Εκτύπωση του άρθρου

 

ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΜΙΗΛ

 

 

Όταν ο Ρίτσος συνάντησε τον Καρυωτάκη και τον Σεφέρη                         στο αρχαίο θέατρο
 Γιάννης Ρίτσος (1909-1990)

 

Εκατόν δέκα χρόνια από τη γέννηση του Ρίτσου και είκοσι εννέα από τον θάνατό του.  Το στίγμα του ανεξίτηλο στην Ποίηση  όπως και η στάση  του απέναντι στην ανάγκη των καιρών. Πέρασε δια πυρός και σιδήρου και οι περγαμηνές του, όπως ο ίδιος θέλει, συμπυκνώνονται σε τρεις λέξεις: Μακρόνησος, Γυάρος και Λέρος. Έτσι,  μ’ αυτόν τον τρόπο,  έδωσε την απάντηση στο ερώτημα που απασχόλησε τη γενιά του σχετικά με τη στάση του ποιητή στις ώρες των θρησκευτικών και πνευματικών φανατισμών και των πολιτικών ορθοδοξιών του καιρού του.

Η Χρύσα Προκοπάκη, προλογίζοντας την Ανθολογία που εξέδωσε στον Κέδρο το 2000, γράφει πως «Αν ήθελε κάποιος να διαβάσει την Ιστορία του αιώνα μας, θα την έβρισκε ακέρια στην ποίηση του Ρίτσου… στην  μεταπλασμένη ποιητικά βιογραφία του, εγκατεσπαρμένη σε πολλές συνθέσεις» κι ακόμα γράφει ότι ο ποιητής «έχει συνδέσει το πεπρωμένο του με το υψηλότερο όραμα της ανθρωπότητας».

Εμάς, εδώ και σήμερα, θα μας απασχολήσει ένα ποίημα που νομίζω ότι απαντά περισσότερο στην τελευταία πρόταση του αποσπάσματος· «το υψηλότερο όραμα της ανθρωπότητας», ή απλώς το όραμα του Νεοέλληνα.

Όλα ξεκινούν μέσα σε ένα «Αρχαίο θέατρο». Το ποίημα ανήκει στη συλλογή Μαρτυρίες Α΄ και είναι γραμμένο το 1963. Το παραθέτω:

Όταν, κατά το μεσημέρι, βρέθηκε στο κέντρο του αρχαίου θεάτρου,
νέος Έλληνας αυτός, ανύποπτος, ωστόσο ωραίος όπως εκείνοι,
έβαλε μια κραυγή (όχι θαυμασμού ˙ το θαυμασμό
δεν τον ένιωσε διόλου, κι αν τον ένιωθε
σίγουρα δεν θα τον εκδήλωνε), μια απλή κραυγή
ίσως απ' την αδάμαστη χαρά της νεότητάς του
ή για να δοκιμάσει την ηχητική του χώρου. Απέναντι,
πάνω απ' τα κάθετα βουνά, η ηχώ αποκρίθηκε -
η ελληνική ηχώ που δεν μιμείται ούτε επαναλαμβάνει
μα συνεχίζει απλώς σ' ένα ύψος απροσμέτρητο
την αιώνια ιαχή του διθυράμβου.

Το ποίημα στήνεται σαν παράσταση και λειτουργεί ως σημείο αναφοράς της ελληνικής συνέχειας και  σύνδεσης του σύγχρονου Έλληνα με τον αρχαίο. 

Ένα αρχαίο θέατρο, ένας νέος κι ο ήλιος κάθετος στην ορχήστρα, σαν προβολέας, να δηλώνει τον χρόνο. Όλα έτοιμα για την παράσταση. Το σκηνικό επίσης έτοιμο, από τη φύση αλλά και από τα ανθρώπινα χέρια που έχτισαν το θέατρο, ο ηθοποιός στη θέση του και θέμα η κραυγή του. Ωραίος, όπως εκείνοι οι αρχαίοι, όπως τους ξέρουμε από τα αγάλματα. Ο νέος τουρίστας βγάζει μια κραυγή (όχι θαυμασμού), αλλά έτσι, για να δείξει τη χαρά του ή, ως είθισται, να δοκιμάσει την ακουστική του θεάτρου.

Ο αφηγητής,  ποιητής και  θεατής του δρωμένου που θα εξελιχθεί μπροστά του, γίνεται για μας διερμηνέας. Πόντο πόντο, μέσα στην ορχήστρα, λέξη λέξη,  μέσα στους στίχους, καθοδηγεί όχι μόνο το βλέμμα μας – «στο κέντρο του αρχαίου θεάτρου» και στα «κάθετα βουνά», αλλά και την ανάσα μας. Η επιμελημένη στίξη του κειμένου απαιτεί την ανάλογη θεατρική αναπνοή και ο ποιητής, που εργάστηκε ως ηθοποιός και ξέρει καλά τα μυστικά της σωστής απαγγελίας, μας προετοιμάζει, κρατώντας τα ηνία του λόγου για να ακούσουμε κι εμείς την «ηχώ», την «ελληνική ηχώ που δεν μιμείται ούτε επαναλαμβάνει/ μα συνεχίζει απλώς σ' ένα ύψος απροσμέτρητο/την αιώνια ιαχή του διθυράμβου», εκείνην που διέσχισε τους αιώνες για να φτάσει στο σήμερα και να θυμίσει στους αδιάφορους τουρίστες ότι ο αρχαίος κόσμος είναι ζωντανός. Ο ποιητής την ονομάζει  «ελληνική ηχώ» με έμφαση στο ότι «δε μιμείται ούτε επαναλαμβάνει μα συνεχίζει την αιώνια ιαχή του διθυράμβου», «πάνω απ' τα κάθετα βουνά» και έχει σημασία το από πού έρχεται.  Δεν υπάρχει ρωγμή στο χρόνο. Μέσα στο αρχαίο θέατρο ο χρόνος είναι ενιαίος. Και η «ιαχή» φωνάζει το «παρών» στην νέα Ελλάδα.

Όμως, η  κραυγή ήταν για τον Ρίτσο το πρόσχημα. Ο νεαρός εν αγνοία του φέρει το μήνυμα του αρχαίου κόσμου σε σημαίνοντα, για τον λόγο, χώρο Τα βουνά, άλλωστε, απαντούν σε  κάθε τουριστικό πειραματισμό. Ωστόσο, εξαρτάται από το ποιος ακούει τι! Και ο Ρίτσος δεν ακούει την «κραυγή», αλλά, μέσω αυτής και πίσω από αυτήν, ακούει ό,τι έχει ανάγκη να ακούσει. Πάνω από  τα βουνά που στέκουν θεατές του παιζόμενου στην ορχήστρα δράματος, που έχουν και αυτά αφομοιωμένη στα σπλάχνα τους την ιαχή του αρχαίου διθυράμβου. Ο ποιητής το λέει καθαρά πως δεν πρόκειται για ηχώ της φωνής του νέου, αλλά για συνέχεια της αρχαίας…

Αυτή η φαινομενικά ασήμαντη κραυγή αποκαλύπτει τη βαθύτερη αιτία της. Είναι ο αρχαίος πρόγονος πάντοτε σε εγρήγορση που αμέσως ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα. Έτσι το εξέλαβε ο Ρίτσος. Αλλά δεν θα ήταν και τελείως παράταιρο να πούμε πως αυτός ο σύγχρονος ωραίος Έλληνας βρέθηκε εκεί, αγνοών ο ίδιος ποιας μυστικής αιτίας όργανο έγινε.  «Ποτέ ο σηματωρός δεν έχει γνώση της αποστολής του» λέει ο Ελύτης στην Μαρία Νεφέλη. Σηματωρός ο νέος Έλληνας με  συμπεριφορά «τουρίστα» που κοιτάζει αλλά δεν βλέπει, δεν νοιώθει, δεν θαυμάζει, όμως δίνει σήμα. Κι ο ποιητής άκουσε την «ιαχή του διθυράμβου», του θρησκευτικού τραγουδιού του χορού, του θεού του θεάτρου- του Διόνυσου- της ποίησης,  με την κρυφή ελπίδα και την αυταπάτη μιας επικοινωνίας με τους προγόνους του που θέλει να είναι η φυσική  συνέχεια της δικής τους ουσίας. 

Αλλ’ εμείς ακούμε αυτό που θέλουμε, λέει πάλι ο Ελύτης στο Φωτόδεντρο, έχοντας κι εκείνος παρόμοιες αναζητήσεις επικοινωνίας με το αλλού και το πέραν.                                                 *

Κώστας Καρυωτάκης (1896-1928).

Και  εδώ μπαίνει στο πλάνο ο Κώστας Καρυωτάκης. Την αφορμή να μιλήσει για παρόμοια πράγματα του δίνουν οι  Δελφικές Εορτές που διοργάνωσαν ο Άγγελος Σικελιανός (1884-1951) και η Εύα Σικελιανού, το 1927 και 1930. Ο Καρυωτάκης πήγε στους Δελφούς και παρακολούθησε την παράσταση Προμηθέας Δεσμώτης του Αισχύλου. 

Το ποίημα:   «Δελφική εορτή»

Στους Δελφούς εμετρήθηκε το πνεύμα δύο Ελλάδων.
Ο Αισχύλος πάλι εξύπνησε την ηχώ των Φαιδρυάδων.

Lorgons, Kodak, opérateurs, στου Προμηθέα τον πόνο
έδωσαν ιδιαίτερο τόνο.
Ένας λυγμός εκίνησε τ’ απίθανα αυτά πλήθη.
Κι όταν, χωρίς να πέσει αυλαία, η ομήγυρις διελύθη,
τίποτε δεν ετάρασσε την ιερή εκεί πέρα σιγή.
Κάποιος γυπαετός έσχισε τον αιθέρα

Σ’ αυτό το ποίημα ο Καρυωτάκης φαίνεται να αμφισβητεί το αποτέλεσμα της προσπάθειας του Σικελιανού να καταστήσει τους Δελφούς κέντρο μιας Αμφικτυονίας, κέντρο συμφιλίωσης των λαών, ομφαλό της γης, όπου το αρχαίο ελληνικό πνεύμα  θα ήταν η βάση για τη συνένωση του παγκόσμιου πνεύματος. Ωστόσο στο πνευματικό προσκλητήριό του ανταποκρίθηκαν πολλοί, «τα απίθανα  πλήθη». Σατιρίζει το γεγονός. Ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος γράφει, σχετικά με τη σάτιρα του Καρυωτάκη:   «Οι δεσμοί του Καρυωτάκη με τη σάτιρα είναι παλιοί και πολιτογραφημένοι πια στην πνευματική μας ζωή. Ο Καρυωτάκης τους εκμεταλλεύεται με τον αρτιότερο τρόπο. Τους ανεβάζει από το βέβηλο χώρο της προχειρολογίας και  της παρωδίας στο χώρο της τέχνης. Τους οργανώνει τους γεμίζει ουσία» (Τα Πρόσωπα και τα Κείμενα, Εκδόσεις των Φίλων, 1983, σελ. 159).

Σατιρίζει λοιπόν. Όμως, μετά το ποίημα, στέλνει κείμενο με τον τίτλο  [Η ΔΕΛΦΙΚΕΣ ΕΟΡΤΕΣ] στο περιοδικό Αλεξανδρινή Τέχνη, τχ. 9, Αύγουστος, 1927, όπου μας παρουσιάζει άλλη οπτική επί του θέματος.  Η  παραβολή των δύο κειμένων, ποιητικού και πεζού, θα αναδείξει μία αντίφαση. Ωστόσο, με μια προσεκτικότερη ματιά  θα ξεκαθαρίσει το τοπίο. Διότι το ποίημα  αναφέρεται στο κοσμικό γεγονός, το οποίο ο Καρυωτάκης σχολιάζει αρνητικά και ειρωνεύεται, ενώ το πεζό  κείμενο (από το οποίο παραθέτω αποσπάσματα)  αναφέρεται στο καλλιτεχνικό γεγονός και εκθειάζει σημεία της παράστασης. Από το κείμενο αυτό απομονώνω τις φράσεις  «μνημειώδη προσπάθεια», «ιεροτελεστία» και «θαυμαστή ποιητική σύλληψι», «αληθινή αποκάλυψι», οι ηθοποιοί «Μιλούσαν από τα βάθη των αιώνων, υπό τας Φαιδρυάδας  … και ό,τι έλεγαν έμοιαζε πολύ ανθρώπινο, γιατί απηχούσε βαθιά στον ιερό βράχο και στην ψυχή μας». Και τελειώνει: «Η παράστασις… του Προμηθέως Δεσμώτου, στο αρχαίο θέατρο των Δελφών στάθηκε, νομίζω, για την Ελλάδα ένα μεγάλο καλλιτεχνικό γεγονός, το μοναδικόν ίσως της φθινούσης πνευματικής ζωής των τελευταίων χρόνων. Σε δύο ή τρία σημεία  ησθάνετο κανείς μίαν απόλυτον έκστασι, κάτι σαν πνοή αθανασίας, το θείο εκείνο ρίγος που εξιλεώνει την καθημερινή ασχημία και δικαιολογεί την ύπαρξη» (βλ. Κ. Γ. Καρυωτάκης, Επιμέλεια, Δημήτρης Δημηρούλης, εκδ. Gutenberg, 2017, σ. 420).  

Στα δύο αυτά κείμενα διαπιστώνουμε τη συμπαρουσία τριών ποιητών·  Αισχύλου-Σικελιανού-Καρυωτάκη. Από τους δύο  σύγχρονους ποιητές ο ένας με τον πόθο της παγκόσμιας συμφιλίωσης μέσω του αρχαίου λόγου και ρυθμού και ο άλλος να  επιβραβεύει. Ο χώρος-  το αρχαίο θέατρο – είναι που επιβάλλει την «εξουσία» του και εξουσία είναι  η φωνή του Αισχύλου, εκεί που παίχτηκε το δράμα και εξακολουθεί να παίζεται, εφόσον, με αφορμή κάθε σύγχρονη παράσταση, επαναλαμβάνεται η αρχαία και έτσι ο ποιητικός λόγος γίνεται η νοητή κλωστή που μας συνδέει με το παρελθόν, «πνοή αθανασίας» που «δικαιολογεί την ύπαρξι», όπως έγραψε ο Καρυωτάκης.            

Ο Χάλοντ Μπλουμ συμβουλεύει  «τον αναγνώστη να επιστρέψει στα ίδια τα ποιήματα, αντιμετωπίζοντάς τα όχι μόνο ως γλωσσικές οντότητες αλλά ως προθέσεις των δημιουργών τους να ασκήσουν εξουσία. Εξουσία στην Ιστορία, σε άλλα ποιήματα, αλλά και στις ίδιες τις ζωές των ποιητών» (Η θραύση των δοχείων, Πρόλογος, μετάφραση, Γιάννης Σκαρπέλος, Πλέθρον, 1998).

Πράγματι έτσι φαίνεται και στην παρούσα περίσταση. Ο αρχαίος ποιητής περνάει την εξουσία του στον νεότερο, τον Σικελιανό, εκείνος στον Καρυωτάκη και ο Καρυωτάκης στον Ρίτσο, από τον Ρίτσο περνάει σε μας, τους αείποτε θεατές ή αναγνώστες.   Συγκρίνοντας τα κείμενα του Καρυωτάκη και  Ρίτσου, βλέπουμε ότι ο Ρίτσος εμφανίζεται ως διάδοχος της συναισθηματικής συμπεριφοράς του Καρυωτάκη, χρησιμοποιεί τον ίδιο χώρο και απλώς  αντικαθιστά τον αετό του Δία με την ιαχή του διθυράμβου του Διόνυσου, που έχουν τον ίδιο ρόλο μέσα στο κείμενο.                                                        *

Γιώργος Σεφέρης (1900-1971)

Ένας ακόμα μεγάλος μας ποιητής πιάνει το νήμα. Είναι ο Γιώργος Σεφέρης, πολύ κοντά συναισθηματικά και στον Καρυωτάκη αλλά και στον Ρίτσο (παρά την όποια, ασήμαντη επί της ουσίας, διαφορά τους). Ο Σεφέρης έχει ανάλογη εμπειρία μέσα στο αρχαίο θέατρο της Εφέσου:

Το ποίημα, «Μνήμη Β΄ Έφεσος»

Μιλούσε καθισμένος σ’ ένα μάρμαρο
που έμοιαζε απομεινάρι αρχαίου πυλώνα·
απέραντος δεξιά κι άδειος ο κάμπος…
………………………………….
ταξίδευε σ’ άκρες ιωνικές, σ’ άδεια κοχύλια θεάτρων
όπου μονάχα η σαύρα σέρνεται στη στεγνή πέτρα,
κι εγώ τον ρώτησα: «Κάποτε θα ξαναγεμίσουν;»
Και μ’ αποκρίθηκε: «Μπορεί, την ώρα του θανάτου».
Κι έτρεξε στην ορχήστρα ουρλιάζοντας:
«Αφήστε με ν’ ακούσω τον αδελφό μου!»
Κι ήταν σκληρή η σιγή τριγύρω μας
κι αχάραγη στο γυαλί του γαλάζιου.

Σ’ αυτό το ποίημα, ο ποιητής βρίσκεται στο αρχαίο θέατρο της Εφέσου. Κάποιος μιλούσε. Ποιος; Ο Εφέσιος Ηράκλειτος ή μήπως ο Σικελιανός, όπως τον βλέπουμε στην «Ιερά Οδό»;  Ο Σεφέρης, εδώ, λειτουργεί όπως ο Ρίτσος στο άλλο αρχαίο θέατρο, με τεταμένη την ακοή. Ο ήλιος πάντα παρών,  ο έρημος κάμπος, η σαύρα η στεγνή πέτρα,  όλα στοιχεία μιας ερημιάς. Και μετά ο διάλογος. «Κάποτε θα ξαναγεμίσουν»;  και η απάντηση: «Μπορεί, την ώρα του θανάτου». Και ακολουθεί  το ουρλιαχτό: «Αφήστε με ν’ ακούσω τον αδελφό μου!». Ποιος φωνάζει; ο Σεφέρης; ο Σικελιανός; Ποιος είναι ο αδελφός; τίνος; Ο Σεφέρης ζητά τον πρόσφατα χαμένο  αδελφό του Άγγελο ή τον Άγγελο Σικελιανό ή τον αρχαίο ποιητή ή τον Ηράκλειτο; Καμία σημασία δεν έχει το «ποιος» και το «ποιον». Σημασία έχει η ανάδειξη του ιερού χώρου και η αόρατη εκεί παρουσία όλων εκείνων που ο Σικελιανός έχει ονομάσει νεκρούς «στα ξάγναντα πρωτοπανηγυριπώτες» ή τους νεκρούς που έχει ανάγκη να μιλήσει ο Σεφέρης  γιατί δεν του «φτάνουν οι ζωντανοί που απομείναν» ή εκείνοι  που στήνει ο Ρίτσος επώνυμους και ανώνυμους ήρωες στα έργα του. Και οι δύο ποιητές ακούνε τη «φωνή», την «κραυγή» του αρχαίου κόσμου.   

Οι ποιητές μας με  τον ίδιο πόθο, σε ίδιο χώρο, με ίδια επιθυμία, ίδια κραυγή, ίδια αναζήτηση.

© Poeticanet  τα περιεχόμενα του poeticanet προστατεύονται από copyright