Εκτύπωση του άρθρου
ΜΑΡΙΑ ΤΣΑΤΣΟΥ


Ο Παύλος Ζάννας και το Πεπρωμένο του


Ο Παύλος Ζάννας κοιτούσε το φλιτζάνι του και πήγαινε με ύφος ευχαριστημένο κοιτούσε τον καφέ στο φλιτζάνι του και πήγαινε υπομειδιώντας με την κόκκινη χαίτη των μαλλιών του πάνω στ' ωραίο χαλί ή έτσι μου φάνηκε καθώς σιωπηλή από τον νεροχύτη τον παρακολουθούσα και απορώ πως δεν σκόνταψε στα έπιπλα έτσι που πήγαινε κοιτώντας σε βάθος το φλιτζάνι του ή περ´απ' αυτό ταυτόχρονα σ' ένα μέρος πολύ μακρινό τι να σκεφτόταν άραγε τι άλλο επρόκειτο να πει τι ευφυές σ' ένα φιλικό σπίτι ή μήπως να φύγει ό,τι ώρα ήθελε η πόρτα ήταν εκεί την άνοιγε κι έφευγε ή να κρυφτεί να χωθεί μες στα έπιπλα σαν το παιδάκι στο σπίτι της γιαγιάς του αλλά τι να ' βλέπε μες στον καφέ ο ισορροπιστής αυτός το σχήμα που ποθούσε ένα σχήμα που μη έχοντας άλλο είπε ε καλό είναι ας το δεχτώ ούτως ή άλλως δεν υπάρχει άλλη επιλογή ας φανώ υπεράνω καταστάσεων και γενναίος αλλά μήπως τον κυνηγούσαν πουλιά όπως στη Μάρνη ή όπως κυνηγούν εμένα τα πουλιά-τύψεις τα πουλιά-ατελείωτα πράγματα κι αδιόρατα μειδιώντας εκρύπτετο και υπεκρύπτετο εις τον ωραίον σκύφον τον οποίον του ενεχείρισε η εύχαρις οικοδέσποινα και εν τω φευγαλέο βλέμματί ταυ είχεν εγκιβωτίσει την αποστροφήν αυτής ταύτης της πραγματικότητος την οποίαν ουχ ήττον ενηγκαλίζετο και εθώπευε ή εταξίδευε ναι μάλλον εταξίδευε μεταξύ εισόδου και αιθούσης υποδοχής τον εαυτόν του τον οποίον αντελαμβάνετο ως πολύτιμον από κάτω όμως μυριζότανε τα βρώμικα και κοίταζε μια τρύπα στο νερό που είχε κάνει τόσα χρόνια τι στο καλό τίποτα δεν μπορείς να ελέγξεις σε γαμάει το πεπρωμένο σου από μπρος κι από πίσω βέβαια κι έτσι κομμάτι ζεις όπως-όπως τουλάχιστον αν μπορούσε να αναθέσει εις ανώτερα κλιμάκια την διεκπεραίωση αλλά τι τα θες μάταιος κόπος ας ταξιδέψω λοιπόν τώρα μιας κι έχω γλιτώσει για την ώρα δεν με κυνηγούν έχω υποστεί και την παιδική ηλικία ας ταξιδέψω κι αύριο μεθαύριο κάμνω απόφασιν για το πεπρωμένο μου έχω μαθές λίγον καιρόν ακόμη για να κανονίσω λογαριασμούς μαζί του πριν να πετρώσει τελεσίδικα τα βήματα του λοιπόν τον οδηγούν όπως πολλά βράδυα στα σοκάκια της μικρής επαρχιακής πόλης των Ανδεων όπου τον έστειλε η Εταιρεία κι η μοναξιά τον βαραίνει όπως κάθε Σαββατόβραδο έκατσε στους ώμους του ασήκωτη πάντα η ίδια θυμήθηκε τη μάννα του και τον πατέρα του που τον αφήνανε στη γιαγιά του και στις θειες του ενώνοντας κι ανταλλάσσοντας τη Μικρά Ασία με τις κορδιλλιέρες των Άνδεων την ίδια στιγμή που η ιλαρή οικοδέσποινα παρουσίαζε τον τελευταίο αλφαβητικό πίνακα της στους καλεσμένους οι αγκαλιές με την ελαφριά ξυνίλα παραμύθια καλοφαγία αλλά η μοναξιά σαν δίχτυ τον τύλιγε κάτι απαλό και βαρύ που 'ρχότανε και στον ύπνο του καμιά φορά να τον φοβερίσει τα χείλια του είχανε γανιάσει από έναν πασατέμπο που είχε βρεθεί στην τσέπη του χοντρού του παλτού κι έφτυνε τα τσόφλια με θόρυβο στις σκοτεινιές γωνιές η μοναχική του φύση πεισμάτωνε οι θύμισες τσουρουφλίζανε τις αμασχάλες του ήπιε τον καφέ ανακάτεψε τη ζάχαρη στον πάτο εκεί πάνω στο απέραντο κομπολόι των Άνδεων μια χάντρα ο παφλασμός των στιγμών σκεπάζει το τίναγμα του βούρδουλα του χρόνου μετράω κάποια στιγμή θα τελειώσουν ολ' αυτά μετράω και θα σκύψουμε να σφουγγίσουμε το μέτωπο του δημίου μας το μέτωπό μας το μέτωπό σου με τα κόκκινα μαλλιά και τη λιονταρίσια χαίτη σου πάει κουβαλώντας ένα φορτίο αντίστασης που γινόταν όσο πήγαινε πιο ελάχιστη σ' έναν τόπο άγνωστο ως χθες σ' ένα τεθλασμένο μοιραίο υψίπεδο τρελή αντίσταση ενώ υπομειδιώντας κανονίζει τους όρους παράδοσης ζητάει άφεση στην αγάπη και στο μίσος γδύνει την τέχνη απ' τ' άμφια της ρίχνει την αγιαστούρα κάτω βλαστημάει ο βαρύς γοργός άνεμος φέρνει τη βρισιά στα μούτρα του ροχάλα πάνω στ' ωραίο χαλί με τα παγωμένα του δάχτυλα σαλιώνει το μολύβι έτοιμος για το τελικό μοντάζ ξετυλίγει τις μπομπίνες καζάντισε τόσα χρόνια απ' τις αναδρομές η ζωή κλαυσίγελως κοίτα πόσο καλά ξέρω να σε φτάνω τρώω τα χιλιόμετρα και σε φτάνω καθώς τεράστιος κόκκινος ανεμίζοντας με το πρόσωπο χωμένο στα σύννεφα μια χάντρα στο απέραντο κομπολόι των Άνδεων υπομειδιάς και εκτείνεσαι μετράς κι ανεβαίνεις Παύλο Ζάννα λάτρη των ορατών κι αοράτων της ζωής και λάτρη του θανάτου.
Μαρία Τσάτσου