Εκτύπωση του άρθρου

                                       

ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΠΕΛΕΖΙΝΗΣ

 

Επικίνδυνα παιχνίδια και δώρα
                                         
                              

                                    Αιωνιότητα τ’ όνομά σου είναι Σολωμός
                                                     Νάσος Βαγενάς

 Ότι το τέλος κάθε χρόνου προκαλεί εκρήξεις κριτικού ενθουσιασμού, συντεχνιακής αλληλεγγύης, συγγραφικής φιλαλληλίας, πνευματικής γενναιοδωρίας, το ξέραμε. Ούτε βέβαια περιμέναμε το 1989 να αποτελέσει εξαίρεση. Κανείς όμως δεν φανταζόταν ότι το λήγον έτος, θα ξεπερνούσε κάθε προηγούμενο σε κριτικές εξάρσεις και ότι θα εξήπτε σε τέτοιο βαθμό τον ακατανίκητο πόθο των λογίων μας για πρωτεία και μεγαλειότητες.
Θύματα της κριτικής ελευθεριότητας υπήρξαν κατά τους τελευταίους και κρίσιμους μήνες  του ευτυχούς 1989 τρεις κυρίως ποιητές, η Τζένη («Ιφιγένεια», κατά τη διακριτική υπόδειξη του καθηγητή Γ.Π. Σαββίδη), η Ιφιγένεια λοιπόν, Μαστοράκη, ο Νίκος Καρούζος και… ο Διονύσιος Σολωμός. Οι δύο πρώτοι συνδέονται προς τον τελευταίο με ορατούς ή αφανέστερους δεσμούς και όσο το επιτρέπουν οι καιροί, εμπνέονται από το έργο του λυρικού προγόνου ή τουλάχιστον του αφιερώνουν ποιήματα (όπως ο Καρούζος) ή φιλοξενούν σπαράγματα των αποσπασμάτων του (όπως η Μαστοράκη) με επίγνωση ότι κάτω  από τις συνθήκες και τις συμβάσεις που ισχύουν σήμερα δε χρειάζεται να υποταχθούν στη γλώσσα, εφόσον αποκλείεται να γίνουν κύριοί της – άλλωστε ούτε ο Σολωμός την κυρίεψε.

 Ιδού, κατά σειράν, πως οι τρεις ποιητές εξωθούνται σε αναρριχήσεις για τις οποίες ο Σολωμός τουλάχιστον μας είχε εφοδιάσει με αποτρεπτικές υποθήκες που βέβαια δε θα ίσχυαν για κανένα, αν δεν τις έστρεφε πρώτα κατά του εαυτού του. Έτσι στο «Εγκώμιον για τον Ούγο Φόσκολο» μιλάει για την «κορυφή της ανηφοριάς εκείνης της τόσο τραχιάς για τους περισσότερους, που αποκαμωμένοι από τους ανώφελους κόπους σωριάζονται δώθε από το τέρμα», κατά τη μετάφραση του Λίνου Πολίτη.

 Αλλά για τους κριτικούς μας, πανεπιστημιακούς και μη, δεν υπάρχουν «ανηφοριές» ή «δυσανάβατοι ανήφοροι» (όπως αντίστοιχα μεταφράζει ο Γ. Λαμπελέτ). Δεν φαίνεται να διδάσκονται ούτε από την αμφίσημη δήλωση της Μαστοράκη σε ποίημά της  («Διόδια», Κέδρος, 1972/1982): «Πρέπει να ’ναι δύσκολη / η δουλειά του ποιητή. Προσωπικά, δεν το ξέρω. Εγώ σ’ όλη μου τη ζωή / έγραφα μόνο / κάτι μακριά, απελπισμένα γράμματα / για τις άνυδρες συνοικίες, / τα ’κλεινα  σε μπουκάλια / κα τα πετούσα στους υπονόμους».

 Η συμπαθής λοιπόν ποιήτρια που ξεκινώντας το 1972 δεν ήξερε, κατά προσποίηση έστω, αν είναι εύκολη ή δύσκολη η δουλειά του ποιητή, και πάντως συμπεριφερόταν με την αμφισβητισιακή τραχύτητα που περιγράφουν οι στίχοι της  - τραχύτητα για την οποία μοιραίως θα καταβαλόταν κάποιο τίμημα -, εξευμένισε, όπως φαίνεται, τόσο τους γλωσσικά αβροδίαιτους κριτικούς ώστε να ανακηρυχτεί με την τελευταία της ποιητική συλλογή σαν η σημαντικότερη ποιήτρια από το 1964 (!;) ως σήμερα.

 Εγκυρότατος φιλόλογος, ο καθηγητής Γ. Π. Σαββίδης μας πληροφόρησε πρόσφατα (Το Βήμα, 26/11/1989) ότι «αν ήταν να καταστραφούν όλα τα ελληνικά ποιητικά βιβλία, όσα εκδόθηκαν την τελευταία εικοσιπενταετία και να ήταν στο χέρι του να σώσει μονάχα ένα», θα διέσωζε «τη νέα ποιητική σύνθεση» της Τζένης (Ιφιγένειας) Μαστοράκη «Μ’ ένα στεφάνι φως» (Κέδρος, 1989)». Οι μετριασμοί που επιχειρεί ο κριτικός («παίζω κάθε τόσο – συνήθως κατά μόνας – ένα γραμματολογικό παιχνίδι», «συνεπαρμένος από τη νέα ποιητική σύνθεση», «η αυθόρμητη προτίμησή μου») δεν αρκούν για να αμβλύνουν την εντύπωση ότι ο συντάκτης του εκτενούς σημειώματος υποκύπτει δημοσία στον πειρασμό μιας απόλυτης, αυθαίρετης όσο και αναιτιολόγητης αξιολογικής κρίσης. Γιατί συμβαίνει ο καθηγητής Σαββίδης να είναι ο αδιαμφισβήτητος εισηγητής και ρυθμιστής του ποιητικού μας κανόνα (Σολωμός, Κάλβος, Παλαμάς, Σικελιανός, Καβάφης, Σεφέρης, Ελύτης) και συνεπώς, εξαιτίας του φιλολογικού του κύρους, οι ιεραρχήσεις που επιχειρεί επιβάλλονται εντέχνως με τη μορφή στοιχήματος ή παιγνίου, έστω και καθόλου πρωτότυπου.

 Kατά την πρόταση του  η Μαστοράκη που το 1972 έγραφε «…πάντα ευδοκίμησα / στα μέρη όπου τα λεξικά / αρνήθηκαν επίμονα την ύπαρξή μου» («Διόδια»), από τη στιγμή που έγινε καλό κορίτσι και άρχισε να «αλλοπέρνεται με ξένους στίχους» όπως  οι «μοιραίοι επιστολογράφοι» της τελευταίας συλλογής  της (σ. 53) – ουδείς ψόγος -, θέτει υποψηφιότητα για τον εθνικό ποιητικό κανόνα. Απαράβατος όρος, για όσους επιθυμούν να διεκδικήσουν επίσης μια θέση, είναι να μεταμοσχεύουν στις ποιήσεις τους εκατοντάδες σπάνιες λέξεις∙  105 τέτοιες λέξεις μέτρησε ο καθηγητής Σαββίδης στις 38 σελίδες «ψαχνού κειμένου στο νέο βιβλίο της κ. Μαστοράκη», εξού και στο κριτικό του σημείωμα επέθεσε επιγραφή «Το φωτοστέφανο της λέξης» κατά διακειμενική συστοιχία προς τον τίτλο της συλλογής «Μ’ ένα στεφάνι φως». ‘Ένα τέτοιο λεκτικό (και συνειρμικό και ρυθμικό) θησαυρό έκλεισε στην «Κιβωτό» (με κεφαλαίο το αρχικό), που μαστόρεψε η καλή μας ποιήτρια, και μια άλλη ευρυχωρότερη κιβωτό κατασκεύασε ο αποφασιστικός μας Νώε, για να διασώσει την πρώτη. Όσοι φιλοδοξούν να συμπεριληφθούν στην εικοσιπενταετία 1965 – 1990 του επόμενου «γραμματολογικού παιχνιδιού» του κριτικού μας πρέπει να λησμονήσουν εντελώς το λόγο ενός  «επαρχιώτη» (κατά τον καθηγητή Γιώργο Βελουδή) ποιητή που πριν από την κερκυραϊκή του «μετοικεσία» συνιστούσε:  «Σοφοί λεξιθήρες, μακριά-». Αλλά για τον ποιητικό μας κανόνα γνώμη δεν έχει μόνο ο καθηγητής Σαββίδης. Έχει μεταξύ άλλων και ο Ευγένιος Αρανίτσης, που επίσης αρέσκεται σε παιχνίδια. Αν ο πρώτος δε θέλησε να σώσει από τον κατακλυσμό, την αποτέφρωση ή ένα ενδεχόμενο πυρηνικό αφανισμό κανένα από τα ποιητικά βιβλία που τα τελευταία 25 χρόνια εκδώσανε και άλλοι πολλοί και ο Νίκος Καρούζος, ο Αρανίτσης φρονούσε άλλως. Έτσι ο ποιητής Καρούζος ενώ γλίτωσε από τον καθηγητή Σαββίδη, που σφράγισε τις μπουκαπόρτες της κιβωτού του αφήνοντας στο έλεος των υδάτων βιβλία όπως τα «Πενθήματα» (1969), ο «Λευκοπλάστης για μικρές και μεγάλες αντινομίες» (1971) και τα υπό σολωμικό τίτλο «Χορταριασμένα χάσματα» (1974), δεν απέφυγε έναν άλλο ενθιουσιώδη και «δωρομανή» κριτικό.

 Ο Ευγένιος Αρανίτσης που ήδη στον πρόλογο της ανθολογίας «Σύγχρονοι ποιητές»  (3, Άκμων, 1981) παρατηρούσε μετριοπαθώς «ο Νίκος Καρούζος είναι σήμερα μια από τις σημαντικότερες περιπτώσεις ευρωπαίου ποιητή που χρησιμοποιεί σαν αφετηρία του (…) την προβληματική της μαγείας των λέξεων» εζήλωσε δόξα Σββίδη και αποφάσισε να θεσπίσει νέο κανόνα ποιητικής παράδοσης. Οι κατά Αρανίτση κρίκοι της είναι: «Σολωμός, Κάλβος, Καβάφης, Καρυωτάκης, Σεφέρης, Ελύτης, Γκάτσος, Εγγονόπουλος…», και με συνοπτική διαδικασία, απαράδεκτη σε κάθε περίπτωση, «…Καρούζος».

 Χώρος της καταδίκης και εκτέλεσης ή έστω, χώρος της καθιέρωσης ένα προ πολλού οφειλόμενο αφιέρωμα που ωστόσο μπορούσε και έπρεπε να είναι κριτικότερο: περιοδικό «Η Λέξη», τεύχος 88-89, Οκτ. – Νοέμ. 1989.

 Ο νέος νομοθέτης (με την καβαφική έννοια) προσπαθεί ματαίως, όπως και ο καθηγητής Σαββίδης που δε διδάχτηκε τίποτε από την ανακήρυξη του Ελύτη ως εθνικού ποιητή, να καλύψει την ευθύνη του για την ενθρόνιση του «λεξιφρενούς» και «λεξίθρησκου) ποιητή, ανασηκώνοντας τους ώμους του: «τη στιγμή που έχει αποδειχτεί ότι δεν έχω τίποτα να χάσω, δε βλάπτει, μου φαίνεται, να ονομάσω τους κρίκους». Και τους κατονομάζει: Σολωμός… Καρούζος. Τη χειροθεσία μάλιστα πλαισιώνουν στο ίδιο τεύχος δύο αποφάνσεις άλλων συνεργατών, όπου εκτός του Καρούζου μνημονεύεται μόνο ο Σολωμός (στο δεύτερο και ο Κάλβος): «Ο Νίκος Καρούζος, μετά το Διονύσιο Σολωμό, είναι η άλλη ισοϋψής αιχμή της νεοελληνικής ποίησης» (σ. 887) και «Μαζί με τους μεγάλους μας ποιητές, τον Διονύσιο Σολωμό, τον Κάλβο, τώρα και η υγρασία του Ν. Καρούζου ποτίζει τις μέρες μας». (σ. 942)

 Η άγρυπνη κριτική συνείδηση που ενυπάρχει στα χειρόγραφα του Σολωμού μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι ο ποιητής της  «Γυναίκας της Ζάκυθος» κάθε άλλο παρά θα αισθανόταν αδικημένος από την ισοτιμία του Καρούζου ή και της Μαστοράκη, αν βέβαια οι νεκροί αισθάνονταν όσα συμβαίνουν στον κόσμο μας.

 Εκείνος ήξερε καλλίτερα από κάθε άλλο ότι η ποίηση είναι «αγώνισμα τρομερό» εφόσον και από τη φύση της απαιτεί απόλυτη τελειότητα και από τους πολλούς που φιλοδοξούν να την διακονήσουν ελάχιστοι ξεχωρίζουν («Επικήδειος για τον Δρ Σπυρίδωνα Γρυπάρη»).  Αν αδικεί κάτι είναι με τα «πολλά Υπερυψούτε… και μεγαλεία», όπως θα έλεγε η Μαστοράκη («Ιστορίες για τα βαθιά», Κέδρος, 1986) να μας ανεβάσουν, άθελά μας, ως εκεί που για να σταθούμε θα πρέπει να ταπεινώσουμε όσους θεωρούμε όντως μεγάλους  και η συμπαρουσία τους μας είναι οδυνηρή. Αυτήν την αδικία επεφύλαξαν οι τελευταίοι μήνες του 1989 και σ’ έναν ποιητή που τόσο αυστηρά έκρινε ο ίδιος τον εαυτό του και τους στίχους του, τον Διονύσιο Σολωμό: «Μέσα από μια επίπονη, αναλυτικότατη αναζήτηση θα διαπιστώσουμε ότι, σ’ αντίθεση με «τα έργα της Ζακύνθου», το έργο και η σκέψη του Σολωμού της κερκυραϊκής ωριμότητας, από τα 1829 και ύστερα, αυτό ακριβώς το έργο που, παρ’ όλη την τραγική του αποσπασματικότητα, αναδεικνύει τον πρώην επαρχιώτη ποιητή σ’ εξέχοντα εκπρόσωπο της ευρωπαϊκής καλλιτεχνικής πρωτοπορίας, είναι πλημμυρισμένο, για όσους δεν βλέπουν καθαρά, από «γερμανική θολότητα».

 Η υπερύψωση του Σολωμού, τρίτου θύματος – ανυπεράσπιστου τη φορά αυτή – της μεγαλομανούς κριτικής μας, επιχειρείται από τον καθηγητή Γιώργο Βελουδή στο πρόλογο του ογκώδους όσο και συναρπαστικού βιβλίου του «Διονύσιος Σολωμός  - Ρομαντική ποίηση και ποιητική – Οι γερμανικές πηγές» (Γνώση, Οκτώβριος 1989) που προβλέπεται να προκαλέσει πολλές και, ελπίζουμε, γόνιμες συζητήσεις και για τις αρετές και για τις λειψάδες του. Για ποιους λόγους ο Διονύσιος Σολωμός που κατά τον Πολυλά «εκαταγίνετο πάντα θερμότερα εις την τελειοποίηση των πονημάτων του και εις την μελέτη της φιλοσοφίας, της οποίας ακολουθούσε την πρόοδο εις τα μεγάλα γερμανικά συγγράμματα…» αποκλείεται να ανακηρυχτεί σε πρωτοπόρο και οδηγό κατά τον αιώνα του, θα το εξετάσουμε άλλοτε. Αλλά ας δεχτούμε ότι υπήρξε.
 
Σε ποια συμπεράσματα θα οδηγηθούμε, εάν συσχετίσουμε, όπως  έχουμε δικαίωμα, τις κρίσεις των λογίων μας, ανάμεσα στους οποίους δύο επιφανείς διδάσκαλοι της νεοελληνικής φιλολογίας; Η Μαστοράκη εκμηδενίζει και άλλους πολλούς και τον Καρούζο. Ο Καρούζος είναι ισοϋψής του Σολωμού. Ο Σολωμός αναδεικνύεται σε εξέχοντα εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκής καλλιτεχνικής πρωτοπορίας Άρα η Μαστοράκη που αισθανόταν είμαι βέβαιος, άνετα στο «πρώτο σκαλί» εξάντλησε όλη την «υψηλή της ποιήσεως σκάλα», άφησε πίσω της ποιητές όπως ο Νοβάλις και γιατί όχι ο Σίλλερ (Σχίλλερ κατά τον Πολυλά) ή και ο Γκαίτε («Γόεθ», τον έγραφε ο Σολωμός). Δεν απομένει παρά να εκτοξευτεί σε Δαντικά ή και Ομηρικά ύψη – ή μήπως και εκτοξεύτηκε ήδη; -, οπότε και ματαίως ο Σολωμός είχε πει το λόγο: «Πολύ ψηλά επήδησες, φίλε».
                                                                            Αυγή της Κυριακής     31/12/1989

 

Ανδρέας Μπελεζίνης