούουν στους κανόνες  των δευτερογενών διεργασιών. Το ρεύμα αυτό μένει υπό την αιγίδα της αρχής της ευχαριστήσεως η οποία αγνοεί – εν πολλοίς – τα δεδομένα  της πραγματικότητος, την λογική συνέπεια και συνοχή, τους περιορισμούς  του χρόνου και του τόπου. Είναι η σκέψη των αρχών της παιδικής ηλικίας που εξακολουθεί όμως να διατρέχει την ζωή μας στα όνειρα της νύχτας, στις ονειροπολήσεις και στις ασυνείδητες φαντασιώσεις,. Όταν η σκέψις κινείται στο επίπεδο αυτό τείνει να βρει άμεσες εκφορτίσεις  και οι ψευδαισθήσεις ευχαριστήσεως στον ύπνο ή στις ονειροπολήσεις ζητούν να πλάσουν τον κόσμο σύμφωνα με τις ατομικές επιθυμίες.

        Ο Α. Σικελιανός αναλογιζόταν :

        «…και λογισμών αβοήθητων συνοδεία
        Της πιθυμιάς μου τον ανθό είχε κλείσει
        Σά στην κερήθρα απάνω το μελίσσι6»

Τα όνειρα και οι ονειροπολήσεις είναι μορφοπλασίες της νύχτας ή της ημέρας σε ενεργητικές  / παθητικές μορφές. Δείχνοντας έναν  ψυχισμό που τείνει να ενοποιήσει σε σχήματα και μορφές όσες επιθυμίες και απογοητεύσεις τον δουλεύουν, αρθρώνει τις εικόνες των ονείρων που θυμόμαστε ή που διηγούμεθα, χρησιμοποιώντας κύματα που δεν υπακούουν στους κανόνες των δευτερογενών διεργασιών, αν και υπάρχει δυνατότης τα στοιχεία να κυλήσουν μέσα σε λεκτικά σχήματα που θα τα συμβολοποιήσουν.

Η ανθρώπινη σκέψις έχει λοιπόν την δυνατότητα όχι μόνον να εκφορτίζει εντάσεις, αλλά και να τις διεργάζεται δημιουργώντας σχήματα, μορφές, εικόνες σύμφωνα με όσα την έχουν διεγείρει. Ο αναπαραστατικός ιστός, που τις χρησιμοποιεί, μετασχηματίζοντας τις, είναι κατάληξις παλμών που γεννά η απώλεια του πράγματος ή η απόστασις από αυτό.

 Η αναζήτησις καλύψεως των κενών με την ανάπλαση των αντικειμένων διαμορφώνει την σκέψη που διεργάζεται τα κενά και τα ρήγματα, όταν οι τραυματικές εμπειρίες, οι αναστολές, οι καταστολές, οι απαγορεύσεις ή οι κινήσεις αυτοκαταστροφής δεν τείνουν στην  ακινητοποίησή της .    

Οπωσδήποτε, τα όνειρα και οι ονειροπολήσεις μας είναι «ποιητικοί σχηματισμοί», αφού δουλεύουν τις απογοητεύσεις με τις οποίες αναπόφευκτα η πραγματικότης μας τροφοδοτεί. Στον χώρο τους όλα είναι εφικτά, έξω από τοπο-χρονικούς περιορισμούς. Στην αυτοερωτική διεργασία  του ονειρικού οι κανόνες της λογικής κάμπτονται και η παντοδυναμία της παιδικής ηλικίας διαποτίζει την έξω και έσω πραγματικότητα. 

Νομίζω ότι δεν είναι άστοχο να πεί κανείς πώς όλα αυτά  αγγίζουν και τα βιώματα του ποιητή / συνθέτη της ημέρας, γιατί και αυτός – σε ένα τουλάχιστον επίπεδο και σε έναν χρόνο της εργασίας του – αφήνεται να τον διαπεράσουν οι ώσεις του ονειρικού, όσον και αν καταλήγει σε μετασχηματισμούς που του επιτρέπουν να πατήσει στα μονοπάτια της  συμβολοποιήσεως.  

Αλλά μεταλλαγές σφραγίζουν και το όνειρο. Όσα μαθαίνομε γι’ αυτό από την  διήγηση του, δεν είναι το ίδιο το όνειρο. Είναι ανάμνησις συνειδητή που αναφέρεται στο ξεδίπλωμα ασυνείδητων φαντασιωσικών αστερισμών. Το όνειρο δηλώνει την φαντασίωση με τρόπο ανάλογο προς εκείνον που την δηλώνει και το  σύμπτωμα :  κρύβοντας την7.

Η γλωσσική  απόδοσις κατά την οποία οι λέξεις αγκαλιάζουν το εικονιζόμενο πράγμα  παρουσιάζει ένα παράδοξο. Ταυτοχρόνως ανοίγει τον δρόμο στις εικόνες που αποτελούν το όνειρο, αλλά και αιχμαλωτίζει τις εικόνες μετασχηματίζοντας τις σε λέξεις.

Πέρα από αυτά η απόστασις που υπάρχει ανάμεσα σ’ αυτό που διηγείται κανείς και σ’ αυτό που βίωσε την ώρα του ονείρου διπλασιάζεται από την απόσταση που υπάρχει ανάμεσα στις λέξεις που θα χρησιμοποιηθούν και στις εικόνες που οι λέξεις περιγράφουν. Για τον ακροατή της διηγήσεως, π.χ. τον ψυχαναλυτή, όπως και για το ίδιο το υποκείμενο που διηγείται, οι εικόνες που περιγράφονται επηρεάζουν την γλωσσική σύνταξη. Αλλά και η γλώσσα επαναδιατυπώνει την εικονική σύνθεση του ονείρου, χωρίς όπως σωστά παρατήρησαν ο Νίκος και η Γκρατσιέλα Νικολαϊδη8, οι λέξεις να ακινητοποιούνται ιερογλυφικά. Γιατί τα αλφαβητικά σημαίνοντα, έστω και αν αιχμαλωτίζουν «το πράγμα», χαρακτηρίζονται από δυνατότητες συνδέσεων και αποσυνδέσεων που διασφαλίζουν την ελευθερία της διακινήσεως  τους.

Οι εικόνες των ονείρων δεν είναι απλά σχέδια μορφών. Όπως τόνισε ο Freud  στην Ερμηνευτική των ονείρων (1900, σελ. 16),  τα εικονικά σχήματα συγκροτούνται ως αινιγματικά κατάλοιπα σωματικών και ψυχικών διεγέρσεων. Αινιγματικά είναι διότι συντίθενται επικοινωνώντας με τις πιο αρχαϊκές διαστρωματώσεις του ασυνειδήτου, αλλά και διότι επηρεάζονται από τις αντιτιθέμενες άμυνες.

Τα όνειρα δεν οδηγούν μόνον στην ανίχνευση των ασυνείδητων επιθυμιών, αλλά αποτελούν και δείκτη του πως κινείται η ψυχική μας πραγματικότης. Από τον χώρο των εικόνων αναδύεται ο τύπος της σκέψεως που διαπλάθει αυτό  που ονομάζω «ονειρικό».

Για μένα  το ονειρικό περιλαμβάνει τόσο την σκέψη του ονείρου και των ονειροπολήσεων της ημέρας με τις δραματοποιήσεις, συμπυκνώσεις και μετατοπίσεις της, όσο και την «ονειροπολούσα σκέψη» για την οποίαν  μίλησε ο J.B. Pontalis9, σκέψη που κινείται  ανάμεσα στην ταυτότητα των αντιλήψεων και στην ταυτότητα των ιδεών. Ένα δείγμα  της βρίσκομε στην κυμαινόμενη προσοχή του ψυχαναλυτή κατά την διάρκεια των ψυχαναλυτικών συνεντεύξεων και στους ελεύθερους συνειρμούς των αναλυομένων. Ένα άλλο δείγμα, νομίζω, βρίσκεται στην παραγωγή των ποιητών.

Υπό ευρεία έννοια κάθε ανθρώπινη κατασκευή είναι ποιητική10.  Θεμελιώνεται επάνω στην ανάπλαση αντικειμένων και στην προσπάθεια να ελέγξωμε και να διαχειρισθούμε τα όσα  παραδίνομε στις φαντασιώσεις μέσα στις οποίες διαχέεται η καθημερινή μας πραγματικότης. Προσφέρει στον κτίστη, ποιητή, καλλιτέχνη ή στο ονειρευόμενο άτομο μια αίσθηση πληρώσεως με την ευχαρίστηση της διαμορφώσεώς των στοιχείων. Εξαίρεση σ´αυτό αποτελούν, βέβαια, τα τραυματικά όνειρα.

Παρά τις διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στο όνειρο, στις ονειροπολήσεις και στο πλάσιμο ενός καλλιτεχνήματος, το ονειρικό διαποτίζει την ανθρώπινη ποιητική δυναμική.

Το 1908 ο Freud11  μίλησε για τους τεχνίτες του λόγου που κατασκευάζουν φαντασιακούς  κόσμους σαν να ονειρεύονται στο φως της ημέρας. Οι συνδέσεις που πλάθουν νέες μορφές και οι μετασχηματίζουσες  διαδικασίες, αποφορτίζοντας τις ψυχικές εντάσεις αναζητούν νέες συναρμογές για τις βιωματικές εμπειρίες. Εφευρίσκουν, αναπλάθουν, ψηλαφώντας το άγνωστο που αγκαλιάζει το οικείο μέσα μας.

Όμως, θάλεγα, ανάλογα πορεύονται και τα όνειρά μας. Οι σκιές της νύχτας μιλούν – συχνά χωρίς να ακούγονται – για την ποιητική ακτίνα που ξεκινώντας από έναν «ού-τόπο» μπορεί να γονιμοποιήσει τον ανθρώπινο ψυχικό χώρο και συνοδά τον γύρω κόσμο της ζωής.       

 Θα τελειώσω λέγοντάς ότι γράφοντας αυτό το κείμενο αναρωτήθηκα εάν δεν είναι θρασύ το να στοχάζεται κανείς σήμερα «το ονειρικό». Σήμερα που τόσα όνειρα έχουν προδοθεί και ο καθαρός λόγος τείνει να αχρηστευθεί.

 Είπα στον εαυτό μου ότι με μία έννοια ασφαλώς ετούτο το Συμπόσιο ευνοεί το να μην βυθισθεί κανείς σε όσα δονούν αρνητικά αυτούς τους καιρούς. Να κρατήσει κάποια απόσταση. Βρίσκεται όμως πολύ κοντά σε ό,τι μπορεί να συνθέσει μία ελπίδα. Γι’ αυτό ευχαριστώ θερμά όσους μου ζήτησαν να μετάσχω στο Συμπόσιο, όπως και εσάς που με παρακολουθήσατε.   

Σας ευχαριστώ. 


[1] Θ.Σ. Έλιοτ : «Η Έρημη χώρα» Μτφ. Γ. Σεφέρη. Αθήνα, Ίκαρος, 1973, σελ 113

[2] Το ποίημα ανήκει στον Constantin Batiouchkov (1787 – 1855). Δημοσιεύθηκε στον τόμο  La poésie russe με εκδότη την  Elsa Triolet. Paris, Seghers, 1965, σελ. 67.    (Μτφ δική μου) 

[3] Παλαμάς, Κ. (1920) : Εκατό φωνές, Τέταρτη νύχτα «Η Ασάλευτη Ζωή» Αθήνα , Ζηκάκης, σελ. 110

[4] Fayäd N. (1950) : Ô Nuit, Anthologie de la littérature arabe contemporaine. Paris, Le Seuil, 1967

[5] Σεφέρης, Γ. (1972) : «Ποιήματα»  Αθήνα, Ίκαρος , σελ. 60

[6] Σικιλιανός, Α (1946) Όρθρου βαθέος  Λυρικός βίος, Αθήνα.  Οι Φίλοι του Βιβλίου, τομ. Α, σελ. 201

[7]Guillaumin, J. (1979) : «Le  rêve et le Moi,», Paris. Le fil rouge Pr. Univ. Fr. σελ. 20
[8] Nicolaidis, G & N (1981) : « Céramique géométrique grecque et écriture » εις Psychanalyse des arts de l ‘ image, Paris,  Clancier - Guénaud 

[9] Pontalis, J.B. (2001) : «Ce temps qui ne passe pas» Paris, Gallimard, σελ. 61   και 

  __________   (2002) : « Fenêtres sur l’inconscient », Paris, Delachaux Niestlé, σελ. 81
[10] Ποταμιάνου, Α. (2012) : «Στα ίχνη του ανθρώπινου δημιουργικού» εις Λόγος και πράξις στην Ψυχανάλυση, Αθήνα, Ίκαρος 

[11] Freud, S. (1908) : «Creative writers and day-dreaming» , St. Ed. 9

 

Άννα Ποταμιάνου