Εκτύπωση του άρθρου

                                           ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΠΕΛΕΖΙΝΗΣ                                             

ΚΡΙΜΑΤΑ

ΠΑΛΑΙΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΙΑ ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΘΕΜΑΤΑ
        
Ο Δημήτρης Μαρωνίτης για τις νεανικές ποιητικές συλλογές της Ρέας  Γαλανάκη


Σε επιφυλλίδα του στην εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ της Κυριακής», στις αρχές του χρόνου (18 Ιανουαρίου 2009), ο καθηγητής Δημήτρης Μαρωνίτης αναφερόμενος σε νεανικές ποιητικές συλλογές της Ρέας Γαλανάκη (1975, 1979) γράφει μεταξύ άλλων: «Μετρώντας χρόνια και γεγονότα, σκέφτομαι με συγκίνηση (πήγα να πω: με νοσταλγία) τη δίσεκτη εκείνη εποχή που έσκαψε σε βάθος τον έμπρακτο λόγο μας, καταλήγοντας στην περίπτωση της νεαρής τότε Ρέας Γαλανάκη σε κρυσταλλικούς πυρήνες ποίησης, με ειρωνική επιγραφή Πλην εύχαρις. Ακολούθησαν τα μεταπολιτευτικά Ορυκτά, που παραμένουν και σήμερα κρύπτες πυκνού και αμφίσημου λόγου, τον οποίο η ποιητική αγορά μάλλον τον αποστρέφεται, όταν δεν τον υπονομεύει με την πληθωρική της παραγωγή».

Ο Αντρέας Μπελεζίνης παρουσίασε τη Ρέα Γαλανάκη στο ΣΤ´ Συμπόσιο Ποίησης 4 -6 Ιουλίου 1986
 

                                                 ΡΕΑ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

  Το μέτωπο ξυλόγλυπτης κασέλας
η απόφαση ν’ αφήσεις και ν’ αρχίσεις
βάζοντας αντιμέτωπα συμμετρικά τα ρήματα
μαζί με τα πουλιά και με τα κυπαρίσσια.

διαβάζουμε στην πρώτη συλλογή της Ρέας Γαλανάκη Πλην Εύχαρις (1975). Αντί για τις γλυφές και τις χρώσεις, εργόχειρο μάλλον, εικάζουμε, και σπούδασμα παρά αντικείμενο μελέτης, μια νέα γυναίκα αρχίζει να εναρμονίζει λέξεις κατά μετωπική και συμμετρική διάταξη, αποφασίζει με άλλα λόγια να γίνει ποιήτρια.
 Αίρεση βίου, μύθου και ρήματος, που υπό τους όρους μερισμού που εξακολουθούν να ισχύουν από αιώνες πολλούς και σήμερα, ετεροκαθορίζεται ως προς δύο βασικές προϋποθέσεις. Η μία αφορά κάθε άνθρωπο που πιάνοντας χαρτί και καλαμάρι ανοίγεται στην περιπέτεια της γραφής και αφήνεται στη σαγήνη που ασκεί αυτό ή εκείνο το ήδη διαμορφωμένο ποιητικό κλίμα. Η δεύτερη σχετίζεται με «την άνθρωπον», την «ανθρωπώ» των Λακώνων, για να επικαλεστούμε μια χρήση μαρτυρημένη ήδη στον  Ηρόδοτο, αλλά χωρίς καμιά υπόνοια αρρενικότητας.  Αν για κάθε ποιητή μας ενδιαφέρει να δούμε ως ποιο σημείο εσωτερικεύει το αρχικό έναυσμα και το εμπλουτίζει με νεώτερα και προσωπικά στοιχεία, για μια ποιήτρια, στην εποχή μας, τίθεται σαν χρέος – οσάκις τίθεται – να αφυπνιστεί ένας λόγος πλήρης και αυθεντικά ανθρώπινος.
 Η Ρέα Γαλανάκη προωθεί έναν μετασεφερικό μοντερνισμό κατά την ιδιοτυπία που υπαγορεύουν οι καιροί: απριλιανή δικτατορία και μεταπολιτευτική περίοδος. Οι νέες εμπειρίες αναζητούν μια αντικειμενική αντιστοιχία προς ένα ιστορικό συναίσθημα που στην περίπτωση της ποιήτριάς μας οξύνει και η φύση και η μελέτη – η Ρέα Γαλανάκη σπούδασε αρχαιολογία στη Φιλοσοφική Αθηνών:
 
 Εσύ με τους Ερμοκοπίδες κι η Αθήνα
 ρίχνει τα μαρμαρένια ρούχα της στη γη
 αλώνι της χαροντικής μονομαχίας

 φιλέρημος, ακάνθινος, ερωτικός, γενναίος.

 Αν οι Ερμοκοπίδες απέβλεπαν στην κατάλυση του δήμου, κάτι που δεν ξακαθάρισε ούτε ο Θουκιδίδης ούτε βέβαια η μεταγενέστερη έρευνα, η παράθεση των εγκωμίων του τελευταίου στίχου, αλλά κι η αναφορά στα δημώδη ακριτικά άσματα ηχεί δισήμως. Σαφέστερη είναι η αποστροφή, με την έννοια του γνωστού σχήματος, προς έναν επίδοξο Αριστογείτονα (η συνάφεια της περικοπής των Ερμών και της τυραννίδας του Πεισιστράτου και των παίδων, κατά την υποψία των Αθηναίων, ήδη στον Θουκυδίδη):

 Λέξεις επιτυμβίου ελληνικού και ζωντανές
 σαν πέντε δάκτυλα οι αισθήσεις

 Και δεν τολμώ να σε ρωτήσω Αριστογείτων
 γιατί μεταναστεύεις και που πας.
 

 Αν το πικρό δεύτερο δίστιχο απευθύνεται σ’ έναν όχι φυγάδα, σ’ έναν, αλίμονο, μετανάστη τυραννοκτόνο, η ζωντάνια που αναγνωρίζεται στις «αισθήσεις» παραμένει αμείωτη παρά την εναντιότητα των καιρών και των περιστάσεων, εξού άλλωστε και ο τίτλος της συλλογής  Πλήν εύχαρις, όπου το επίθετο διεκδικούν πρόσωπα («Εύχαρις Αφροδίτα»), τρόποι κα τόποι. Είναι οι αισθήσεις που θέλει να διασώσει η ποιήτρια, αισθήσεις του σώματος όπως αναδύονται στο λόγο και αισθήσεις του λόγου όπως βυθίζονται στο σώμα:

 κρασί από το πήλινο σταμνί της σάρκας
 Η όμορφη και μικροπαντρεμένη μια παραλλαγή.

 Αλλά ακριβώς η μυθοποιία ή η εκμύθευση, αν επιτρέπεται να πούμε έτσι, του γυναικείου σώματος και ρήματος ματαιώνεται ή αλλοιώνεται από τον κρατούντα λόγο, αυτόν που «σκοτώνει τους αρχαίους μύθους και τους κρατεί σ’ ένα τσιγγέλι ανάποδα», από το λόγο του άντρα – θηρευτή. Έσπευσα, είναι αλήθεια, ν’ αντλήσω από ένα νεώτερο κείμενο της Ρέας Γαλανάκη, το Κέικ (1980), αλλ’ ακόμη και στην πρώτη συλλογή αρχίζει να διαγράφεται το θέμα του γένους (γενιάς και φύλου) και του μύθου. Στη δεύτερη, Τα ορυκτά (1979), εμφανίζεται στο πρώτο ήδη ποίημα:

 Το γένος μου άνυμφη πηγή αιμάτων.
 Οι φίλοι μόνο ανοίγουν το κλουβί του μύθου και πετάνε

 Λουτρά των εραστών θανατηφόρα

 Εξάλλου στο δίστιχο ποίημα «Nudissimi» ο εραστής  προσέρχεται «χωρίς κανένα μύθο για τις θάλασσες», στάση που μπορεί να κριθεί αρνητική ή θετική ως  εκεί που ο άντρας ή η γυναίκα φτάνουν σε αρχέγονη γυμνότητα και όχι σε άμυθη απογύμνωση. Η απόφανση που ακολουθεί «Ο κόλπος της γυναίκας ύδωρ», παραπέμπει βέβαια στον Θάλητα και στον Φερεκύδη (που στη «Θεολογία» του καλεί το ύδωρ χάος), ενεργεί ακαριαία, αλλά μόλις και μετά βίας χωράει στα στενά όρια της εύστοχης, αλλά βραχύτατης σήμανσης. Στο ποίημα «Τα τελούμενα» διαγράφεται ήδη μία μνήμη που δε θέλει να μείνει άγραφη, που δεν αρκείται στο «αμίλητο νερό», ούτε στην «ξερή συκιά», που αναμετρά ένα πατρογονικό δείπνο:

 -όλα στ’ αμίλητο νερό
 μ’ ονόματα και χρόνια.

 Ξερή συκιά ξαναμετρά στο δείπνο
 καρεκλοπόδαρα πενήντα δύο

 Αν στο Πλην εύχαρις η ποιήτρια δεν ήξερε ακόμη ότι η έλξη από μια άλλη γραφή πλατύτερης πνοής απειλεί τα ολιγόστιχα ποιήματά της, τους «μύθους εν βραχεί λόγω», το συνειδητοποιεί στη δεύτερη συλλογή της. Τα τρία τελευταία ποιήματα Των ορυκτών θα μπορούσαν ν’ αποτελέσουν την αρχή ενός νέου ποιητικού βιβλίου, επικεντρωμένου στο θέμα της γραφής. Στο ποίημα «Πως ιστορίζεται ο μάταιος βίος του κόσμου τούτου» η Ρέα Γαλανάκη παρακινημένη από την περικοπή της «Ερμηνείας της Ζωγραφικής Τέχνης» του Διονυσίου του εκ Φουρνά, την οποία προάγει σε τίτλο, ανομολογεί στον τελευταίο στίχο τη «γοητεία μιας αφήγησης σκληρής, τελειωμένης, αναντίρρητης». Την κερδίζει λοιπόν το είδος το αφηγηματικό, που όσο κι αν στα χρόνια μας – κι όχι μόνο σ’ αυτά – μπορεί να είναι βαθύτατα ποιητικό, επιβάλλει τους δικούς του ρυθμούς; Ένα είναι βέβαιο. Η ποιήτρια που άφησε τις ξυλομπογιές για τη γραφίδα, ετοιμάζεται για μια νέα μετάσταση – για μια νέα στάση. Θα κληθεί τη φορά αυτή να βάλει αντιμέτωπα, αλλά συμμετρικά, όχι «ρήματα», αλλά ευρύτερες αφηγηματικές μονάδες, μύθους που είναι και λόγοι, μνήμες που γίνονται και αναμνήσεις,  που δεν αποστέργουν τη χρονικότητα. Ήδη το επόμενο ποίημά της έχει τίτλο «Σχόλιο για ένα μυθιστόρημα» - το είδος δηλώνεται ρητά. Κατά βάθος το ποίημα είναι ένα σχόλιο για τη γραφή, τη ματαιωμένη γραφή, εφόσον η «γνωστή πεταλούδα» (η πεταλούδα των σολωμικών αποσπασμάτων) προστάζεται να παίξει με τον ίσκιο της, όχι με το σώμα της – προστάζεται από τα νεύματα άναρθρων ανθρώπων. Και γι αυτό ακριβώς τα «γράμματα» (όχι τα «Φοινικήια» του Ηρόδοτου, αλλά τα «Αιγύπτια» του Δαναού) καθηλώνονται «σε μια εφήμερη λογιστική γραφή», υπαινιγμός στις αρχειακές και αρχικότατες πινακίδες της Πύλου και της Κνωσσού.
 Αν η ποιήτρια είναι έτοιμη να αφηγηθεί, η γραφή της έχει ήδη προτυπωθεί στις δύο πρώτες ποιητικές της συλλογές που είναι και το θέμα της παρουσίασης. Και στα τρία βιβλία που ακολουθούν, Το Κέικ (1980), Που ζει ο λύκος (1982) και το πρόσφατο Ομόκεντρα διηγήματα (1986) βρίσκουμε τους ίδιους ποιητικούς πυρήνες υπό τη μορφή τώρα «μύθων», «ιστοριών», ή και «εξιστορήσεων», που και όταν αποβλέπουν στις αόρατες όψεις των πραγμάτων, ακολουθούν τα ίχνη των ορατών.
 Αν στα πεζά αυτά κείμενα η γυναίκα – γραφιάς αλληλοκατηγορείται με την «Παύλα», σημείο σιγής και αποκρυβής, δε μας ξαφνιάζει. Και στα αφηγηματικά βιβλία της Γαλανάκη παραμόνιμο θέμα είναι ο λόγος και το σώμα της γυναίκας και του ανθρώπου, η «αγλωσσία» του «Λύκου» και κάθε μερισμού και αναπηρίας.
 Κλείνοντας την παρουσίαση θα σας διαβάσω τις τελευταίες γραμμές από το επιμύθιο του Κέικ που υπό την ένδειξη «τώρα εγώ» περιέχει κατά κλιμάκωση τέσσερεις μύθους ποιητικής γενέσεως, σκοτεινής – ως εκεί που είναι σκοτεινή. Στις γραμμές αυτές θα αναγνωρίσετε και την άγονη «ξερή συκιά» του ποιήματος «Τα τελούμενα», τόπο του ωμοφαγικού φαλλικού και μητρικού δείπνου, και το βλαστομάνιασμα του ίδιου θαλλοφόρου δέντρου της γραφής:

 «Ο δείχτης μιας βενζινακάτου κι εγώ στη βενζινάκατο θα δραπετεύσω τραβώντας βίαια τον άλλο δρόμο, αφού υποκλιθώ και χαιρετίσω βελανιδιές και ελάτια τις ξύλινες καρέκλες με τους μεγάλους και με τους μικρότερους• αφήνοντας τη βάρκα δεμένη σ’ ένα πάσσαλο της λίμνης, τη λίμνη στο χαρτί ζωγραφισμένη και το χαρτί σελίδα γλώσσας που έκλεισε σα λίμνη. Θ’ αράξω σ’ ένα τόπο ζεστό και πράσινο με κίτρινη αμμουδιά και φρούτα στα δέντρα με τα εξωτικά πουλιά. Και θα φυτέψω τα ρούχα της μαινάδας κοντά σε μια πηγή και η πηγή σ’ ένα χαρτί ζωγραφισμένη και το χαρτί σελίδα γλώσσας που αναβρύζει. Και δίπλα θα ξαπλώσω ήρεμη και γυμνή για να γεννήσω»

                                   

                          Παρουσίαση στο ΣΤ´ Συμπόσιο Ποίησης 4-6 Ιουλίου 1986
                          (Πρακτικά ΣΤ´ Συμποσίου Ποίησης ,εκδόσεις Γνώση 1987)
                       
                               «Κριτικό τρίπτυχο», εκδόσεις Σμίλη, Αθήνα 1991
                        «Παρουσιάσεις ποιητών», εκδόσεις Περί Τεχνών, Πάτρα 2004

Ανδρέας Μπελεζίνης