Εκτύπωση του άρθρου

ΑΝΤΡΕΑΣ ΜΠΕΛΕΖΙΝΗΣ
 

 

ΠΑΛΑΙΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΙΑ ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΘΕΜΑΤΑ
                                  

  Μια νέα διαμάχη Πολυλά – Ζαμπελίου

           Τα ίχνη αλλάζοντας
            Σπουδαχτικά
                                     Δ. Σολωμός

 

 

Σε μια από τις τελευταίες επιφυλλίδες μας με θέμα τη μεγαλομανή κριτική χαρακτηρίσαμε «συναρπαστικό» το ογκώδες βιβλίο του καθηγητή Γιώργου Βελουδή Διονύσιος Σολωμός - Ρομαντική ποίηση και ποιητική. Οι γερμανικές πηγές (Γνώση, 1989, σελ. 467). Προβλέπαμε μάλιστα ότι θα προκαλέσει πολλές και κατά προσδοκία και ευχή, γόνιμες συζητήσεις και για τα σημεία εκείνα που προωθούν τη σολωμική έρευνα και για όσα τη χαντακώνουν. Και προκαλεί ήδη, δια ζώσης επί του παρόντος. Οι γραπτές – και δεν εννοώ μόνο τις ακαδημαϊκές – κριτικές , όπως είναι επόμενο, θα αργήσουν. Αν κρίνουμε όμως από μία πρώτη  νύξη (Γ. Π. Σαββίδης «Για μια σημερινή ανάγνωση του Σολωμού», (Το Βήμα, 31/12/1989) υπάρχει φόβος να μην εκτιμηθούν σωστά οι κύριες αρετές του βιβλίου, αυτές πάντως που ενδιαφέρουν πρωτίστως αν όχι και αποκλειστικά την ηθολογική και ρητορική μας προσέγγιση, εννοώ την εριστική διάθεση, την εμπάθεια και τον λιβελογραφικό οίστρο. Χωρίς τον οίστρο αυτό θα είχαμε ένα καθυστερημένο – το τελευταίο, πιθανώς – επιδρασιολογικό πόνημα, χρήσιμο παρά τις παραδοσιακές μεθόδους, αλλά όχι ένα περιπετειώδες κριτικό ανάγνωσμα. 

Ο καθηγητής Βελουδής συνεχίζει την εριστική σολωμική «μετακειμενικότητα» (το σύνολο των γραπτών που προκάλεσε η μεταθανάτια κυρίως δημοσίευση των «Ευρισκομένων» και «ανέκδοτων» έργων – χειρογράφων του ποιητή) – μετακειμενικότητα που διασκέδασε ή ταλάνισε, ανάλογα με την ποιότητά της  και τις απαιτήσεις του «περινοητικού» κοινού, γενεές αναγνωστών κατά τον παρόντα και περασμένο αιώνα. Άλλωστε η σχετική περί τον Σολωμό φιλολογία και κριτική, αν εξαιρέσουμε το πρώιμο μελέτημα του Εμμανουήλ Στάη για τον «Λάμπρο» (1853), εγκαινιάζεται με σφοδρή πολεμική.

Από τη δεινή διαμάχη Ζαμπελίου – Πολυλά αντλεί, σχεδιάζοντας και συγγράφοντας την πραγματεία του, ο καθηγητής Βελουδής, ύλη και πάθος∙ εμπάθεια όμως και τεχνικές διδάσκεται από μεταγενέστερες έριδες (και καυγάδες) Τωμαδάκη – Μιχαλόπουλου, Πολίτη – Τωμαδάκη κ.ά., ενώ στοιχεία ύφους, μέθοδο και ιδεολογήματα ξεσηκώνει από την αναμέτρηση Βάρναλη – Αποστολάκη. Από την άποψη αυτή το βιβλίο όχι μόνο αναζωπυρώνει τη διαπάλη «μεταφυσικομανίας» - «μυστικοφοβίας» γερμανισμού – ιταλισμού κτλ., αλλά μεταφέρει στην απαθή και κάπως πλαδαρή εποχή μας μερικές από τις καλύτερες (όσο και τις χειρότερες) στιγμές της εριστικής φιλολογίας και επιφυλλιδογραφίας, επώνυμης και ψευδώνυμης, που ληθαργούσε από το τέλος της μεσοπολεμικής περιόδου.

Ήδη στην εκ σελίδων 19 αποκαλυπτική «εισαγωγή» ο τακτικός καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων διαγράφει σαφώς τον κύριο στόχο του. Απεργάζεται, όχι χωρίς να έχει κάποιες αφορμές, ένα ομοίωμα Ζαμπελίου. Ο ίδιος υποδύεται το ρόλο ενός σύγχρονου Πολυλά – ενός Πολυλά που έχει, υποτίθεται, στήσει τον εγελιανισμό του με τα πόδια κάτω και το κεφάλι πάνω, ενώ κάνει το ακριβώς αντίθετο για τον… μαρξισμό του.

Ως Ζαμπέλιος εμφανίζεται «ο Γάλλος εκείνος μελετητής της ιταλικής διανοητικής και καλλιτεχνικής διαμόρφωσης του νέου και πρώιμου Σολωμού» τον οποίο ο συγγραφέας προειδοποιεί ότι θα ελέγξει επανειλημμένα στο κύριο μέρος της μελέτης του (σ. 18). Του θύματος μνημονεύεται, είναι αλήθεια, με θετικότατες κρίσεις και ασθενείς μόνο επιφυλάξεις, η διατριβή «για τις ιταλικές πηγές του Σολωμού» αλλά αποσιωπάται το όνομα. Ο καθηγητής μας εφαρμόζει μερικώς την παλαιή και δοκιμασμένη συνταγή που ολικώς ακολούθησε ο Βάρναλης κατά την αποφασιστική παρέμβασή του στον κριτικό σφετερισμό του ποιητή από αλλότριες ιδεολογικές δυνάμεις. Στο πασίγνωστο «Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική» (1925), ενώ δίνει τον ορισμό του Φιλισταίου («Ο κριτικός, που δεν μπορεί να σκέφτεται∙ που έχει… ένα είδος φτερά μα δεν έχει νου κυβερνήτη», σ. 11) δεν μνημονεύει ούτε μία φορά το όνομα του «Μεταφιλισταίου» (= Αποστολάκη) και των μαθητών του.

Ο αναγνώστης που τυχόν δεν αναγνωρίζει στο βιβλίο του καθηγητή Βελουδή τον Louis Coutelle, συγγραφέα του τριτπύχου «Οι μεταφράσεις του Ν. Λούντζη για τον Σολωμό (Οι κώδικες της Ζακύνθου)» (1965), «Formations poetique de Solomos (1815 – 1833)» (1977) και «Ο Σολωμός σαν εθνικός ποιητής» (1989), καλείται να συμβουλευτεί τις σημειώσεις. Και ειλικρινά δεν έχει να χάσει. Είναι το ελκυστικότερο μέρος του βιβλίου και κακώς δεν έχει ευρετηριαστεί. Στο μεταξύ στον ξένο ερευνητή που μας άνοιξε τα μάτια ή τουλάχιστον μας φόρεσε τα γυαλιά (με δύο και με τρεις, ακριβώς, φακούς!) ο συντοπίτης μας σολωμιστής καταλογίζει στην «εισαγωγή» ήδη προκαταλήψεις, ιδεολογικό βραχυκύκλωμα, καθ’ υπερβολή μάλιστα, επιπολαιότητα (και όχι μόνο στην περιγραφή των χειρογράφων με τις μεταφράσεις) και ούτε λίγο ούτε πολύ… γκομπινισμό. Ξεχνά ότι αν ο Coutelle είναι συμπατριώτης και, έστω, ζηλωτής του Gobineau και του Maurras, o καθηγητής μας είναι ομοεθνής του Βλαστού και του Γιαννόπουλου. Θα μπορούσε λοιπόν να επισύρει με τη σειρά του τη μομφή του εξημμένου φυλετισμού, εφόσον υπερυψώνει εθνικιστικότατα τον Σολωμό, τον οποίο μάλιστα ανακηρύσσει… «εφευρέτη» (ναι, «εφευρέτη»∙ μάρτυς μου η σελίδα 261) του «πεζού ποιήματος»!

Για να κρίνουμε λοιπόν εάν ο φιλοπαίγμων όσο και φιλολοίδορος καθηγητής μας, μολονότι Βελουδής, σφάζει… με μπαμπάκι ή όχι, ας θυμηθούμε – και ας απολαύσουμε – τους φραστικούς διαξιφισμούς της αυθεντικής διαμάχης Ζαμπελίου – Πολυλά.

Ο αρξάμενος χειρών αδίκων, ο Ζαμπέλιος, στο φυλλάδιό του  «Πόθεν η κοινή λέξις τραγουδώ;» - Σκέψεις περί Ελληνικής Ποίήσεως, εν Αθήναις, 1859» δεν κατονομάζει ευθέως τον επικρινόμενο. Με όχι αδέξιους οπωσδήποτε χειρισμούς, σύμφωνους προς το πνεύμα και το ύφος του αρχικού δοκιμίου, αποδίδει στον αντίπαλο, που δεν είναι βέβαια ο Σολωμός αλλά ο Πολυλάς, ακριβείς λίγο – πολύ χαρακτηρισμούς  που αυτομάτως μέσα στο συμφραστικό τους πλαίσιο λειτουργούν αρνητικά: ο Πολυλάς αναφέρεται ως «ο υπομνηματογράφος» (μάλλον υπήρξε) «ο υπομνηματιστής» (ασφαλώς), «ο γερμανόφιλος βιογράφος» (δεν είναι αναληθές), «ο Ελληνίζων των υπομνηματιστών» (και ήταν σε αντίθεση με τον D. Pietro Quartano Di Calogera, που συνέγραψε ιταλιστί το προοίμιο των «Ιταλικών» του Σολωμού). Η επικριτική αιχμή οξύνεται σε εκφράσεις όπως «ο βιογράφος και πανηγυριστής», ψόγος που είχε ήδη προδιατυπωθεί στο ονειδιστικό «ο όχλος των πανηγυριστών του ποιητού» (ανάμεσα στους οποίους βέβαια πρώτος και καλύτερος ο προλογιστής των «Ευρισκομένων»), «ακούραστος πανηγυριστής», και, βέβαια, «ο Συναξαριστής»! Το τελευταίο αυτό είναι ό,τι επιτυχέστερο μπορούσε να πιάσει η γραφίδα του Ζαμπελίου. Γιατί ακριβώς «Συναξάριον» είχε ήδη αποκαλέσει ο επικριτής το «μέρος» της Μάρθας («Ελεύθεροι Πολιορκημένοι») που το νόημά του είχε αναφέρει εκ μνήμης ο μαθητής και φίλος του Σολωμού στα «Προλεγόμενά» του.

Μετά από το καθόλου ανώδυνο «Συναξαριστής» που βέβαια πηγαίνει ακόμη πιο πέρα και θίγει την ευλάβεια του Κερκυραίου λογίου προς τον ζακύνθιο «vates», ήταν επόμενο ο εξαίρετος «ερασιτέχνης» της ποίησης και της κριτικής να μη φεισθεί του αντιζήλου – αντιζήλου στον έλεγχο και τη ρύθμιση των ποιητικών πραγμάτων της εποχής∙ αυτό είναι το πραγματικό αντικείμενο της διαμάχης. Στο απαντητικό φυλλάδιο «Πόθεν η μυστικοφοβία του Κ(υρίου) Σπ. Ζαμπελίου; - Στοχασμοί…, εν Κερκύρα, 1860» ανταποδίδει τα πλήγματα, υιοθετώντας αρχικά την τακτική, που περιγράψαμε πιο πάνω: «ο γνωστός Ιστοριονόμος». «ο ερευνητής του Μεσαιώνος» (και για τα δύο εσεμνύνετο ο Ζαμπέλιος), «ο παραλληλιστής του Φωσκόλου και του Σολωμού». Το τελευταίο είναι εξίσου ακριβές αλλά περισσότερο φαρμακερό. Ο Ζαμπέλιος πράγματι είχε επιχειρήσει παραλληλισμό «των δύο κορυφαίων  της νεωτέρας Ελλάδος ποιητών». Θεωρώντας τους «Τάφους» του Ιταλο(ζακύνθιου) «γνήσιον Ζακυνθινής εμπαθείας μυρολόγημα, τύπον εξιταλισμένον και τελειοποιημένον του κατά πάσαν χώραν ελληνικήν αδομένου παρά των ημετέρων γυναικών θρηνωδήματος»  άφησε ανυπέρβλητο έκτοτε μνημείο κριτικής αυθαιρεσίας (η λέξη όχι αναγκαίως με την αρνητική της μόνο σημασία) και επέτρεψε στον αντίπαλό του να κάνει εκ του ασφαλούς επίδειξη της κριτικής του δεινότητας, κοινώς να τον ξετινάξει.

Ο Πολυλάς ωστόσο, δεν αρκέστηκε στη δήθεν αναγνώριση των … αρετών του άλλοτε θαυμαστή του Σολωμού. Κλιμακώνει την ειρωνεία  με καλά υπολογισμένη εναλλαγή επαίνων και απερίφραστων ψόγων: «ο σοφός αγωνοθέτης», αλλά και ο «ιδεομάχος κριτικός», «ο καλότυχος των ιστορικών αποκρύψεων ευρετής» ή «ο πνευματώδης αναμορφωτής της διανοητικής ιστορίας του Σολωμού», αλλά και «ο νέος Ζοΐλος» ή, απροκάλυπτα τώρα και καιρίως (καιρίως για τον βαθύτερο ιδεολογικό και πνευματικό προσανατολισμό των δύο μονομάχων) «ο κληρονόμος αυτός του βυζαντινού τύφου και της σοφιστικής αλαζονείας».

Σε άλλα σημεία προτασιακής υφής οι βολές του Ζαμπελίου κατά του Σολωμού ή του Πολυλά (που είναι και ο κύριος στόχος) μεταβάλλονται με τη γραφίδα του τελευταίου σε μπούμερανγκ κατά του πρώτου: «Η μόνη αλήθεια είναι ότι αυτός (ο Ζαμπέλιος) βιάζει την αιδώ της κριτικής» ή το έτι δεινότερο, γιατί αντιστρέφει την πλέον μεμπτή ιδιότητα που απέδωσε ο προοιμιαστής των «Ασμάτων Δημοτικών» (1859): «Ο Ιστοριονόμος  (ο Ζαμπέλιος) γίνεται πανηγυριστής της βαρβαρότητας» (σ. 30, η υπογράμμιση δική μας).

Μετά από τόσες και τέτοιες φιλοφροσύνες των θεμελιωτών της νεοελληνικής κριτικής, θα συμφωνήσετε, είμαι βέβαιος, ότι οι εκφράσεις του καθηγητή Βελουδή, ζηλωτή του Πολυλά, κατά του Γάλλου συναδέλφου του, που κακώς αλλά όχι και όλως αναιτίως ταυτίζεται με τον Ζαμπέλιο, είναι και ηπιότερες και εξίσου κομψές. Απομένει να ελέγξουμε αν ισχύει το ίδιο για τους χαρακτηρισμούς εκείνους που θίγουν το φιλολογικό κύρος και την επιστημονική επάρκεια, ιδιαίτερα τη γλωσσομάθεια. Κατά τον καθηγητή Βελουδή, ο μη κατονομαζόμενος παρά μόνο στις σημειώσεις Γάλλος συνάδελφός του είναι «ένας γερμανοπαθής όχι όμως και γερμανομαθής μελετητής». (σ. 130).
Προτού καταδικάσουμε τον ημέτερο ως υπερβαλλόντως φιλόψογο, ας δούμε τι άκουσαν κατά το μεσοπόλεμο δύο άνδρες που καταπιάστηκαν με τα σολωμικά. Στο φυλλάδιο «Η “σμίκρυνσις” του Σολωμού» (1927) ο λόγιος που κρύβεται υπό το ψευδώνυμο Αφελής Άκαιρος, αμφισβητεί όχι μόνο την ιταλομάθεια του Κώστα Καιροφύλα δηλαδή του ανθρώπου που, αν μη τι άλλο, έφερε σε φως – όπως και να το έφερε – το «πεζό απλοελληνικό σχεδίασμα» του Σολωμού, γνωστό ως «Η γυναίκα της Ζάκυθος». «Συ ο αγνοών και την ελληνικήν και την ιταλική», γράφει ο λιβελλογράφος απευθυνόμενος στον ατυχή εκδότη, «συ ο διαπράττων αφορήτους ξενισμούς» (σ. 13). Και σα να μην έφτανε η δεινή αυτή αποστροφή, επανέρχεται και σε τρίτο πρόσωπο στολίζει και πάλι για τα καλά το θύμα του: «Είναι κατάδηλον ότι ο άνθρωπος, μη έχων ιδέαν ιταλικής γλώσσης, μη έχων ιδέαν όχι απλώς ιταλικής στιχουργίας αλλά εν γένει στιχουργίας και μέτρου, στερούμενος δηλαδή ώτων, τουλάχιστον ανθρωπίνων…» (σ. 26).

 Ο ίδιος (Αντ. Μουσούρης) υπό το νέο τώρα ψευδώνυμο Βέβηλος Ανεπιστήμων, όχι χωρίς την ενθάρρυνση ή πάντως την ανοχή σοβαρότατων επιστημόνων, στο φυλλάδιό του «Νέος Φωστήρ…» (1936) στρέφεται κατά του Ν. Τωμαδάκη, του οποίου επίσης αμφισβητεί την ιταλομάθεια: «Αι ιταλικαί λέξεις, εισερχόμεναι εις τον εγκέφαλον του Τωμαδάκη, ου μόνον συμφύρονται προς αλλήλας, αλλά και συμμιγνύνται πάραυτα με προϋπάρχοντα εν αυτώ λείψανα λατινικής ή γαλλικής και γεννώσιν αλλόκοτα λατινοϊταλικά τέρατα» (σ. 39). Όταν στην αμέσως επόμενη σελίδα μετά από τόση τερατολογία και φραστική τερατογονία θα αποφασίσει να αρνηθεί όλως την ιταλομάθεια  του ανδρός,  θα εμπλακεί σε περισσολογίες: «…οι αναρίθμητες άγνωστες εις αυτόν λέξεις της αγνώστου εις αυτόν ιταλικής γλώσσης» (σ. 40).σε τέτοιο βαθμό δεν αμφισβήτησε ο δικός μας τη γερμανομάθεια του Γάλλου ελληνιστή ούτε τη φιλολογική του πληρότητα και ήθος! Του καταλογίζει βέβαια «παχύδερμη ερμηνευτική» (σ. 238 + σημ. 21 στη σ. 426!), αλλά δεν τον θέτει ΕΚΤΟΣ ΤΙΜΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ, όπως δις, τη μια φορά με κεφαλαία, την άλλη με μικρά, ο Φ. Μιχαλόπουλος τον Τωμαδάκη στο φυλλάδιό του «Η Ακαδημία Αθηνών και η έκδοση Σολωμού» (1937).

Τον αποκαλεί «σεσημασμένο για την προκατάληψή του» (σ. 134), αλλά απόφυγε να χρησιμοποιήσει το επίθετο εκείνο που δίνει και παίρνει στις σολωμικές έριδες, εννοώ το επίθετο «ηλίθιος» και το παράγωγο ουσιαστικό («ηλίθια θρασύτης», «πρωτοφανής ηλιθιότητα» κ.π.ά). Του καταμαρτυρεί, δεν έχω δικαίωμα να το αποσιωπήσω, σκόπιμα παραχάραξη αυτόγραφης μαρτυρίας του Σολωμού (σ. 416, σημ. 94!), αλλά δεν ισχυρίζεται, όπως ο Λ. Πολίτης (ναι, ο μετρημένος, ο σχεδόν σεφερικός Λ. Πολίτης) για τον Τωμαδάκη, ότι «ο άνθρωπος αυτός δεν έχει το πιο αυτονόητο και το πιο στοιχειώδες προσόν: Να ξέρει να διαβάσει (απλά και μόνο να διαβάσει) ένα παλιό χειρόγραφο – το χειρόγραφο του συγγραφέα που θα εκδώσει» (Νέα Εστία, τεύχος 276, 5/6/1938). Τον κατηγορεί ότι αποσιωπά «για ευνόητους λόγους» ιδιόχειρες σημειώσεις του Σολωμού (σ. 422, σημ. 192), αλλά επιτέλους δεν τον αποκαλεί «αναίσχυντο ανθρωπάριο» όπως άλλος άλλον σε παλαιότερη φάση της σολωμικής παραφιλολογίας.

Που λοιπόν υπερβάλλει τα πρότυπά του ή που τουλάχιστον πρωτοτυπεί ο «παλαιότευκτος» (εφόσον κατ’ αυτόν ο Coutelle είναι «νεότευκτος» (σ. 240) σολωμιστής, που, επικρίνοντας αυτόν που ετόλμησε να συστήσει «να μη βιαστούμε να κατακρίνουμε τους επικριτές του Σολωμού», ανανεώνει στην εποχή μας τη διαμάχη Ζαμπελίου – Πολυλά;

Θα χρειαστεί να επανέλθουμε.

Αντρέας Μπελεζίνης

Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Αυγή της Κυριακής  1/4/1990