Εκτύπωση του άρθρου

ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ

 

Σαν πέφτει το δείλι

Κρυφά σταματάμε σαν πέφτει το δείλι,
οκνοί στρατοκόποι στη μέση του δρόμου.
Στεκόμαστ’ εδώ, με σφιγμένα τα χείλη,
εκπρόσωποι σάπιοι ασήμαντου νόμου.

Οκνοί στρατοκόποι, στη μέση του δρόμου...
Κι’ οι άλλοι περνούν με γερμένο κεφάλι
(εκπρόσωποι - σάπιοι - ασήμαντου νόμου)˙
μα είμαστε ίδιοι κι’ εμείς και οι άλλοι.

Κι’ οι άλλοι περνούν με γερμένο κεφάλι,
διαβάτες σκυφτοί σε στρυφνό μονοπάτι -
μα είμαστε ίδιοι κι’ εμείς και οι άλλοι:
χαμένες ψυχές σ’ αχυρένιο παλάτι.

Διαβάτες σκυφτοί, σε στρυφνό μονοπάτι,
και βήμα στο βήμα ένας ένας τραβάμε˙
χαμένες ψυχές, σ’ αχυρένιο παλάτι
που φοβόμαστε τόσο: γι’ αυτό προχωράμε.

Και βήμα στο βήμα ένας ένας τραβάμε
- άσωτοι γιοι της Μεγάλης Μητέρας -
που φοβόμαστε, τόσο, γι’ αυτό προχωράμε
τη δειλή μας πορεία στο φέγγος της μέρας.

Άσωτοι γιοι της Μεγάλης Μητέρας,
σκιαγμένοι απ’τα δώρα που η νύχτα θα στείλει,
τη δειλή μας πορεία στο φέγγος της μέρας,
κρυφά σταματάμε σαν πέφτει το δείλι...
 

Γιώργος Νικολόπουλος