Εκτύπωση του άρθρου
ΤΑΣΟΣ ΓΑΛΑΤΗΣ

ΤΑ ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ ΤΩΝ ΛΑΒΔΑΚΙΔΩΝ
ΑΘΗΝΑ 2003-2007

                                                                                                          
                                                                                                                                                            Στον Ιωσήφ Βεντούρα
                                                                               
                                                                                Αρχαία τα Λαβδακιδών οίκων ορώμαι
                                                                                πήματα φθιτών επί πήμασι πίπτοντ'
                                                                                ουδ απαλλάσσει γενεάν γένος...
                         
                                                                                                                ΑΝΤΙΓΟΝΗ 594-596
ΛΑΒΔΑΚΙΔΕΣ ΠΑΝΤΟΤΕ

Κάποτε ο άμοιρος πατέρας μας,
κραταιός της Θήβας βασιλεύς ακόμη
τρέμοντας μη και μας πάρουν είδηση
τα τρομερά μάτια της Ιοκάστης
μας πήρε και τους δυό από το χέρι
και μας ανέβασε στο ψηλότερο δώμα της Καδμείας .
έτσι αντικρύσαμε πρώτη φορά τον αδυσώπητο κλοιό του πλήθους
το ανθρωποφάγο, το ακόρεστο μένος του όχλου
έτοιμο να συντρίψει τις κυκλώπειες πύλες μας.

Κοίταξε, είπε τότε, Πολυνείκη
κι εσύ Ετεοκλή τέντωσε τ’ συτιά σου
πόσο ανεχόρταγοι διψούν όλοι για αίμα
σκαφτιάδες και βαστάζοι, χαλκιάδες και ζητιάνοι
μαρμαράδες με τα γλύφανα, κεραμιδάδες 
βλοσυροί αργυραμοιβοί και  δολεροί μεσάζοντες.
 
Αυτός που ακονίζει σ’ εκείνη τη γωνιά τα δόντια του
είναι παραγωγός ασπίδων, τόξων και ακοντίων
αν ύαινα παραμονεύει
πότε θα ξεσπάσουν επιτέλους
τα αδελφοκτόνα πάθη μας
πίσω τους στέκουν στη σκιά
οι πράκτορες από τη Σκυθία και την Αυσονία
κι ακολουθεί ο ακατανόμαστος εκείνος  συρφετός
οι αρσενοκοίτες, οι παρενδυσίες και οι μαστρωποί
οι κίναιδοι με τις εξαίσιες, τις μεγαλόπρεπες φενάκες
παιδόφιλοι, παρενδυσίες, οφθαλμοπόρνοι, επιδειξίες
μη τους κοιτάτε άλλο, στρέψτε τα μάτια σας αλλού.
να οι Φρύνες, οι Λαϊδες, οι αθάνατες εταίρες μας
αυτές να τις τιμάτε, να προσκυνάτε το κατώφλι τους
αξίζουνε αληθινά τα γιασεμιά σας, τα ζουμπούλια σας
απ' τη δική τους μήτρα θα γεννηθεί μια μέρα
εκείνη που θα γράψει τον επιτάφιο του Περικλή
μα τώρα προσοχή! Αυτοί που σκυθρωποί διασχίζουν τις στοές
σε όποια φρατρία κι αι δουλεύουν είναι όλοι τους καννίβαλοι
ο καννιβαλισμός είναι το πεπρωμένο της δικιάς μας φάρας
γι’ αυτό να μην προτρέχετε ποτέ
να αγαπάτε σαν τα μάτια σας τις δύσμοιρες τις αδελφές σας
να είσαστε επιεικείς με τις φαιδρές δολοπλοκίες του Κρέοντα
να προσκυνάτε πάντοτε καλού κακού τον Τειρεσία
τον Αίμονα να συμπαθάτε που βρ´'οχια πλέκει για την ατίθαση Αντιγόνη μας
και προπαντώς να σέβεστε την Ιοκάστη
εκείνη την αδίστακτη γυναίκα που είναι όμως η μητέρα σας
και κάποτε στα όνειρά μου μάνα δική μου κι ερωμένη.

Να αγαπάτε όλους Θηβαίους 
είναι απ' το δικό μας αίμα
οι όμοιοι μας κι’ αδελφοί μας


ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΕΦΗΒΟΣ

                                      Τύμβος
                                           Andre Gide

Ώ και να ξέρατε μοναχογιοί μου και λεβέντες μου
Ετεοκλή καμάρι μου, δόξα μου Πολυνείκη
τι φρικτά όνειρα, τι εφιάλτες βασάνισαν τη νιότη μου
πόσο νωρίς αρνήθηκα και μίσησα
τους καψερούς γονιούς μου τον Πόλυβο και τη Μερόπη
σε τι γκρεμούς ακροζυγιάστηκα, σε τι δρυμούς ξενύχτησα
κι’ ήμουν ανήλικο πουλί, αγόρι αμούστακο
με συντροφιά τ’ αγρίμια κι η καταλαλιά
να δυναμώνει τα ουρλιαχτά τους

ώ και να ξέρατε…


ΟΙ ΚΟΡΑΣΙΕΣ

Μα εσύ ακριβέ μου Ετεοκλή, καλέ μου Πολυνείκη
γερά είναι τα στήθη σας σκληρά σαν στουρναρόπετρες
λάμπουνε σαν το μάρμαρο
που θα σμιλέψει κάποτε ο Φειδίας

Μα φτάνει ως εδώ
σταματήστε πια τα πείσματα και τα λακτίσματα
τ’ άγρια γρονθοκοπήματα στις αγυιές και τις παλαίστρες
γυρίστε, ρίχτε μια ματιά στις κορασιές της Θήβας
ιδέστε πώς ποθοπλαντάζουνε στις πόρτες και τα παραθύρια
για την αγκάλη και τη ρώμη σας

αφήστε την καρδιά σας
να την πλανέψουνε οι κορασιές
είναι καιρός να παντρευτείτε, να καρπίσετε
να γεννήσετε πολλά παιδιά, λεβέντες παλικάρια
ν’ αποκτήσετε εγγόνια και δισέγγονα, τρισέγγονα
ποτέ μη μαραθούν οι νάρκισσοι του  Κηφισού
να μη σωπάσουν και στους πιο δίσεχτους καιρούς
του Κολωνού τ’ αηδόνια.


ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Κάθε Λαβδακίδης κι ένας δολοφόνος
κάθε Καδμείος κι ένας ληστής
χασάπης, μακελλάρης βουτηγμένος στο αίμα .


η Αντιγόνη όμως άλλα μολογεί
δεν την παραπλανούν οι θεωρίες του Κρέοντα
της πόλεως ο σάλος δεν τη συνταράζει
μονάχα η αγάπη τα σωθικά της ανταριάζει
και τα στήθια της.

Κάθε Λαβδακίδης, λέει, κι ένας άγγελος
κάθε Καδμείος κι ένας λυτρωτής.


ΠΡΟΣΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΡΕΟΝΤΑ

Αργεί, πολύ αργεί να επιστρέψει από τους Δελφούς
οι φρυκτωροί δεν νεύουνε τον ερχομό του ακόμη
του Απόλλωνα οι εντολές καθυστερούν .

αδιάφορο, εγώ ξέρω τι μήνυμα θα φέρει
ξέρω τις πανουργίες του Τειρεσία
τα σφάγια δήθεν, της θυσίας οι καπνοί
τι εκατόμβες θα προστάξει
για να στομώσει το ιερατείο.

Εγώ λοιπόν είμαι ο φταίχτης
πόρνος εγώ και μαστρωπός
της Θήβας ο Αττίλας.
μα συ αγαπημένη μου Ιοκάστη
που με δέχτηκες στην αγκαλιά
και σαν μωρό σου με νανούρισες
άφησέ με . ακόμη μια φορά
το γάλα των βυζιών σου να ρουφήξω
τύλιξε στις πορφύρες
κι εκεί πνίξε τη βρεφική μου ανάσα.


ΕΠΩΔΟΣ, Α'

Κάθε Λαβδακίδης κι ένας μαστρωπός
Κάθε Καδμείος κι ένας δολοφόνος.


ΚΡΕΩΝ

Οι δημεργέτες ας παριστάνουν τον Λυτρωτή
ας τρέφονται με τη μανία και την οργή του πλήθους
θάρθει μια μέρα, δεν θ’αργήσει
θαρθεί και η δική τους η σειρά.

Εγώ νοιάζομαι τον Κρέοντα
δεν μου είναι βολετό να τον μισήσω
μοναδικό του μέλημα ήταν
να γαληνέψει τη Θήβα
να γιάνει τις πληγές της, να λησμονηθούν το μίασμα και ο λοιμός
να πάψουν πια να ροκανίζουν τα θεμέλια της Καδμείας
ο αδελφοκτόνος σπαραγμός, τα δολοφονικά παιγνίδια
του Ετεοκλή και του Πολυνείκη.

Πώς έτσι ξαφνικά
κατόρθωσε να γίνει τόσο επίσημος, τόσο απόμακρος
πώς έτσι απροσδόκητα
έφτασε να διακηρύξει urbi et orbi
το αναπάντεχο, το απίστευτο, το ακατανόητο
L’ etat c’est Moi.

Χωρίς να υποψιάζεται ο δυστυχής
πόσο αιμοσταγής μπορεί να είναι
η απόλυτη εμμονή στην τάξη.


Η ΑΘΗΝΑ

Να πρόβαλλαν κιόλας στις πλαγιές
τα άρματα με τους νεκρούς από την Αττική
δεκάδες σώριασαν φέρετρα οι τελευταίες αψιμαχίες

όμως μην έχετε αυταπάτες, οι Θηβαίοι θα λυγίσουν
η Αθήνα εξάπαντος θα γίνει κοσμοκράτειρα
τον πολιό πόντο κάτω από τον χειμέριο νοτιά
θ’ αυλακώνουν τα καράβια της αγέρωχα
το ανεμόεν φρόνημα της θ’ απλωθεί στην οικουμένη

Έτσι τη θέλησε ο Σοφοκλής
γι’αυτό ποτέ δεν θα σωπάσουνε
του Κολωνού τ’ αηδόνια


ΕΠΩΔΟΣ, Β´
 
Κάθε Θηβαίος κι ένας δολοφόνος
Κάθε Αθηναίος κι ένας τύραννος
 
Η  ΣΥΜΦΟΡΑ ΚΑΙ Τ’ ΑΗΔΟΝΙΑ

Αρχαίες είναι των Λαβδακιδών οι συμφορές
η μία δολοφονική γενιά διαδέχεται την άλλη
μα η δική σου Δία δικαιοσύνη
λάμπει στον Όλυμπο, στη μαρμαρόεσσα αίγλη του
δεν σου τ’αρνιέμαι Αντιγόνη
των ουρανίων η δικαιοσύνη αγρυπνά.

Όμως εμείς κόρη μου, ακριβή μου κόρη
ζούμε δεμένοι με το χώμα
ξαποσταίνουμε μια στάλα στα πλατάνια του Ισμηνού
στα νάματα της Δίρκης κολυμπάμε

ποιά είναι τάχα η πιο τρανή ευδαιμονία
ποιά δόξα πιο μεγάλη από την εκκλησία του Δήμου
τους ναούς, τα θέατρα μας, τον Φειδία μας

Δεν είμαστε καλή μου Αντιγόνη ουρανίωνες
εμείς πάντα θ’ακούμε του Κολωνού τ’ αηδόνια
κι ας κείτωνται στη γης αιμόφυρτα τ’ αδέρφια σου

καμάρι της ψυχής μου συ, αρχοντοθυγατέρα μου
σε τύφλωσε η αγάπη και δεν βλέπεις.


Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Κόρη  δεν ήμουνα κι εγώ, άρκτος μικρή της Άρτεμης
κι όμως ποτέ τους δεν με βάλανε στον αργαλειό
πλήρωσαν δάσκαλο πανάκριβο
να μου διδάξει πώς θα γράφω πιο κομψά
τη δύστροπη εκείνη αλφαβήτα των φοινικικών
τα παλιά ψηφιά του Κάδμου.

Όμως δεν θα το κρύψω, θα το διαλαλήσω
με κουράζουν οι γραφιάδες της Καδμείας
παριστάνουν τους σοφούς, τους ποιητές
δεν διστάζουν ν’ απαγγέλουνε στην αγορά
τα θλιβερά τα στιχουργήματά τους.

Εγώ αγαπώ τον Ετεοκλή
συλλογίζομαι ολημερίς τον Πολυνείκη και τον Αίμονα
κάποτε μάλιστα η άμοιρη
ονειρεύομαι κάτω από τ’αστέρια στο δώμα της Καδμείας
πότε θα γεννηθεί ο αληθινός ο ποιητής
να δει ξανά το φως του ο πατερούλης μας
με τη βοήθεια και τη χάρη του Απόλλωνα

να ξανανθίσουνε οι νάρκισοι του Κηφισού
τ’άρωμα τους να βαλσαμώσει την Καδμεία
σε όλη την οικουμένη ν’αντηχούν εσαεί
του Κολωνού τ’ αηδόνια.


ΙΔΟΥ Η ΡΟΔΟΣ

Ο Κολωνός, τ’ αηδόνια του
ο Κηφισός, οι μυρωμένοι νάρκισοι .

Ιδού η Ρόδος και το πήδημα
ξαναζωντανέψτε τους αν είστε άξιοι
όσοι καμώνεστε τον ποιητή
κι άλλο δεν κυνηγάτε από τα χειροκροτήματα
των αδεών του Δήμου.


ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

Στη Θήβα ο Πίνδαρος
στην Αθήνα ο Σοφοκλής
στην Φλωρεντία ο Ντάντε
στη Ζάκυνθο, στην Κέρκυρα
ο ιππότης κόμης Διονύσιος Σολωμός
ο ποπολάρος Κάλβος
κι' εγώ πάντοτε φεύγοντας
τυφλός από τη Θήβα
 
 
 
ΒΑΡΟΥΤΙΝ

Στη Θήβα ο Πίνδαρος
στην Αθήνα ο Σοφοκλής
στη Φλωρεντία κάποτε ο Ντάντε
δείτε, στην Αυσονία κατεβαίνει ο αητός της Βαϊμάρης
να προσκυνήσει το μνημούρι του.

Και πάντοτε στη Θήβα ο Πίνδαρος
να διαλαλεί στον πρώτο του Ολυμπιόνικο
πόσο άριστον είναι του Ισμηνού το ύδωρ
τι δροσιές κρύβουνε τα νάματα της Δίρκης.

Εξαίσια είναι τα σονέττα του Λορέντζου Μέδικου
εξίσου τορνευτοί του Λεονάρντο και του Μικελάντζελο
                                                              οι στίχοι
σκληρότεροι πιο στρογγυλεμένοι
οι σκαραβαίοι του Γρυπάρη σαν γρανιτόλιθοι
και βέβαια η Φοινικιά του Παλαμά η ασύγκριτη
του Σικελιανού το βροντερό
το απέθαντο Πάσχα των Ελλήνων
μα έτσι και βροντήσει ξαφνικά η βαρούτιν από τους Ποδαράδες
τι χαμός . αλλά κι αυτή βουβαίνεται
όταν κελαϊδούν κάτω στον Κολωνό τ’ αηδόνια
και οι νάρκισοι του Κηφισού
τυλίγουνε την Αττική στο μύρο τους
κι όλη την οικουμένη


ΓΙΑ ΟΛΗ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ

Πολλοί με τη βοήθεια των θεών της ευπραγίας οι δρόμοι
άριστον το ύδωρ κι γλυκύς ο ίμερος του Πίνδαρου
μα ω Σοφοκλή
πάθη πόλλ' έγωγ' εκλαυσάμην
πότε θα πνίξουμε τον πατροκτόνο και τον αιμομίχτη
στην καρδιά μας

πότε θα έρθει ο καιρός
να περπατήσουνε και πάλι στις γειτονιές της Θήβας
ο Ετεοκλής και ο Πολυνείκης
και τη φορά ετούτη
για όλη την αιωνιότητα.
                                                        17.1.2008

ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ

α

Πολλά είναι τα σκοτάδια του Κυρίου
ανεξάντλητα
σαν την άμμο της θάλάσσης
μαύρα σαν των Λαβδακιδών τις συμφορές
τα κάρβουνα της Καλογραίζας
ποτέ δεν θα μπορέσουν
να τα ξεδιαλύνουν

                                                             2.2.2008 



«ΤΑ ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ ΤΩΝ ΛΑΒΔΑΚΙΔΩΝ»
του Τάσου Γαλάτη περιλαμβάνουν
όσα ποιήματα δεν περιέχονται στη
συλλογή «Ο ΣΗΜΕΙΩΜΕΝΟΣ» (ΤΥΠΩΘΗΤΩ –
ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΑΡΔΑΝΟΣ). Ένα εξ αυτών ο ΚΡΕΩN
δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΟΡΟΠΕΔΙΟ (Χειμώνας 2007-2008, τεύχος Δ)

Τάσος Γαλάτης