Εκτύπωση του άρθρου
 ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗΣ
 
    Πέντε σχόλια στον Βαλερύ
                   1
 
Αντίο, φαντάσματα! Ο κόσμος δεν σας έχει πια ανάγκη. Ούτε κι εμένα. Ο κόσμος, που βαφτίζει με το όνομα της προόδου την τάση του για μοιραία ακρίβεια, προσπαθεί να συνδέσει τ’ αγαθά της ζωής με τα πλεονεκτήματα του θανάτου. Κάποια σύγχυση εξακολουθεί να βασιλεύει, αλλά σε λίγο όλα θα ξεκαθαρίσουν· βλέπουμε τελικά να εμφανίζεται το θαύμα μιας κοινωνίας ζώων, μιας υπέροχης και τέλειας μηρμυγκοφωλιάς[1]
 
Ο Βαλερύ υπήρξε πάνω από όλα ένας στοχαστής της ζωντανής μορφής. Ένας virtuoso στη μεθόριο ποιητικής γεωγραφίας και γεωμετρικού πνεύματος, σε αυτές τις ζώνες όπου η απορία για τη διαμόρφωση αισθητικών εμπειριών συμπληρώνεται από μια αναλυτική και ψυχρή θέαση. Ποιητής και μαθηματικός, δάσκαλος της Ποιητικής και αναγνώστης του Nτεκάρτ, του Νίτσε και του Μπερξόν, εξοικειωμένος με το λεξιλόγιο της επιστήμης και παθιασμένος με την πνευματικότητα της Ευρώπης και τους χάρτες της. Σε αυτό ακριβώς το «Μεταξύ» μορφής και ασχημάτιστης χειρονομίας, της λιτής διαύγειας και της δημιουργικής σύγχυσης τοποθετεί την αυθεντική ζωή του πνεύματος. Δύσπιστος σε κάθε ρομαντισμό που μετατρέπει το συγκινησιακό σοκ σε θεμέλιο της εκφραστικής επανάστασης της μοντέρνας ευαισθησίας. Αλλά και σκεπτικιστής έναντι της θετικιστικής θρησκείας του δεδομένου στην οποία η έννοια του μέτρου διαχωρίζεται από κάθε ακρότητα και η μέριμνα για την αρμονία παραγνωρίζει το αγαθό της πρωταρχικής αναστάτωσης η οποία θέτει σε κίνηση το πνεύμα[2]. Τα «αόριστα πράγματα», θα γράψει, είναι το θεμέλιο όλων των μέχρι τώρα κοινωνιών. Τι μπορεί να περιμένει όμως το πνεύμα όταν οι κοινωνίες υποκλίνονται στο μετρήσιμο και  αποδείξιμο θεωρώντας χρονοτριβή και ματαιότητα καθετί μη αισθητό, καθετί που αρνείται να γίνει απολύτως συγκεκριμένο;[3]
Αυτή η κοινωνία θα ήταν, λοιπόν, η τέλεια μηρμυγκοφωλιά. Το πεδίο των αυτοματισμών που προσφέρουν αφειδώς κάθε λογής ευκολίες με αντάλλαγμα την πρόσβαση στην ύψιστη ακρίβεια και ταχύτητα ως προς τον χειρισμό των καταστάσεων και την υπερπλήρωση όλων των κενών. Στον καιρό του, ο Carlyle αποκαλούσε μια τέτοια οντότητα «Μηχανισμό» ή γενικευμένη πολιτική του Σώματος[4].  Αλλά για τον Βαλερύ η ζωή του πνεύματος απειλείται τόσο από την ακαμψία μιας αποτυχημένης φόρμας όσο και από την υπέρμετρη απελευθέρωση τυχαίων και απρόβλεπτων συμβάντων. Αυτές οι δυο διαφορετικές συστάδες απειλών εκκολάπτουν την κρίση του πνεύματος που εκβάλλει κυρίως στην αδυναμία απόκρισης της Συνείδησης στο καθεστώς του επείγοντος και της συρραφής του θαυμαστού και του κοινότοπου. Αυτό το καθεστώς της αλλοίωσης των σχημάτων στην υπερβολική και πυκνή τους επιτάχυνση, υπό τη λάμψη των αλλεπάλληλων αιφνιδιασμών, βρίσκεται σε απόκλιση από τους χρόνους του κοινωνικού δεσμού.  Έρχεται σε ρήξη με τη ίδια τη δυνατότητα συγκρότησης κοινωνίας. Πρόκειται ακριβώς για μια συνθήκη όπου όλα τα όνειρα εξωθούνται να πραγματοποιηθούν άμεσα την ίδια στιγμή που καθετί ανώφελο –  περιττό με τα κριτήρια της τεχνοεπιχειρησιακής λογικής των μέσων και του σκοπού- καλείται να αδειάσει τη σκηνή ως φάντασμα και σύγχυση κληρονομημένη από τις μεταφυσικές του παρελθόντος[5].
 
                      2
«Μοιραία ανάπτυξη της παγκόσμιας ηλιθιότητας (…) Μήπως θα έπρεπε να καταπιούμε το χάπι της απεχθούς μετάβασης από το αυτιστικό άτομο στην απλή ενότητα σε έναν αριθμό»[6].
Το αυτιστικό άτομο αναφέρεται εδώ στο μοντέλο της αυτάρκειας και αυτοδυναμίας των ατόμων ως Μονάδων, μοντέλο το οποίο συμπληρώθηκε ιστορικά με τα εμπλουτισμένα ιδεώδη της αστικής προσωπικότητας. Ο Valéry, αναγνώστης του Νίτσε σε τούτο το σημείο, ομολογεί πως αυτός ο Εαυτός-Μονάδα είναι μια ψευδαίσθηση ή ένα «αποτέλεσμα οπτικής» (effet d’ optique). Την ίδια στιγμή ωστόσο απεύχεται τη μετάβαση στο καθεστώς του Αριθμού που εγκαινιάζει, όπως πιστεύει, μια «νέα εποχή βαρβαρότητας». Ανάμεσα στον ψευδαισθητικό ατομικισμό και στην κοινωνία ζώων, στο αυτιστικό άτομο και στη μηρμυγκοφωλιά της  υπερ-οργάνωσης δε διακρίνεται καμιά δυνατότητα εξόδου. Όλες οι συλλογικές έννοιες – λαός, έθνος, πολιτική- αναπόφευκτα χρησιμοποιούνται άσχημα. Γιατί; Επειδή «το νόημά τους δεν είναι παρά η αξία τους σε εξωτερικές δράσεις. Έχουν τον τρόμο του κενού»[7].
 
                3
Η σκέψη οφείλει να διαφυλάσσει τα κενά μέσα στον συγχρωτισμό των αντικειμένων και των δράσεων, να διατηρεί σώες τις υποσχέσεις των πραγμάτων αποτρέποντας το ενδεχόμενο που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την ίδια την έννοια του δυνατού: το ενδεχόμενο της πιστής και ολοκληρωτικής πραγματοποίησης των ονείρων, της επιτυχημένης τους ανταλλαγής με το πραγματικό. Η σκέψη δεσμεύεται σήμερα στη δύσκολη αποστολή να επινοεί μορφές ικανές να «αντιστέκονται στις πολυποίκιλες αιτίες διάλυσης που απειλούν τις εκφράσεις της σκέψης, είτε πρόκειται για την έλλειψη προσοχής, τη λήθη ή ακόμα και τις αντιρρήσεις που μπορεί να γεννηθούν εναντίον της σκέψης από το ίδιο το πνεύμα[8]». Αυτό το είδος αντίστασης είναι μια συνεχής αντιδικία με τη μηδενιστική βία του χρόνου αλλά κυρίως η τέχνη της αρμόζουσας απόστασης από την ωμότητα των γεγονότων. Τα «συμβάντα είναι απλώς ο φλοιός των πραγμάτων»[9]. Ο μετασχηματισμός της ανθρώπινης υποκειμενικότητας στην εποχή των συνεχών αποσυνδέσεων (dissociations) και των αιφνιδιαστικών συνδυασμών διαταράσσει τη σχέση του φλοιού και του καρπού, του εξωτερικού και του εσωτερικού, του πλαισίου των δράσεων και των ενεργειακών φορτίων της πραγματικότητας. 
 
4
Αλλά μήπως η εμμονή με τη «διασφαλισμένη μορφή» είναι μια ακόμα μεταμφίεση της κλασικής πίστης στην ακεραιότητα και στην αρτιμέλεια του ανθρώπινου υποκειμένου; Μήπως πίσω από την αγωνία για την τύχη των μορφών και την αντίσταση στα διαλυτικά σοκ που προέρχονται είτε από νεκρές παραδόσεις είτε από μια υπερχειλισμένη νεωτερικότητα κρύβεται μια ειδυλλιακή εικόνα του υποκειμένου και της συνείδησης, ένας «αρχιτεκτονικός» κλασικισμός που δανείζεται την αναλυτική γλώσσα της σύγχρονης επιστήμης αλλά παραμένει όμηρος σε μια θεολογική βούληση για διάρκεια και αθανασία;
Από μια άποψη, αυτό φαίνεται να ισχύει. Τον Βαλερύ τον απασχολεί η αξιόπιστη αισθητική μορφή η οποία θεμελιώνεται «στη σταθερή φύση του ανθρώπου, στη δομή και στη λειτουργία του ανθρώπινου οργανισμού, στο ίδιο το είναι». Σημαντικός συγγραφέας είναι αυτός ο οποίος «οχύρωσε το έργο του κατά της ποικιλίας των εντυπώσεων, της αστάθειας των ιδεών, της ουσιώδους κινητικότητας του πνεύματος»[10]. Με άλλα λόγια, η βαλεριανή ιδέα του έργου τέχνης μοιάζει να αντανακλά τη θεώρηση του Είναι ως σταθερότητας και διάρκειας η οποία με τη σειρά της αναλογεί σε μια ψυχοσωματική ουσία (δομή) του ανθρώπου.
Υπάρχει όμως μια αξιοσημείωτη διαφορά της θέσης του Βαλερύ από αυτό που ο Νίτσε θα αποκαλούσε νοσταλγία για την Ολύμπια μακαριότητα των μορφών, νοσταλγία στην οποία τα πάθη, οι αλλοιώσεις, οι «εκφυλισμοί» και οι τερατογονίες απωθούνται για να επιβεβαιωθεί η στιβαρότητα του μεγάλου έργου και η υγεία του υποκειμένου. Η διαφορά βρίσκεται στο ότι για τον Βαλερύ είναι αδύνατη η αποκατάσταση μιας οντοθεολογικής αρμονίας της οποίας ο Καλλιτέχνης θα ήταν η έσχατη ιερατική ενσάρκωση. Η τέχνη δεν μπορεί να γίνει η θρησκεία της σύγχρονης εποχής εφόσον αυτή η τελευταία θεμελιώνεται σε μια «μέση» συλλογική νοημοσύνη που υπερβαίνει τον ορίζοντα της ατομικής Διάνοιας, του εμπνευσμένου μοναχικού δημιουργού. Το ερώτημα της σύγχρονης δημιουργίας αφορά έτσι στον τρόπο με τον οποίο μπορεί κανείς να αποκριθεί στην κατεδάφιση των συμβολικών πλαισίων που ορίζουν τις πρακτικές: χωρίς να υποκύψει στην οκνηρή ευκολία του κυνισμού – για παράδειγμα, στο να παρακολουθεί παθητικά ή να προσαρμόζεται με ρηχό τρόπο στο εκάστοτε «καινούριο συμβάν»- αλλά και χωρίς να αγνοεί ότι η βία της ταχύτητας, η αίσθηση της θνητότητας και της προσωρινότητας των μορφών συνιστούν πλέον την κρίσιμη οντολογική κατάσταση με την οποία καλείται να εργαστεί το πνεύμα.   
 
5
 
 Ο κόσμος, που βαφτίζει με το όνομα της προόδου την τάση του για μοιραία ακρίβεια, προσπαθεί να συνδέσει τ’ αγαθά της ζωής με τα πλεονεκτήματα του θανάτου.
Σε αυτή τη ρήση το πλέον αινιγματικό είναι η δεύτερη πρόταση. Εύκολα μπορούμε να καταλάβουμε τη σχέση της ιδεολογίας της Προόδου με τις επιθυμίες για αύξηση της ακρίβειας, της «υψηλής πιστότητας» των πάσης φύσεως μηχανών, της λειτουργικής τελειοποίησης των προγραμματισμών μέσα σε μια κοινωνία-επιχείρηση και σε έναν κόσμο-οικονομία. Αλλά η συνέχεια μοιάζει σκοτεινή και μάλλον σκανδαλώδης. Γιατί το σημείο επαφής μεταξύ του Πλούτου της ζωής και του θανάτου, της εκρηκτικής ζωτικότητας και της νεκρικής αδράνειας υπερβαίνει την εικόνα της μηρμυγκοφωλιάς ή ακόμα το γνωστό νιτσεϊκό σχήμα της «αγέλης» . Το αίνιγμα της σύγχρονης Δύσης και του πολιτισμού της τεχνο-επιστήμης δεν βρίσκεται στη φθίνουσα και «αγελαία» ζωή αλλά στο ότι αντίθετα η πληθωρική, ανωφερής, υπερπλήρης σε εμπειρίες ζωή πλησιάζει περισσότερο στην αδράνεια του νεκρού. Η μοιραία ακρίβεια –  η τάση για την απόλυτη λειτουργική εξημέρωση των άγριων περιοχών της πραγματικότητας- αποδεικνύεται υπερβολικά επιρρεπής στους πιο απίθανους ανορθολογισμούς, στη διάχυση κάθε λογής ψυχικών, πολιτικών, ερωτικών, επικοινωνιακών δυσλειτουργιών και ατυχημάτων.
Ο Βαλερύ, με τον δικό του τρόπο, διερωτήθηκε γι αυτή την ανησυχαστική τροπή. Μοντέρνος ο ίδιος – δεν θα μπορούσε να συμβαίνει αλλιώς με έναν μαθητή του Μαλλαρμέ- έχει ωστόσο την τόλμη να απευθύνει τις πιο δύσκολες ερωτήσεις στην αυτοαποθεωτική πορεία του Μοντέρνου προς την αλαζονική αυτοκρατορία της αφθονίας και του επιτεύγματος. Σε έναν πολιτισμό που τείνει να καταργήσει όλες τις αποστάσεις για να τις μετατρέψει σε καθαρή ενέργεια – ή διαφορετικά, σε μια νέα εκδοχή βαναυσότητας- υπενθυμίζει την ανάγκη των κανόνων και την αξεπέραστη διττή λειτουργία της κριτικής: να μετασχηματίζει τον κόσμο αλλά και να τον διατηρεί κατοικήσιμο, να πειραματίζεται με όλες τις μορφές χωρίς να τις κονιορτοποιεί, να ανατρέπει παραδόσεις και συγχρόνως να είναι πάντα σε θέση να μεταδίδει μια κληρονομιά στους επόμενους.

Νικόλας Σεβαστάκης 

[1] Paul Valéry, H κρίση του Πνεύματος, (μετάφραση: Θανάσης Χατζόπουλος), Αθήνα, Καστανιώτης, 1996, σ. 19
[2] Στις σημειώσεις του με τον παιγνιώδη τίτλο Les principes d’an-archie pure et appliquée (Gallimard, 1984), κείμενα γραμμένα μεταξύ 1936 και 1938, ο Valéry μας δίνει νομίζω το κλειδί της καχυποψίας του για εκείνη τη μορφή υπερ-οργανωμένης τάξης που φιλοδοξεί να καταργήσει την ποιότητα της ατομικότητας: « Σε μια κοινωνία ‘πλήρως οργανωμένη’ δεν έχουν θέση ούτε καμιά ποιότητα ούτε η παραγωγή πνεύματος για το πνεύμα».
[3] Paul Valéry, Πρόλογος στις Περσικές Επιστολές του Μοντεσκιέ, Στο VariéII, Gallimard, 2002 (1930), σ. 176
[4] «Σε καμιά περίπτωση οι άνθρωποι δεν αναμείχθηκαν σε βαθιές, καταλυτικές προσπάθειες για οποιαδήποτε μετρήσιμη προοπτική Κέρδους ή Ζημίας, για οποιονδήποτε ορατό, συγκεκριμένο στόχο αλλά πάντοτε για κάτι αόρατο και αφηρημένο (…)Η ίδια η Γαλλική Επανάσταση περιείχε κάτι τι υψηλότερο από φθηνό ψωμί και μια Διακήρυξη Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Και εδώ υπήρχε μια ιδέα, μια Δυναμική, όχι μια μηχανική δύναμη», Thomas Carlyle, Σημεία των Καιρών, Αθήνα, (μετ: Σπύρος Δενδρινός, ελαφρά τροποποιημένη), Ροές, 2000, σ. 53-55
[5] Ο Αdorno θα αναγνωρίσει σε αυτό το καθεστώς της μοιραίας ακρίβειας τα ιδανικό περιβάλλον της ημιμόρφωσης: αυτή η τελευταία είναι «μια αδυναμία ως προς το χρόνο, ως προς τη μνήμη, μέσω της οποίας μόνο ήταν δυνατή στη συνείδηση η σύνθεση των αντικειμένων της εμπειρίας, την οποία άλλοτε εννοούσε η μόρφωση», Στο Theodor Adorno, Θεωρία της Ημιμόρφωσης, Αθήνα, (μτφ: Λευτέρης Αναγνώστου), 2000 (πρώτη έκδοση στα ελληνικά 1989), σ. 72.
[6] Paul Valéry, Les principes d’ an-archie pure et appliqué, ο,π, σ. 158
[7] Στο ίδιο, σ. 89
[8] Paul Valéry, ‘Victor Hugo’ Στο Vues, La Table Ronde, 1948, 173-4.
[9] Paul Valery, ‘Respirer’, Στο ίδιο, σ. 398
[10] Paul Valéry, Vues, ´Victor Hugo’, ο,π, 175