Εκτύπωση του άρθρου

Τα ποιήματα σπάνια είναι δώρο των ουρανών και σπάνια γεννιούνται  αυθόρμητα και θαυμαστά από τη συνάντηση του ποιητή με μια άδεια σελίδα. Αυτό φαίνεται να το γνωρίζει καλά ο Νίκος Βιολάρης. Γι’ αυτό, τη ζωτική ενέργεια της νεαρής ηλικίας του, το δημιουργικό elan vital που τον οδηγεί να κατακτήσει τη λέξη να τη πει σωστά, κάνει αγώνα να το τιθασεύσει.

 

Τα 26 ποιήματα του πρώτου ποιητικού του βιβλίου είναι ισάριθμες προσπάθειες να δομήσει στέρεα τον ποιητικό του λόγο, να περικλείσει ασφαλώς την ψυχή και τη συνείδησή του, όσο γίνεται τουλάχιστον.

 

Έτσι, στην καλή αυτή δουλειά, ο λόγος είναι εναργής και μετρημένος, το συναίσθημα σμιλεμένο και ελεγχόμενο. Οι γλωσσικές υπερβολές, τα κατακλυσμιαία crescendo, οι δραματικές συγκρούσεις και συγκρίσεις, αποφεύγονται διά ροπάλου, οι ευκολίες, αν δεν λείπουν τελείως, συντυχαίνουν κάποιες φορές τον αναγνώστη, αλλά κα πάλι με νηφαλιότητα. Ακριβώς αυτό, νηφάλιο, είναι το επίθετο που περιγράφει, νομίζω, ακριβέστερα το κλίμα που κυριαρχεί στο «Πέρα απ’ τη Μέρα».

Σίγουρα μοιάζει το φεγγάρι μακρινό.

Δεν ξέρεις βέβαια

πως ζει μες στον καθρέφτη

πως παίρνει φως

από απελπισμένα μάτια

πως ηδονίζεται ετερόφωτο

να τρέφεται απ’ τον τρόμο τους

να ότι

-προπάντων-

ξέρει πώς

να σε ραγίζει.

 

«Ισοτονικά» και νηφάλια λοιπόν θα μπορούσε να ονομάσει κανείς τα ποιήματα του Νίκου Βιολάρη. Μελαγχολική και στοχαστική καταγραφή των αναμοχλεύσεων της ανθρώπινης ψυχής, στις οποίες μοιάζει να ανταποκρίνεται η γύρω φύση.

 

Πίκρα, αίσθηση του ζόφου και της ματαιότητας της ζωής, απουσία: όλα όμως, εκλύονται μέσα από τον χαλιναγωγημένο λόγο του ποιητή, με συμμετρία, μέσα από μια κλασική, θα λέγαμε, προοπτική των πραγμάτων.

 

Τίποτα δεν εκρήγνυται βίαια, ακολουθώντας εύκολους συρμούς και ανατροπές. Το εναντίο συμβαίνει. Όλα εναρμονίζονται, καλά δουλεμένα, μέσα σ’ αυτόν τον πρόωρα κατασταλαγμένο, κάπως αριστοκρατικό λόγο, όπου η ρομαντική διάθεση, και οι συμβολισμοί και οι προσωποποιήσεις, από τη φύση παραπέμπουν σε μια sagesse, αλλοτινών καιρών (θυμίζει κάπως την «sagesse» του Verlaine, η δουλειά του Βιολάρη), μια φρονιμάδα, μια φρόνηση, ακόμη και όταν κυρίαρχη είναι η αίσθηση του μεγάλου κενού.

 

Δανειζόμενη, όμως, την συμπάθεια του νεαρού ποιητή προς τις παρηχήσεις, θα τολμούσα να ρωτήσω , μήπως όλα αυτά παραπέμπουν και σε κάποιον φόβο, ή και, φυλακή; Γιατί, αλήθεια, η άλλη εκδοχή για την ποίηση του Νίκου Βιολάρη θα ήταν ίσως, ένα μικρό λιοντάρι στο κλουβί του. Άλλωστε ο ίδιος το υπαινίσσεται. Εκείνη η «κλειδωμένη αίσθηση», η «κλειδωμένη άνθηση», και το ύψιστο εκείνο «κλειδωμένο σώμα», τάχα δεν ωρύονται σιγαλά, πως θέλουν να βγουν;

 

Είναι πασιφανές. Το καλοδουλεμένο αυτό «Πέρα απ’ τη μέρα», εκτός από αυτό που είναι, είναι και το ξεπέρασμα του εαυτού του. Ολοκληρώνει, σύννομα και θεμιτά, μια εξαιρετικά καρποφόρα για τον ποιητή, περίοδο, άσκησης στο λόγο και αυτοπειθαρχίας, αλλά και ενδοσκόπησης, και αναζήτησης, όλα αυτά, προεικονίζει όμως χωρίς την παραμικρή αμφιβολία, την επόμενη, ήδη κυοφορούμενη «ποιητική μέρα» για τον Νίκο Βιολάρη.

 

Ο φιλοσοφημένος ποιητικός του νους θα το γνωρίζει, ίσως γι’ αυτό η λέξη «πέρα» στον τίτλο της συλλογής.

 

Κι αν η ποίηση είναι και ξόδεμα, και ανατροπή, και καράβι μεθυσμένο, και αποτυχία και δράμα, και καταστροφή καμιά φορά, αυτό είναι το εισιτήριό της, όπως γνωρίζουν όλοι οι ποιητές, συνειδητά ή υπόρρητα. Έξοδος από μια ασφαλή ποιητική φόρμα και διερευνημένα λεκτικά σχήματα και ποιητικούς τρόπους, έξοδος από την οδυνηρή αυτογνωσία και την υπαρξιακή μοναξιά που όμως εναποτίθενται στη μήτρα της φύσης που μας περιβάλλει, σαν ωάρια, που περιμένουν να γονιμοποιηθούν. Έξοδος από το γνωστό δηλαδή, προς το άγνωστο.

 

Ίσως, μπορεί, η «επόμενη» ποιητική «μέρα», με κάτι τέτοιο να μοιάζει, για τον Νίκο Βιολάρη, που μπορεί σ’ έναν στίχο να περικλείσει τόσα πολλά γράφοντας, «Λήθη: Η θηλή της νύχτας». Και, έχοντας εμβαθύνει στο παιχνίδι πολύ,

 

«Μια χαρά αιχμηρά είν’ τα πράγματα.

 

Οι λέξεις είναι

 

που αρρωσταίνουν».

 

                                                                          Μαρία Τσάτσου