Εκτύπωση του άρθρου
                                                                              
ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ 
 
"Λείπουμε" του Παναγιώτη Κερασίδη 
                                     
 
Υπόδειγμα ποιητικής παρρησίας
                  
                
        Πρόκειται για την έκτη συλλογή του ποιητή, που γεννήθηκε στην Πάτρα το 1955. Προηγήθηκαν κατά σειράν: Η σκιά μου σαν σώμα (εκδόσεις «Πλέθρον», 1985), Οι άκρες των δαχτύλων («Διάττων», 1992), Ηχείο ανάσας («Καστανιώτης», 1995), Το ζώο ζει («Γαβριηλίδης», 2000) και Το σώμα της απουσίας («Γαβριηλίδης», 2003). Συστηματικά πυκνή, ανθρωποκεντρική γραφή, προσανατολισμένη σταθερά σε γλωσσικές αποκρυσταλλώσεις, οι οποίες αφήνουν έντονα τα ίχνη τους στην αναγνωστική μας μνήμη: το ποίημα είναι περισσότερο βέλος αιχμηρό, παρά ελεγειακή σπονδή ή λυρική εκτόνωση. Το στοχαστικό εγώ δεν δολιχοδρομεί, ούτε αυτοπαγιδεύεται σε ανούσιες εξομολογήσεις, αλλά εστιάζει την προσοχή του στα σημαίνοντα του εσωτερικού βίου. Δεν διστάζει να αποδώσει δικαιοσύνη, ελέγχοντας αυστηρά ό, τι ψευδεπίγραφο, ό, τι αναληθές υποπέσει στην αντίληψή του. Το αρχικό ζητούμενο αποτυπώνεται δηλαδή με ευχέρεια και ανάλογη καθαρότητα, λόγω της παρατεταμένης, δόκιμης θητείας του Παναγιώτη Κερασίδη στο ανοιχτό σχολείο του δημιουργικού, εποπτικού λόγου, ο οποίος γνωρίζει πολύ καλά πώς να τελεί, μεταξύ άλλων, σε διαρκή εγρήγορση, σεβόμενος πρωτίστως τον εαυτό του και τις ουσίες, οι οποίες ενδεχομένως τον περιβάλλουν. Έστω δείγμα: «Ζηλεύω τους τυφλούς / που μόνοι στο σπίτι / μπορούν και διαβάζουν με την αφή. / Που ερωτεύονται σαν απόντες. / Μελλοθάνατοι / και συνάμα / ετοιμοπόλεμοι.» και «Το πάθος τυφλώνει ό, τι δεν είναι πάθος». (Ιδέτε σελ. 48 επ.»
        Διατυπώθηκε ήδη η άποψη-και φρονώ δικαίως-ότι «έχει αναμφίβολα σημασία ότι το πάθος στην ποίηση του Κερασίδη, διακεκαυμένο και καταλυτικό,  απεικονίζεται  συνήθως ως ιδεώδης κατάσταση προς την οποία η ύπαρξη προσβλέπει με τον τρόπο μιας σισύφειας προσδοκίας που νοσταλγεί το ασύλληπτο. Και πράγματι, αντί της μέθεξης στο άλλο και στον άλλο, εμφανίζεται ως μετείκασμα του ανολοκλήρωτου πάθους μια συγκεχυμένη μορφή». (Ιδέτε: Αλέξης Ζήρας, «Εξορισμένα νοήματα που ψάχνουν το σώμα τους», περιοδικό «Ποίηση», τεύχος 17, Άνοιξη –Καλοκαίρι, 2001, σελ. 288). Εξ ου και οι παρακάτω αποτυπώσεις, οι οποίες, συν τοις άλλοις, μαρτυρούν συνειδητή καλλιέργεια κι ανάδειξη των πρωτογενών εκείνων θεματολογικών αφορμών, οι οποίες καθόρισαν προ πολλού το ατομικό στίγμα του ποιητή. Παραθέτω: «Σφυρίζουν τραγούδια που σκίζουν τα χείλη / και τους ενώνουν με τα αφίλητα κομμάτια. / Με τη τόλμη που χαρίζουν / τα παλιά τραύματα. / Που κλείνουν και ανοίγουν οποτεδήποτε. / Χωρίς καπνό και πανικό. / Χωρίς πονάκι πόνου.», «Πόσο πουλάνε τα όρια / ενόσω καίγονται σώματα; / Πόσο κοστολογούνται / σώματα στα όρια;», σε συνδυασμό με τον εξής χαρακτηριστικό αφορισμό: «Τελευταίο φιλί. Κάτι σαν όρκος / στο μηδέν και στο άγαν. / Σαν αγανάκτηση.» (Ιδέτε σσ. 30, 73  και 79).  Μάλιστα, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς, ότι το Λείπουμε στο σύνολό του επιδιώκει συνειδητά να προωθήσει, να ανανεώσει και να αναβαθμίσει, ει δυνατόν, σε προγραμματική πάντα βάση, ό, τι παλαιότερα σημαντικό και καίριο είχε συλλάβει ο αισθητικός νους.
          Διακρίνω τους ιστούς, τη σπονδυλική στήλη, τις αντιφωνήσεις, τις διαδοχικές, αντιστικές εκφορές αυτού του κατασταλαγμένου, προσωπαγούς ιδιώματος. Αντιλαμβάνομαι δε ότι τελικά πρόκειται για ένα συνθετικό ποίημα, χαλαρής μεν δομής, αλλά συντονισμένης και ασίγαστης ταυτοχρόνως λεκτικής δράσης, η οποία είναι ικανή εκ προοιμίου να διατηρήσει αμείωτο το αναγνωστικό ενδιαφέρον. Οι λέξεις στην προκειμένη περίπτωση αποδίδουν εν περιλήψει το δράμα του ανθρώπου, ο οποίος προσπαθεί να διακριβώσει σε ικανό βάθος  τα αίτια και τα αιτιατά της αποτυχίας του να ξεπεράσει αυτό που του έταξαν. Τα πορίσματα αυτού του άνισου γνωσιολογικού αγώνα έχουν προλάβει να ενσωματωθούν στους στίχους του Παναγιώτη Κερασίδη.
 
 Γιώργος Βέης